Έντυπη Έκδοση

Η θηλιά στον λαιμό

Τα 160 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Εμμανουήλ Παπαδιαμάντη και τα 100 χρόνια από τον θάνατό του είναι απλώς η αφορμή για να ξαναθυμηθούμε τους ηδείς γρίφους της γραφής του.

Η νέα στήλη «Το άγγιγμα του Σκιαθίτη» απευθύνθηκε σε 25 δημιουργούς μιας μεγάλης εκφραστικής βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, μελετητές, επιμελητές, μεταφραστές, ηθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου και κινηματογράφου, μουσικούς, εικαστικούς, αρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους το άγγιγμα του οικεία απόμακρου Σκιαθίτη στο έργο τους, στη μνήμη τους, στην απλή καθημερινότητα.

Ετσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν των αγιογραφικών ή αντι-αγιογραφικών προσλήψεών του Παπαδιαμάντη· κείμενα που αντανακλούν το πρόσωπο και τη φωνή, δηλαδή τη ζωντανή παρουσία του σπουδαίου ευρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα από εκμυστηρευμένες στιγμές τους στο μυθικό παπαδιαμαντικό σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιας αναγνωστικής κοινότητας, μιας αναγνωστικής παραμυθίας, μιας αναγνωστικής αναδημιουργίας.

Το Ονειρο στο κύμα είναι από τα δημοφιλέστερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Δεν θυμάμαι πια πότε το πρωτοδιάβασα, αλλά η επίδρασή του πάνω μου ήταν ακαριαία. Εκείνη η εικόνα, η μεταφορά, με το «πολύ κοντόν σχοινίον» που κρατάει δεμένη απ' τον λαιμό την κατσίκα του αφηγητή, τη Μοσχούλα, αλλά και τον καθένα μας μες στις μικρές ζωές μας, έχει χαραχτεί στη μνήμη μου ανεξίτηλα.

Στο τέλος η κατσίκα πνίγεται, κι αυτό είναι το τίμημα που καλείται να πληρώσει ο αφηγητής, η θυσία που απαιτείται, ώστε να του δοθεί η χάρη ν' απολαύσει κάτι ερωτικό, βαθύ και ονειρώδες. Εν προκειμένω, το ν' αγκαλιάσει τη γυμνή, λουόμενη, «ωραία μελαχροινή» και «ηλιοκαυμένην», δεκαεξάχρονη Μοσχούλα (με το όνομα της οποίας είχε βαφτίσει και την κατσίκα του), και να τη σώσει απ' τον πνιγμό στη θάλασσα. Υπάρχει, όμως, και η άμεση σύνδεση που κάνει ο πρωταγωνιστής, ανάμεσα στο κυριολεκτικό σχοινί-θηλιά και στο μεταφορικό, εκείνο που σφίγγεται γύρω απ' τον λαιμό του, στη διάρκεια της ενήλικης ζωής του, μακριά από τη φύση και τον αληθινό του εαυτό, «ως βοηθός εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις».

«Τάχα μην "εσχοινιάσθη", μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλός της, μην ήτον κίνδυνος να πνιγή το ταλαίπωρον ζώον;» αναρωτιέται κάποια στιγμή ο αφηγητής για την κατσίκα του. Ενώ, στην αρχή ακόμη της ιστορίας του, δηλώνει: «Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντού του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ' όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου». Και στην κατακλείδα του διηγήματος: «Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνον σχοινίον, από το οποίον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως "σχοίνισμα κληρονομίας" δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει. Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!...».

Το να εξομολογηθεί κανείς ότι άπειρες φορές μέχρι σήμερα, και κάτω από τις πιο διαφορετικές περιστάσεις, του ήρθε στο νου η εν λόγω μεταφορά, δεν λέει και πολλά. Είναι πραγματικά άκρως ταιριαστή μ' ένα σωρό δεδομένα μιας ζωής. Τα κορυφαία, όμως, είναι πάντοτε λίγα, και όταν γίνει μέσα σου ο συσχετισμός, παραμένει αλησμόνητος.

Κατ' αρχάς, ο έγγαμος βίος και τα βάρη του, οι περιορισμοί και οι δεσμεύσεις που ανέλαβες, ιδίως όταν δημιουργείς μια οικογένεια, τα σημαντικότερα από τα σημαντικά «πρέπει» που διέπουν την ύπαρξή σου. Κάποτε, σε κάποιο βιβλίο μου, μίλησα για τη «στενόχωρη ευρυχωρία του γάμου». Εδώ έχουμε μάλλον να κάνουμε με το ακριβώς αντίθετο: με τη στενόχωρη θηλιά του, μες στην οποία «κινδυνεύεις» μερικές φορές «να μπερδευθείς και να περιπλακεί ο τράχηλός σου», και «να πνιγείς» κι εσύ σαν «το ταλαίπωρον ζώον».

Και δεύτερη έρχεται μια άλλη ασφυξία, εξίσου μεταφορική και επικίνδυνη. Εκείνη που μου γεννάει κατά καιρούς η ίδια η δουλειά μου, δηλαδή το γράψιμο. Από τη μία, το κράμα κακεντρέχειας και παρανοήσεων, που συχνά συγχέεται ύπουλα με τη διάψευση και την αποτυχία, ένα κράμα με το οποίο έρχεσαι αντιμέτωπος αναπόφευκτα στη διάρκεια οποιασδήποτε σταδιοδρομίας. Και από την άλλη, η ιδιαιτερότητα μιας θητείας στη λογοτεχνία: το γεγονός ότι όλα τα πράγματα στη ζωή, από τα πιο σπουδαία ώς τα πιο ασήμαντα, σε σχέση με τους απλούς ανθρώπους, εσύ οφείλεις να τα παίρνεις τόσο βαριά, μ' αυτήν την αλλόκοτη αίσθηση του καθήκοντος και του χρέους, ν' αγωνίζεσαι να βγάλεις απ' όλα τους όσο γίνεται πιο πολύ χρυσάφι. Με άλλα λόγια, το βάσανο της απουσίας ξεγνοιασιάς (κι ας είναι αυταπάτη σου ότι οι άλλοι ζουν ξέγνοιαστα).

Ομολογώ, λοιπόν, ότι ταυτίζομαι με τον Παπαδιαμάντη και ότι το έχω βιώσει πάνω στο πετσί μου κι εγώ: κάθε τι ερωτικό, βαθύ και ονειρώδες, το πληρώνουμε όντως με μια θυσία, μ' έναν πνιγμό που επιφέρει το ίδιο αυτό σχοινί που μας κρατάει δεμένους απ' τον λαιμό. Την ίδια στιγμή, όμως, τόσο στο πεδίο της λογοτεχνίας όσο και σ' εκείνο του οικογενειακού βίου, νιώθω ότι μου έχει χαριστεί ό,τι καλύτερο γνώρισα μέχρι τώρα στη ζωή μου. Απλώς, όπως το θέτει και η παροιμία, το ψάρι έχει και κόκαλα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Το άγγιγμα του Σκιαθίτη