Έντυπη Έκδοση

Αδιανόητοι διανοητές

Κατηφορίζαμε τη Βασιλίσσης Σοφίας. Μια φαινομενικά συνηθισμένη μέρα. Που δεν ψηφιζόταν κανένα Μνημόνιο, κανένα Μεσοπρόθεσμο, κανένα νομοσχέδιο. Ομως οι περισσότερες λωρίδες της λεωφόρου ήταν κλειστές. Για να κυκλοφορήσουν ασφαλή και ανενόχλητα τα επιβατηγά με τα αλεξίσφαιρα φιμέ κρύσταλλα και τα δερμάτινα καθίσματα. Αυτά που μεταφέρουν το είδος του ανθρώπου που έρχεται από έναν άλλο κόσμο να υπαγορεύσει πολιτικές. Κάθετα, στο πλάι της Βουλής παρκαρισμένες δύο κλούβες της Αστυνομίας.

Θα θυμήθηκε και το φράχτη της ντροπής που στήθηκε στο Σύνταγμα την ημέρα της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου. Ενα παραπέρασμα από ατσάλι και πλεξιγκλάς, άθραυστο, κόστους 40.000 ευρώ, ύψους 2,20 μ. και μήκους 15 μ. Με παραθυράκια που ανοίγουν μόνο από την πλευρά των ΜΑΤ, για ρίψη χημικών. Θα θυμήθηκε και τα ασφυξιογόνα, τα δακρυγόνα, τις κλομπιές, τα κλοτσίδια των πανόπλων.

Κοίταξε κατά το σύμπλεγμα Κοινοβούλιο - ένστολοι - κλούβες - λιμουζίνες - κουστουμάτοι σαν να αντίκριζε πρώτη φορά το θέαμα και μουρμούρισε αφελώς: «Αν όλοι αυτοί έκαναν κάτι καλό, θα περπατούσαν ξυπόλυτοι ανάμεσά μας, όπως ο Γκάντι». Εκείνη τη στιγμή διέκρινα στο βλέμμα αυτού που τσουβαλιάζουν ως «μέσο άνθρωπο» την αθωότητα της ενήλικης άγνοιας, την επιστροφή στο θεμελιώδες, το μεγαλειώδες παιδιάστικο «γιατί».

Η στιγμή που ο υποψιασμένος άνθρωπος θα κοιτάξει ανυποψίαστος τον κόσμο και θα αναρωτηθεί για το αυτονόητο, απηχεί ίσως τη θέση του Feyerabend, ενός από τους πιο ριζοσπάστες φιλοσόφους της επιστήμης, που συνοψίζεται στο πρόσταγμα «όλα επιτρέπονται». Τα μεγάλα breakthrough στη γνώση δεν έγιναν αναμασώντας στο διηνεκές δείκτες και στατιστικές, δεν έγιναν προπαγανδίζοντας δόγματα, παπαγαλίζοντας «οικουμενικές αλήθειες», δεν έγιναν με την προσκόλληση στα ταμπού, δεν έγιναν χωρίς τη ρήξη με το αυτονόητο. Οι ουτοπίες του σήμερα είναι συχνά οι τόποι του αύριο. Και όχι, δεν χρωστάμε σε κανέναν να απαλείψουμε αυτό το βλέμμα.

Την πρώτη φορά που είδα τον Κισλόφσκι να μιλάει, ίσως σε μία συνέντευξη για το making off της Μπλε ταινίας, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το βλέμμα του. Εβλεπα τα μάτια ενός δεκάχρονου παιδιού στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο ενός ανθρώπου μέσης ηλικίας. Ενιωθα πως το βλέμμα του εξέπεμπε αθωότητα και καλοσύνη, πως στα μάτια του σπίθιζε η φλόγα του μικρού εξερευνητή και πως, όταν χαμογελούσε, το πρόσωπό του αποκτούσε μια σκανδαλιάρικη έκφραση. Ομοια αίσθηση είχα όταν διέκρινα στη Διδώ Σωτηρίου το φιζίκ ενός κοριτσόπουλου, που όμως δεν άφησε ανέπαφο ο χρόνος. Αλλά ίσως και η εικόνα που τους προσέδιδα δεν ήταν παρά αντανακλάσεις των δικών μου προκαταλήψεων υπέρ τους, δεν ήταν παρά αποκωδικοποιήσεις του έργου τους και αισθητικές αποτιμήσεις σε μορφή φυσικών χαρακτηριστικών. Ισως και όχι.

«Ομως οι περισσότεροι άνθρωποι κατά το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής τους, και οι περισσότερες κοινωνικές ομάδες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους, ζουν με προσδοκίες λιγότερο μεγαλόπνοες» γράφει ο Χομπσμπάουμ («Επαναστάτες», εκδόσεις Θεμέλιο). Αυτή η συνθήκη δεν είναι κατανοητή, απαραίτητα, για τον διανοούμενο. Ο Μπέρτραντ Ράσελ, ο Φρέιρε, ο Κροπότκιν, η Εμα Γκόλντμαν, ο Ντάριο Φο, για να προσθέσω ελάχιστα επιπλέον παραδείγματα -εσκεμμένα μόνο ξένων διανοητών-, διατήρησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους, μέχρι τα γεράματα, ένα αμετανόητα «επαναστατικό» βλέμμα. Ο υπέργηρος Τσόμσκι, που συνεχίζει να ενοχλεί και επιχειρούν να τον απαξιώσουν αποκαλώντας τον επαγγελματία επαναστάτη, θα μας προτρέψει κάπως έτσι: Ξεκινήστε να ρωτάτε τα αυτονόητα.

Η ένδεια της «ντόπιας διανόησης», που τραγουδούσε ο Βασίλης Νικολαΐδης, φανερώθηκε. Επιβεβαιώθηκε πως τον τίτλο του διανοούμενου που περιέφερε αλαζονικά η συντριπτική πλειονότητα μεταξύ αυτών, τον οικειοποιήθηκε καταχρηστικά με παραγοντισμό, κλίκες, κρατικοδίαιτο έργο, κομματικούς μηχανισμούς και κληρονομικώ δικαιώματι. Εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, δεν είναι πως γέρασαν και γι' αυτό στράφηκαν στη συντήρηση. Είναι πως ποτέ δεν υπήρξαν διανοητές. Και κάποτε οι συνθήκες αποκάλυψαν τη γύμνια τους, όπως το παιδί στα «Καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα». Δεν σιώπησαν, όπως ο άνθρωπος στο «Σώπα, μη μιλάς» το ποίημα του Αζίζ Νεσίν. Δεν επιχείρησε κανείς να τους κλείσει το στόμα, όπως στον «Εχθρό του λαού» του Ιψεν. Δεν μιλούν, γιατί δεν έχουν τίποτα να πουν. Η κρίση, ναι, είναι ευκαιρία. Για να διαλυθούν οι αυταπάτες μας για τους αδιανόητους διανοητές μας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Blogs in Print