Έντυπη Έκδοση

Από πού φυσάει ο άνεμος

Γράφει ο Sraosha: http//sraosha2.blogspot.com

Μόλις διάβασα για τη βομβιστική επίθεση στο Μαραθώνιο της Βοστόνης. Το να μιλήσει κανείς απλώς για φρίκη και καταδίκη είναι ευτελές: κανονικά, όσοι είναι άνθρωποι αηδιάζουν με τέτοιες βαναυσότητες χωρίς να τις εντάσσουν σε κάποιο σχήμα, όπως αηδιάζουν με τις αόρατες σφαγές στη Συρία και στο Ιράκ ή με το να δολοφονείς εκατοντάδες αμάχους ανά έναν Ταλιμπάν με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν.

 Ο μάλλον φτωχός Αφγανός ή Πακιστανός που πάει σε γάμο, στο τζαμί ή στην αγορά δεν ευθύνεται περισσότερο για τα εγκλήματα (αν υπάρχουν) άλλων Αφγανών ή Πακιστανών από όσο ευθύνεται ο όχι τόσο φτωχός Βοστονέζος που συμμετέχει σε ένα όμορφο αγώνισμα για τα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑ. Οι νεκροί άμαχοι, όπως γράφτηκε στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης στο Ιντερνετ, δεν συμψηφίζονται, παρά αθροίζονται φρικτά. Αυτονόητα πράγματα που, όσο περνάει ο καιρός, πρέπει να επαναλαμβάνουμε όλο και πιο συχνά.

φωτό από βίντεο του NBC την ώρα της έκρηξης (Reuters) φωτό από βίντεο του NBC την ώρα της έκρηξης (Reuters) Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε κάπου αλλού να επαναλαμβάνουμε όσα μας απασχολούν, αυτονόητα ή μη, παρά μόνο στο Ιντερνετ. Εκεί υπάρχει επίφαση ελευθερίας, πολυφωνίας και δημοκρατικότητας, εκεί δημιουργούνται κοινότητες. Εκεί κυκλοφορούν μηνύματα, κείμενα, μουσικές, εικόνες και βίντεο. Ενα υπερμέσο, ίσως. Ομως πιο σημαντικό και από το κατά πόσον το Διαδίκτυο θα απορροφήσει την τηλεόραση, τον Τύπο και το ραδιόφωνο είναι το εξής: ποιος ελέγχει το Ιντερνετ.

Οταν μιλάω για έλεγχο δεν αναφέρομαι ούτε στο να κόψει ένα καθεστώς τα καλώδια ούτε στο να λογοκρίνει ό,τι δεν εγκρίνει ούτε στο να επιβάλει νομοθεσίες που περιορίζουν και φιμώνουν, ούτε καν στο σφράγισμα ανεπιθύμητων σέρβερ. Βεβαίως και όλα τα παραπάνω αποτελούν καταστρατηγήσεις της ελευθερίας του λόγου ή απλώς ωμές πράξεις καταστολής της. Αλλά τουλάχιστον δημιουργούν επίγνωση ότι αποτελούν λογοκρισία και καταστολή. Σχετικά με τα νέα μέσα, με το Ιντερνετ τέλος πάντων, εμένα με απασχολεί περισσότερο κάτι άλλο: ποιος ελέγχει τις τάσεις και ποιος καθορίζει τι συζητιέται, τι θεωρείται σημαντικό, τι αποτελεί καυτό ζήτημα. Ακριβώς επειδή αγνοεί ο χρήστης των κοινωνικών μέσων ή των ενημερωτικών ιστοτόπων ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται έλεγχος.

Με το τι θα ασχοληθούμε όσοι «ενημερωνόμαστε από το Διαδίκτυο» δεν προκύπτει ούτε δημοκρατικά και κατά πλειοψηφία ούτε καν μέσα στις επιμέρους διαδικτυακές κοινότητες κι ομάδες. Σε θέματα ενημέρωσης και γνώμης, λόγου χάρη, την ατζέντα την ορίζουν τα παραδοσιακότερα μέσα και κατά κύριο λόγο η τηλεόραση. Αρκεί να μπει κανείς στο τουίτερ ή στο φέισμπουκ κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα, δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού ή πολιτικής συζήτησης: λίγοι ασχολούνται με κάτι άλλο. Και ας πούμε ότι εν προκειμένω ο κόσμος ακολουθεί την επικαιρότητα: την εξ αντανακλάσεως συγκίνηση του αθλήματος ως θεάματος, την αίσθηση ανωτερότητας που δημιουργούν στον απαθή (αφού απλώς παρακολουθεί) θεατή οι όλο πάθη κι ελαττώματα διαγωνιζόμενοι των ριάλιτι, τις υλακές νεοναζιστών βουλευτών να συμπλέκονται με τον ίσκιο του πρωθυπουργού ή με τα μανικά και διψώδη ρητορικά σχήματα του κυρίου Βενιζέλου.

Η ατζέντα στο Ιντερνετ, όμως, καθορίζεται και αλλιώς. Ποδηγετείται από την επίμονη προβολή θέσεων και απόψεων που δεν είναι καινούργιες και δεν είναι πρωτότυπες και δεν είναι καθόλου μα καθόλου ορθολογικές (πρέπει γρήγορα κάποιος να αποκαταστήσει τον ορθολογισμό και το διαφωτισμό στον ελληνικό δημόσιο λόγο, προς το παρόν τον καπηλεύονται κακοί μαθητές του Νίκου Δήμου ή, χειρότερα, καλοί μαθητές της Αϊν Ραντ). Η παλιά κακή χρονογραφία του αθηναϊκού τύπου ξαναζεί και παίρνει το αίμα της πίσω τροφοδοτώντας τις διαδικτυακές συζητήσεις: με τις εικοτολογίες της, με τον καζουισμό της, με την ευλογοφάνειά της. Κείμενα που γενικώς στηλιτεύουν και ειδικώς λοιδορούν, που κατασκευάζουν ιστορίες («αφηγήματα» λέγονται πια) και μετά τις εγκαταλείπουν, που ανάγουν το «ναι μεν αλλά» σε επιχείρημα: αυτά συζητιούνται, κοινοποιούνται, ανακυκλώνονται, αναιρούνται, αποδομούνται, αλλά τελικά χρησιμοποιούνται ως πηγές και παρατίθενται.

Τελικά, ξεχνιούνται τα κείμενα που λ.χ. συζήταγαν την ακαλαισθησία του δείνα (ενώ ο ανώνυμος τάδε συνθλίβεται) και άλλα παρόμοια κείμενα παίρνουν τη θέση τους. Η ανατροφοδοτημένη τηλεόραση θα μιλήσει για «σάλο στο Ιντερνετ» με αφορμή τα κείμενα αυτά, όμως τα πάθη που εξήψαν θα καταλαγιάσουν. Κάποιοι θα κουνήσουν το κεφάλι, οι περισσότεροι θα πεισθούν ότι τίποτα τελικά δεν έχει νόημα, ότι η πολιτική είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, μια θεομηνία. Ο ακατάστατος κι ατελέσφορος θόρυβος που προκλήθηκε θα επιβεβαιώσει αυτό που ξέρουν ήδη, αυτό που πάντοτε μας έλεγαν: ότι «η αλήθεια είναι πάντοτε κάπου στη μέση», ότι «όλα εξαρτώνται από το πώς τα βλέπεις» και ότι (βεβαίως) «αυτό θα φάει τον Ελληνα: ο Ελληνας τον Ελληνα».

Κι έτσι η κυλάει η ζωή μέσα στο Διαδίκτυο, ενώ έξω από αυτό ολοένα λιγοστεύει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Blogs in Print