Blogs in Print- 20/04/2013

  • Από πού φυσάει ο άνεμος

    Γράφει ο Sraosha: http//sraosha2.blogspot.com Μόλις διάβασα για τη βομβιστική επίθεση στο Μαραθώνιο της Βοστόνης. Το να μιλήσει κανείς απλώς για φρίκη και καταδίκη είναι ευτελές: κανονικά, όσοι είναι άνθρωποι αηδιάζουν με τέτοιες βαναυσότητες χωρίς να τις εντάσσουν σε κάποιο σχήμα, όπως αηδιάζουν με τις αόρατες σφαγές στη Συρία και στο Ιράκ ή με το να δολοφονείς εκατοντάδες αμάχους ανά έναν Ταλιμπάν με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν.

     Ο μάλλον φτωχός Αφγανός ή Πακιστανός που πάει σε γάμο, στο τζαμί ή στην αγορά δεν ευθύνεται περισσότερο για τα εγκλήματα (αν υπάρχουν) άλλων Αφγανών ή Πακιστανών από όσο ευθύνεται ο όχι τόσο φτωχός Βοστονέζος που συμμετέχει σε ένα όμορφο αγώνισμα για τα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑ. Οι νεκροί άμαχοι, όπως γράφτηκε στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης στο Ιντερνετ, δεν συμψηφίζονται, παρά αθροίζονται φρικτά. Αυτονόητα πράγματα που, όσο περνάει ο καιρός, πρέπει να επαναλαμβάνουμε όλο και πιο συχνά.

    φωτό από βίντεο του NBC την ώρα της έκρηξης (Reuters) φωτό από βίντεο του NBC την ώρα της έκρηξης (Reuters) Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε κάπου αλλού να επαναλαμβάνουμε όσα μας απασχολούν, αυτονόητα ή μη, παρά μόνο στο Ιντερνετ. Εκεί υπάρχει επίφαση ελευθερίας, πολυφωνίας και δημοκρατικότητας, εκεί δημιουργούνται κοινότητες. Εκεί κυκλοφορούν μηνύματα, κείμενα, μουσικές, εικόνες και βίντεο. Ενα υπερμέσο, ίσως. Ομως πιο σημαντικό και από το κατά πόσον το Διαδίκτυο θα απορροφήσει την τηλεόραση, τον Τύπο και το ραδιόφωνο είναι το εξής: ποιος ελέγχει το Ιντερνετ.

    Οταν μιλάω για έλεγχο δεν αναφέρομαι ούτε στο να κόψει ένα καθεστώς τα καλώδια ούτε στο να λογοκρίνει ό,τι δεν εγκρίνει ούτε στο να επιβάλει νομοθεσίες που περιορίζουν και φιμώνουν, ούτε καν στο σφράγισμα ανεπιθύμητων σέρβερ. Βεβαίως και όλα τα παραπάνω αποτελούν καταστρατηγήσεις της ελευθερίας του λόγου ή απλώς ωμές πράξεις καταστολής της. Αλλά τουλάχιστον δημιουργούν επίγνωση ότι αποτελούν λογοκρισία και καταστολή. Σχετικά με τα νέα μέσα, με το Ιντερνετ τέλος πάντων, εμένα με απασχολεί περισσότερο κάτι άλλο: ποιος ελέγχει τις τάσεις και ποιος καθορίζει τι συζητιέται, τι θεωρείται σημαντικό, τι αποτελεί καυτό ζήτημα. Ακριβώς επειδή αγνοεί ο χρήστης των κοινωνικών μέσων ή των ενημερωτικών ιστοτόπων ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται έλεγχος.

    Με το τι θα ασχοληθούμε όσοι «ενημερωνόμαστε από το Διαδίκτυο» δεν προκύπτει ούτε δημοκρατικά και κατά πλειοψηφία ούτε καν μέσα στις επιμέρους διαδικτυακές κοινότητες κι ομάδες. Σε θέματα ενημέρωσης και γνώμης, λόγου χάρη, την ατζέντα την ορίζουν τα παραδοσιακότερα μέσα και κατά κύριο λόγο η τηλεόραση. Αρκεί να μπει κανείς στο τουίτερ ή στο φέισμπουκ κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα, δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού ή πολιτικής συζήτησης: λίγοι ασχολούνται με κάτι άλλο. Και ας πούμε ότι εν προκειμένω ο κόσμος ακολουθεί την επικαιρότητα: την εξ αντανακλάσεως συγκίνηση του αθλήματος ως θεάματος, την αίσθηση ανωτερότητας που δημιουργούν στον απαθή (αφού απλώς παρακολουθεί) θεατή οι όλο πάθη κι ελαττώματα διαγωνιζόμενοι των ριάλιτι, τις υλακές νεοναζιστών βουλευτών να συμπλέκονται με τον ίσκιο του πρωθυπουργού ή με τα μανικά και διψώδη ρητορικά σχήματα του κυρίου Βενιζέλου.

    Η ατζέντα στο Ιντερνετ, όμως, καθορίζεται και αλλιώς. Ποδηγετείται από την επίμονη προβολή θέσεων και απόψεων που δεν είναι καινούργιες και δεν είναι πρωτότυπες και δεν είναι καθόλου μα καθόλου ορθολογικές (πρέπει γρήγορα κάποιος να αποκαταστήσει τον ορθολογισμό και το διαφωτισμό στον ελληνικό δημόσιο λόγο, προς το παρόν τον καπηλεύονται κακοί μαθητές του Νίκου Δήμου ή, χειρότερα, καλοί μαθητές της Αϊν Ραντ). Η παλιά κακή χρονογραφία του αθηναϊκού τύπου ξαναζεί και παίρνει το αίμα της πίσω τροφοδοτώντας τις διαδικτυακές συζητήσεις: με τις εικοτολογίες της, με τον καζουισμό της, με την ευλογοφάνειά της. Κείμενα που γενικώς στηλιτεύουν και ειδικώς λοιδορούν, που κατασκευάζουν ιστορίες («αφηγήματα» λέγονται πια) και μετά τις εγκαταλείπουν, που ανάγουν το «ναι μεν αλλά» σε επιχείρημα: αυτά συζητιούνται, κοινοποιούνται, ανακυκλώνονται, αναιρούνται, αποδομούνται, αλλά τελικά χρησιμοποιούνται ως πηγές και παρατίθενται.

    Τελικά, ξεχνιούνται τα κείμενα που λ.χ. συζήταγαν την ακαλαισθησία του δείνα (ενώ ο ανώνυμος τάδε συνθλίβεται) και άλλα παρόμοια κείμενα παίρνουν τη θέση τους. Η ανατροφοδοτημένη τηλεόραση θα μιλήσει για «σάλο στο Ιντερνετ» με αφορμή τα κείμενα αυτά, όμως τα πάθη που εξήψαν θα καταλαγιάσουν. Κάποιοι θα κουνήσουν το κεφάλι, οι περισσότεροι θα πεισθούν ότι τίποτα τελικά δεν έχει νόημα, ότι η πολιτική είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, μια θεομηνία. Ο ακατάστατος κι ατελέσφορος θόρυβος που προκλήθηκε θα επιβεβαιώσει αυτό που ξέρουν ήδη, αυτό που πάντοτε μας έλεγαν: ότι «η αλήθεια είναι πάντοτε κάπου στη μέση», ότι «όλα εξαρτώνται από το πώς τα βλέπεις» και ότι (βεβαίως) «αυτό θα φάει τον Ελληνα: ο Ελληνας τον Ελληνα».

    Κι έτσι η κυλάει η ζωή μέσα στο Διαδίκτυο, ενώ έξω από αυτό ολοένα λιγοστεύει.

  • «Σαν απόκληρος γυρίζω»

    Γράφει η Niemandsrose: http://niemandsrose-niemandsrose. blogspot.gr/ Γαιοκτήμονες και επιστάτες πυροβολούν καμιά διακοσαριά μετανάστες εργάτες γιατί ζητούν τα μεροκάματα που τους χρωστάνε έξι μήνες. Στο «Τζάνγκο, ο τιμωρός», την τελευταία ταινία του Ταραντίνο, επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά πως οι κολαούζοι είναι συχνά πιο ανελέητοι από τα διεφθαρμένα αφεντικά τους.

    Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα. Εδιναν 25 σεντς ο καθένας για να κοιμηθούν δεκάδες μαζί σε υπόγεια! Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα. Εδιναν 25 σεντς ο καθένας για να κοιμηθούν δεκάδες μαζί σε υπόγεια! Και έτσι, οι υποτακτικοί εξασκούν τη βαναυσότητά τους στον πιο αδύναμο αποβλέποντας στην εύνοια του ισχυρού, είτε πρόκειται για μια κυβέρνηση απέναντι σε μια τρόικα είτε για δημοσιογράφο απέναντι σε καναλάρχη είτε για προϊστάμενο απέναντι σε εργοδότη.

    Ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, ζουν σε πιο άθλιες συνθήκες από εκείνες που περιγράφουν οι Μπουρνόβα και Προγουλάκης για τον αγροτικό κόσμο στην Ελλάδα του 1830-1871: «Τα σπίτια των φτωχών χωρικών αποτελούνταν από ένα δωμάτιο που φωτιζόταν από ένα ή δύο παράθυρα, χωρίς τζάμια. Ο μισός χώρος καταλαμβανόταν από την οικογένεια και ο υπόλοιπος από τα ζώα». Πολλοί από τους μετανάστες ζουν στο ύπαιθρο της Μανολάδας.

    Ζωντανεύει μια φωτογραφία του J. Α. Riis που είδα πριν από αρκετούς μήνες στο περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη»: Ελληνες εργάτες, μετανάστες, πάμφτωχοι, στοιβαγμένοι σε κουκέτες σε μια τρώγλη στο Μανχάταν του 1898. Στο ίδιο δωμάτιο, μια σόμπα, κατσαρολικά και τεράστιοι μπόγοι από σεντόνια με τα χρειαζούμενα του ξενιτεμένου. Ομοιο σκηνικό με τα σύγχρονα διαμερίσματα μεταναστών στη Σοφοκλέους. Δεκαπέντε άτομα σε πενήντα τετραγωνικά.

    Είναι όλοι ξένοι. Και οι δικοί μας και οι αλλοδαποί. Δεν υπάρχει «ο τόπος μου» γι' αυτόν που έχει μόνο τα δυο του χέρια. Υπάρχει μόνο δυστοπία. Ακόμη και τα δυο του χέρια περισσεύουν. Γι' αυτό στην Ινδία, στο «Slumdog Millionaire» του Ντάνι Μπόιλ, κάποιος στήνει μια επικερδή μπίζνα: συγκεντρώνει ορφανά και απροστάτευτα παιδάκια από τους δρόμους της Βομβάης με την πρόφαση ότι θα τους παρέχει στέγη, τροφή και εκπαίδευση στην ιδιωτική του Αμυγδαλέζα. Στη συνέχεια τα ακρωτηριάζει ή τα τυφλώνει και τα αμολάει πάλι στους δρόμους ως επαγγελματίες επαίτες πια.

    Μετά, έξω απ' τα κινηματογραφικά πλατό, δυο παλάμες χωρίς δάχτυλα κρατούν με δυσκολία ένα πακέτο χαρτομάντιλα πλάι στο παράθυρο του οδηγού. Εκείνος θα ψελλίσει κάποια βρισιά, θα κάνει μια χειρονομία άρνησης ή θα στρέψει αλλού το βλέμμα του. Δεν θα αγοράσει τα χαρτομάντιλα που του προσφέρει ο Πακιστανός γιατί ξέρει για τα κυκλώματα σύγχρονης δουλείας που μεταφέρουν σε βάρκες σκυλοπνίχτες ανάπηρους πένητες για να ζητιανεύουν στα φανάρια. Θα πατήσει γκάζι και θα τον προσπεράσει με τη συνείδησή του ήσυχη. Το παρακλητικό βλέμμα και το χαμόγελο με τα χαλασμένα δόντια του ανθρώπου θα συντριβούν το επόμενο λεπτό κάτω απ' τους τροχούς της βεβαιότητας.

    Η Ευρώπη ξυπνάει δήθεν αλαφιασμένη από τους πυροβολισμούς, καταφεύγοντας στον ανέξοδο χειρισμό της «διεθνούς κατακραυγής» για το μεταναστευτικό. Αν ήταν κυβέρνηση σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και πραγματοποιούσε την εξαγγελία του για παραχώρηση ταξιδιωτικών εγγράφων για τους μετανάστες που θέλουν να αποχωρήσουν από τα ελληνικά εδάφη για πιο πλούσιες χώρες της Ε.Ε., πώς θα αντιδρούσε άραγε η πεφωτισμένη Δύση;

    Ωστόσο, από το φαντασιακό του αναπτυγμένου κόσμου έρχεται κι αυτή η είδηση που διάβαζα δυο μήνες πριν: «Οι εργαζόμενοι στις αποθήκες της γνωστής βρετανικής αλυσίδας σουπερμάρκετ Tesco πρέπει να φορούν ψηφιακές συσκευές στο χέρι τους που θα μετρούν τις επιδόσεις τους. [...] Οι εργάτες στο κέντρο διανομής, που φορούν υποχρεωτικά από τη διοίκηση της εταιρείας τη συγκεκριμένη συσκευή μέτρησης, "βαθμολογήθηκαν" χαμηλά, επειδή έκαναν διάλειμμα ή πήγαν στην τουαλέτα». Δεν πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Δεν πρόκειται καν για προβολή από το μέλλον. Είναι ήδη παρελθόν. Χάι τεκ προνεοτερικότητα.

    Στο ένα κανάλι προβάλλεται σίριαλ όπου οι φραγκάτοι πίνουν σαμπάνια με συνοδεία φράουλας πλάι στην πισίνα, στο άλλο παίζει διαφημιστικό σποτάκι με σαρκώδη γυναικεία χείλη να δαγκώνουν ηδονικά μια φράουλα, και στο τρίτο ζαχαροπλαστική για τσιζκέικ φράουλας. Το φρούτο που μποϊκοτάρουμε συνοψίζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την πιο χαρακτηριστική σεκάνς της εποχής: σύγχρονοι δούλοι συλλέγουν τον καρπό που θα ευφράνει τους απαιτητικούς ουρανίσκους των ευγενών.

    Ανοίγω πάλι το πρώτο βιβλίο που διάβασα, την «Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά». Και δεν μου μοιάζει πια ούτε τόσο μακρινό στο χρόνο ούτε τόσο μακρινό στο χώρο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα