Ιστορικά- 14/04/2013

  • ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΤΗΤΑ

    Οταν η Ιστορία γίνεται πεδίο ιδεο-λογικού πολέμου

    Αντιμαχόμενες κοινωνικοπολιτικές ομάδες δίνουν τη δική τους εκδοχή και το δικό τους νόημα, όχι μόνο σε ιδέες αλλά και σε ιστορικά γεγονότα. Οι κυρίαρχες απόψεις αμφισβη-τούνται και οι αντιπαραθέσεις για το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων είναι μόνο ένα μέρος των ιδεολογικών «ιστορικών πολέμων».

    Η Γενοκτονία των Αρμενίων, που διέπραξαν οι Νεότουρκοι μεταξύ 1917-1919, δεν έτυχε της παγκόσμιας ιστορικής αποδοχής όπως το Ολοκαύτωμα των Εβραίων από τους ναζί (φωτ. Reuters) Η Γενοκτονία των Αρμενίων, που διέπραξαν οι Νεότουρκοι μεταξύ 1917-1919, δεν έτυχε της παγκόσμιας ιστορικής αποδοχής όπως το Ολοκαύτωμα των Εβραίων από τους ναζί (φωτ. Reuters) Την επίσημη Ιστορία τη γράφουν πάντα οι νικητές, και η προσπάθεια των ηττημένων να αναδείξουν και αυτοί τη δική τους ιστορική εμπειρία αποτελεί τις περισσότερες φορές μια επώδυνη περιπέτεια.

    Η σχετικά πρόσφατη δημόσια και επιστημονική αντιπαράθεση για τα σχολικά βιβλία και τον τρόπο που αντιμετωπίζονται συγκεκριμένα ιστορικά θέματα δίχασε με πρωτοφανή τρόπο την ελληνική κοινωνία. Η διεκδίκηση της ιστορικής ορθότητας και της κυριαρχίας μιας συγκεκριμένης ερευνητικής ματιάς φαίνεται ότι αποκτά πλέον κεντρική θέση στις ιδεολογικές διεργασίες. Αντιμαχόμενες κοινωνικοπολιτικές ομάδες δίνουν το δικό τους νόημα σε ιδέες και ιστορικά γεγονότα. Οι κατεστημένες κυρίαρχες απόψεις αμφισβητούνται και το ιστορικό παρελθόν διεκδικείται πλέον από τις πάλαι ποτέ αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες. Η διαμόρφωση ενιαίου ιστορικού αφηγήματος μετατρέπεται σε κοινωνικό κίνημα που επιδιώκει την ενσωμάτωση κάθε ιδιαίτερης ιστορικής εμπειρίας στο αφήγημα.

    «Αντι-μνήμη»

    Το ιστορικό παρελθόν φαίνεται να υπόκειται σε πολλαπλές αναγνώσεις. Η «αντι-μνήμη», δηλαδή ο χώρος της μνήμης που διαμορφώνεται από τα κάτω, αμφισβητεί τα κυρίαρχα αφηγήματα. Το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί η μνήμη των προσφύγων του '22, απαγορευμένη έως τη δεκαετία του '80, όσον αφορά τις πολιτικές ερμηνείες. Με το αίτημα που διατυπώθηκε από τις προσφυγικές οργανώσεις για την αναγνώριση της Γενοκτονίας που υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό την περίοδο 1914-1923, αλλά και με την κριτική που άσκησαν, τόσο προς τις ελλαδικές ελίτ για την αρνητική τους στάση όσο και προς το σταλινισμό για τη μεταχείριση αυτών που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, αμφισβήτησαν το σύνολο των κυρίαρχων ιδεολογημάτων και την απαίτηση για επιλεκτική λήθη.

    Εκτός όμως από τις προσπάθειες των αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων, εμφανίζεται σήμερα και η τάση της Νέας Δεξιάς, που επιχειρεί μια περισσότερο συντηρητική ανάγνωση της Ιστορίας.

    Ελληνικές συγκρούσεις

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πάλη των ιδεών στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής περιόδου και η προσπάθεια των αποκλεισμένων ερμηνειών να εδραιώσουν την παρουσία τους στο χώρο των ιστορικών αφηγημάτων. Ο ιδεολογικός και πολιτικός διχασμός υπάρχει και εκφράζεται έντονα με τις διαμάχες για τον Εμφύλιο και τη Γενοκτονία στη Μικρά Ασία, αλλά και τις σταλινικές διώξεις στην ΕΣΣΔ κατά της ελληνικής μειονότητας και τη σφαγή στο Κατίν από τους Σοβιετικούς. Παρ' ότι οι συμμετέχοντες στις σκληρές ιδεολογικές συγκρούσεις διακηρύσσουν ότι «η επιστημονική έρευνα δεν μπορεί ούτε να υπηρετεί πολιτικές ή ιδεολογικές σκοπιμότητες ούτε να αναπαράγει τον περιρρέοντα ιστορικό κομφορμισμό», εντούτοις η υποκειμενική προσέγγιση παραμένει κυρίαρχη. Ενδιαφέρον έχουν τα πεδία όπου πραγματοποιείται αυτή η πάλη των ιδεών και κατατίθενται οι διαφορετικές προσεγγίσεις για τα επίμαχα γεγονότα:

    - Οι ερμηνείες της Αριστεράς για τα γεγονότα της δεκαετίας του '40, την Κατοχή και τον Εμφύλιο θα καταφέρουν να υπερκεράσουν κατά τη Μεταπολίτευση τις εκδοχές των νικητών του Εμφυλίου, για να αμφισβητηθούν κατά την τελευταία δεκαετία από μια ομάδα νέων ιστορικών, που θα κατηγορηθούν με τη σειρά τους από τους αντιπάλους τους ότι καταφεύγουν σε απλοϊκά και παραδοσιακά σχήματα.

    - Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων από τους ναζί δεν θα συναντήσει γενικευμένη άρνηση, πλην των ελάχιστων περιθωριακών ακροδεξιών ομάδων. Ομως, μόνο κατά τα τελευταία χρόνια θα καταφέρει με δυσκολία να καταλάβει τη θέση που του ανήκει στην ελλαδική ιστορία, και ειδικότερα στην τοπική ιστορία της Θεσσαλονίκης.

    - Η προσπάθεια των οργανώσεων των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής να προτείνουν ένα άλλο ερμηνευτικό μοντέλο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου θα συναντήσει σφοδρή αντίδραση, αρχικά από το συντηρητικό φιλοΝΑΤΟϊκό πολιτικό χώρο και στη συνέχεια από τον παραδοσιακό αριστερό. Η καθιέρωση κατά τη δεκαετία του '90 των Ημερών Μνήμης για τις Γενοκτονίες που διέπραξαν οι Νεότουρκοι εθνικιστές κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ελάχιστα άλλαξε τα φιλοκεμαλικά ελλαδικά στερεότυπα, ενώ αντίθετα παρατηρήθηκε η εμφάνιση ενός μεγάλου ρεύματος αρνητών της Γενοκτονίας. Οι διαφωνίες αγγίζουν τον πυρήνα διαμόρφωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας. Οι αρνητές εκφράζουν επί της ουσίας την ίδια την υπαρξιακή ανάγκη του συστήματος, το οποίο εντέλει βγήκε κερδισμένο από τη μεγάλη Καταστροφή, της οποίας θύματα υπήρξαν αποκλειστικά και μόνον οι Ελληνες της Ανατολής και οι μουσουλμάνοι «αντάλλαξιμοι» απ' την Ελλάδα.

    Η «Ινδοκίνα των Ελλήνων»

    - Η πρόσφατη ακύρωση της Δίκης των ενόχων της Μικρασιατικής Καταστροφής εντάσσεται στην παραπάνω ενότητα ιδεολογικών συγκρούσεων για την Ιστορία. Οι φορείς της σύγκρουσης αυτής, που σχετίζονταν με το φιλομοναρχικό και φιλομεταξικό χώρο, προσπάθησαν πετυχημένα να εμπλέξουν στις επιδιώξεις τους και τον Αρειο Πάγο. Διεκδικώντας την απαλλαγή από τις ευθύνες των πολιτικών ηγετών εκείνης της περιόδου, επί της ουσίας αμφισβητούσαν την παλιά μεσοπολεμική σύμβαση πολιτικής συνύπαρξης μεταξύ Ελλαδικών και Μικρασιατών προσφύγων. Στο σημείο αυτό διαπιστώθηκε μια εντυπωσιακή ενιαία αντίληψη για τα γεγονότα που συνέβησαν στην Ανατολή κατά τον οριστικό γεωπολιτικό μετασχηματισμό (1908-1923). Και αυτό παρατηρήθηκε σ' ένα φάσμα φαινομενικά αντιδιαμετρικών ιδεολογιών, που συμβολοποιήθηκε κατά καιρούς με ενδιαφέροντες παραλληλισμούς: η Μικρά Ασία υπήρξε για τον «Ιό» «το Βιετνάμ των Ελλήνων», για το Δίκτυο '21 «η Κορέα των Ελλήνων», ενώ στο σκεπτικό του Αρείου Πάγου για «αθώωση» των υπευθύνων για τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Μικρά Ασία υπήρξε «η Ινδοκίνα των Ελλήνων».

    Εξάπλωση της τραυματικής μνήμης

    Ο «σύντομος» 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας που καλλιέργησε μια μορφή δυστυχισμένης και ηθικολογούσας ιστορικής συνείδησης

    Η κυριαρχία της αρνητικής μνήμης και των ακραία τραυματικών εμπειριών είναι η κληρονομιά που άφησε στον 21ο αιώνα ο «σύντομος» 20ός αιώνας. Ο αιώνας των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών, του Ολοκαυτώματος και του πυρηνικού τρόμου. Ο αιώνας που καλλιέργησε μια μορφή δυστυχισμένης και ηθικολογούσας ιστορικής συνείδησης, που αντιμετωπίζει την Ιστορία σαν εφιάλτη ή σαν αέναο κύκλο φρίκης και αίματος.

    Μια σειρά εξελίξεων οδηγούν τις σύγχρονες κοινωνίες στην αναψηλάφηση του πρόσφατου συνήθως παρελθόντος τους, στην εμμονική σχεδόν ενασχόληση με αυτό, στην ποινικοποίηση της ιστορικής μνήμης, καθώς και σε συμβολικούς/«εικονικούς» πολέμους για την ερμηνεία και τη νοηματοδότησή του. Ποιες είναι οι εξελίξεις αυτές; Δεσπόζει ο πληθωρισμός της τραυματικής μνήμης που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

    Τέλος της αποικιοκρατίας

    Η τραυματική μνήμη εξαπλώνεται με αλλεπάλληλα κύματα, κυρίως μετά το τέλος της αποικιοκρατίας, την επίγνωση της απόλυτης φρίκης των ναζιστικών εξοντωτικών πρακτικών, αλλά και της δυστοπίας των σταλινικών και μαοϊκών κολαστηρίων, όπως επίσης μετά την πτώση των δικτατοριών στη Λατινική Αμερική, την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και το λεγόμενο «τέλος των μεγάλων αφηγημάτων» της προόδου, της ελευθερίας και της παγκόσμιας χειραφέτησης.

    Ο πληθωρισμός της τραυματικής μνήμης, σε συνδυασμό με τον εγκλεισμό των Δυτικών, κατά κύριο λόγο, κοινωνιών στην παροντιστική τους ναρκισσιστική ευδαιμονία (τουλάχιστον έως τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα που διανύουμε), ο οποίος συνεπιφέρει άλλωστε τη δραστική συρρίκνωση του ορίζοντα προσδοκιών τους, δηλαδή τον περιορισμό της δημιουργικής τους βούλησης, σηματοδοτεί την ίδια την κρίση νοήματος που ταλανίζει τη δυτική κουλτούρα.

    Η νομική κατηγορία «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» έκανε την εμφάνισή της για πρώτη φορά στις 24 Μαΐου 1915 στο κείμενο της διακήρυξης της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας αναφορικά με την επιχειρούμενη από το τουρκικό κράτος γενοκτονία εις βάρος των Αρμενίων, που κατέληξε, ως γνωστόν, στην εξόντωση 800.000-1.500.000 ανθρώπων. Η διακήρυξη αυτή αποτέλεσε στη συνέχεια το νομικό προηγούμενο για τη διεξαγωγή των Δικών της Νυρεμβέργης το 1945-1946.

    Οι γενοκτονίες

    Η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας κατέστησε τις σχετικές διατάξεις κανόνα του Διεθνούς Δικαίου στις 9 Δεκεμβρίου 1948. Στις μέρες μας υπάρχουν χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Γαλλία, το Ισραήλ, η Αγγλία, η Αυστραλία και ο Καναδάς, οι οποίες έχουν συμπεριλάβει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην εθνική τους νομολογία.

    Είναι προφανές ότι οι αντιτιθέμενες ερμηνείες και αποτιμήσεις του παρελθόντος, οι επιλεκτικές αποσιωπήσεις ιστορικών γεγονότων ή ευθυνών ή η προσκόλληση στην τραυματική μνήμη και η σχεδόν θρησκειοποίησή της, δεν σχετίζονται τόσο με το ίδιο το παρελθόν όσο με το εκάστοτε παρόν. Και, ειδικότερα, με τους τρόπους που το παρόν επινοεί για να εγκολπώσει στα διαγκωνιζόμενα ιστορικά αφηγήματα όψεις του παρελθόντος, ώστε να νομιμοποιήσει ή να απονομιμοποιήσει εδραιωμένες δομές εξουσίας και ερμηνευτικά σχήματα που εμπλέκονται στη συγκρότηση των συλλογικών ταυτοτήτων και των μορφών ιστορικής συνείδησης.

    Αυτό σημαίνει ότι, παρά το έντονο ηθικό τους φορτίο -ή ίσως και εξαιτίας αυτού-, οι συμβολικοί πόλεμοι πρέπει μάλλον να αντιμετωπίζονται σαν διαμάχες για την ιδεολογική ηγεμονία, την πολιτική κυριαρχία και την επιβολή της ισχύος σε διεθνές ή διακρατικό επίπεδο. Επομένως, για να είμαστε ρεαλιστές, πολύ λιγότερο αφορούν την ιστορική αλήθεια και την ηθική δικαίωση των θυμάτων.

    Ο Τ. Todorov γράφει: «Είναι μάταιο να απαιτούμε από έναν Γάλλο, έναν Γερμανό ή έναν Πολωνό να έχουν την ίδια μνήμη του παρελθόντος - θα ήταν σαν να τους ζητούσαμε να απαρνηθούν την ένταξη στην κοινότητά τους. Απεναντίας, είναι δυνατόν να τους ζητήσουμε να λαμβάνουν υπ' όψιν τους την οπτική των άλλων, να εντοπίζουν ομοιότητες και διαφορές και να τις τοποθετούν σε ένα γενικό πλάνο».

    Η ακραία ιδεολογικοποίηση της ιστορίας του 20ού αιώνα και ο αυτάρεσκος παροντισμός των Δυτικών μετανεοτερικών κοινωνιών αποτελούν τους δύο καθοριστικούς παράγοντες που προετοίμασαν το έδαφος για τη διαρκή παρουσία και την παραδειγματική/ φρονηματιστική λειτουργία του επίμαχου και ιδίως του τραυματικού παρελθόντος στο παρόν, και ειδικότερα για την ανάδυση και συνεχή ενδυνάμωση της εμμονής -και της διανόησης και της πολιτικής τάξης, αλλά και της κοινής γνώμης- στην τραυματική μνήμη.

    Τα ιστορικά τραύματα

    Η μνήμη αυτή, αντί να καταπραΰνει ή να επουλώνει, απεναντίας αναβιώνει τα ιστορικά τραύματα, τις συγκρούσεις και τους διχασμούς του παρελθόντος. Οδηγεί σε «μνημονικές κρίσεις», στην ουσία σε κρίσεις ιδεολογικής ηγεμονίας, στις οποίες διακυβεύεται συνήθως η αυτο-αντίληψη του έθνους ή των αντιμαχόμενων πολιτικών παρατάξεων, καθώς και η σχέση ταυτότητας-ετερότητας, οι οποίες δεν μπορεί παρά να έχουν οργανική συνάφεια με τον τρόπο αντιμετώπισης των «σκοτεινών σελίδων» του παρελθόντος και συνεπώς με τον κανόνα της επίσημης Ιστορίας.

    Η υπαρξιακή αναμέτρηση των σύγχρονων κοινωνιών με το παρελθόν τους αντανακλάται κατ' εξοχήν στην πρωτόγνωρη εκδήλωση ενδιαφέροντος αναφορικά με τους σκοπούς, το περιεχόμενο και τη διδακτική μεθοδολογία της σχολικής Ιστορίας, η οποία εξακολουθεί, σε πείσμα του εκδημοκρατισμού της ιστορικής κουλτούρας, να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση του συνανήκειν, την ιστορική συνείδηση και την πολιτική κοινωνικοποίηση των νέων.

  • Εξάπλωση της τραυματικής μνήμης

    Ο «σύντομος» 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας που καλλιέργησε μια μορφή δυστυχισμένης και ηθικολογούσας ιστορικής συνείδησης Η κυριαρχία της αρνητικής μνήμης και των ακραία τραυματικών εμπειριών είναι η κληρονομιά που άφησε στον 21ο αιώνα ο «σύντομος» 20ός αιώνας. Ο αιώνας των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών, του Ολοκαυτώματος και του πυρηνικού τρόμου. Ο αιώνας που καλλιέργησε μια μορφή δυστυχισμένης και ηθικολογούσας ιστορικής συνείδησης, που αντιμετωπίζει την Ιστορία σαν εφιάλτη ή σαν αέναο κύκλο φρίκης και αίματος.

    Μια σειρά εξελίξεων οδηγούν τις σύγχρονες κοινωνίες στην αναψηλάφηση του πρόσφατου συνήθως παρελθόντος τους, στην εμμονική σχεδόν ενασχόληση με αυτό, στην ποινικοποίηση της ιστορικής μνήμης, καθώς και σε συμβολικούς/«εικονικούς» πολέμους για την ερμηνεία και τη νοηματοδότησή του. Ποιες είναι οι εξελίξεις αυτές; Δεσπόζει ο πληθωρισμός της τραυματικής μνήμης που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

    Τέλος της αποικιοκρατίας

    Η τραυματική μνήμη εξαπλώνεται με αλλεπάλληλα κύματα, κυρίως μετά το τέλος της αποικιοκρατίας, την επίγνωση της απόλυτης φρίκης των ναζιστικών εξοντωτικών πρακτικών, αλλά και της δυστοπίας των σταλινικών και μαοϊκών κολαστηρίων, όπως επίσης μετά την πτώση των δικτατοριών στη Λατινική Αμερική, την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και το λεγόμενο «τέλος των μεγάλων αφηγημάτων» της προόδου, της ελευθερίας και της παγκόσμιας χειραφέτησης.

    Ο πληθωρισμός της τραυματικής μνήμης, σε συνδυασμό με τον εγκλεισμό των Δυτικών, κατά κύριο λόγο, κοινωνιών στην παροντιστική τους ναρκισσιστική ευδαιμονία (τουλάχιστον έως τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα που διανύουμε), ο οποίος συνεπιφέρει άλλωστε τη δραστική συρρίκνωση του ορίζοντα προσδοκιών τους, δηλαδή τον περιορισμό της δημιουργικής τους βούλησης, σηματοδοτεί την ίδια την κρίση νοήματος που ταλανίζει τη δυτική κουλτούρα.

    Η νομική κατηγορία «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» έκανε την εμφάνισή της για πρώτη φορά στις 24 Μαΐου 1915 στο κείμενο της διακήρυξης της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας αναφορικά με την επιχειρούμενη από το τουρκικό κράτος γενοκτονία εις βάρος των Αρμενίων, που κατέληξε, ως γνωστόν, στην εξόντωση 800.000-1.500.000 ανθρώπων. Η διακήρυξη αυτή αποτέλεσε στη συνέχεια το νομικό προηγούμενο για τη διεξαγωγή των Δικών της Νυρεμβέργης το 1945-1946.

    Οι γενοκτονίες

    Η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας κατέστησε τις σχετικές διατάξεις κανόνα του Διεθνούς Δικαίου στις 9 Δεκεμβρίου 1948. Στις μέρες μας υπάρχουν χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Γαλλία, το Ισραήλ, η Αγγλία, η Αυστραλία και ο Καναδάς, οι οποίες έχουν συμπεριλάβει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην εθνική τους νομολογία.

    Είναι προφανές ότι οι αντιτιθέμενες ερμηνείες και αποτιμήσεις του παρελθόντος, οι επιλεκτικές αποσιωπήσεις ιστορικών γεγονότων ή ευθυνών ή η προσκόλληση στην τραυματική μνήμη και η σχεδόν θρησκειοποίησή της, δεν σχετίζονται τόσο με το ίδιο το παρελθόν όσο με το εκάστοτε παρόν. Και, ειδικότερα, με τους τρόπους που το παρόν επινοεί για να εγκολπώσει στα διαγκωνιζόμενα ιστορικά αφηγήματα όψεις του παρελθόντος, ώστε να νομιμοποιήσει ή να απονομιμοποιήσει εδραιωμένες δομές εξουσίας και ερμηνευτικά σχήματα που εμπλέκονται στη συγκρότηση των συλλογικών ταυτοτήτων και των μορφών ιστορικής συνείδησης.

    Αυτό σημαίνει ότι, παρά το έντονο ηθικό τους φορτίο -ή ίσως και εξαιτίας αυτού-, οι συμβολικοί πόλεμοι πρέπει μάλλον να αντιμετωπίζονται σαν διαμάχες για την ιδεολογική ηγεμονία, την πολιτική κυριαρχία και την επιβολή της ισχύος σε διεθνές ή διακρατικό επίπεδο. Επομένως, για να είμαστε ρεαλιστές, πολύ λιγότερο αφορούν την ιστορική αλήθεια και την ηθική δικαίωση των θυμάτων.

    Ο Τ. Todorov γράφει: «Είναι μάταιο να απαιτούμε από έναν Γάλλο, έναν Γερμανό ή έναν Πολωνό να έχουν την ίδια μνήμη του παρελθόντος - θα ήταν σαν να τους ζητούσαμε να απαρνηθούν την ένταξη στην κοινότητά τους. Απεναντίας, είναι δυνατόν να τους ζητήσουμε να λαμβάνουν υπ' όψιν τους την οπτική των άλλων, να εντοπίζουν ομοιότητες και διαφορές και να τις τοποθετούν σε ένα γενικό πλάνο».

    Η ακραία ιδεολογικοποίηση της ιστορίας του 20ού αιώνα και ο αυτάρεσκος παροντισμός των Δυτικών μετανεοτερικών κοινωνιών αποτελούν τους δύο καθοριστικούς παράγοντες που προετοίμασαν το έδαφος για τη διαρκή παρουσία και την παραδειγματική/ φρονηματιστική λειτουργία του επίμαχου και ιδίως του τραυματικού παρελθόντος στο παρόν, και ειδικότερα για την ανάδυση και συνεχή ενδυνάμωση της εμμονής -και της διανόησης και της πολιτικής τάξης, αλλά και της κοινής γνώμης- στην τραυματική μνήμη.

    Τα ιστορικά τραύματα

    Η μνήμη αυτή, αντί να καταπραΰνει ή να επουλώνει, απεναντίας αναβιώνει τα ιστορικά τραύματα, τις συγκρούσεις και τους διχασμούς του παρελθόντος. Οδηγεί σε «μνημονικές κρίσεις», στην ουσία σε κρίσεις ιδεολογικής ηγεμονίας, στις οποίες διακυβεύεται συνήθως η αυτο-αντίληψη του έθνους ή των αντιμαχόμενων πολιτικών παρατάξεων, καθώς και η σχέση ταυτότητας-ετερότητας, οι οποίες δεν μπορεί παρά να έχουν οργανική συνάφεια με τον τρόπο αντιμετώπισης των «σκοτεινών σελίδων» του παρελθόντος και συνεπώς με τον κανόνα της επίσημης Ιστορίας.

    Η υπαρξιακή αναμέτρηση των σύγχρονων κοινωνιών με το παρελθόν τους αντανακλάται κατ' εξοχήν στην πρωτόγνωρη εκδήλωση ενδιαφέροντος αναφορικά με τους σκοπούς, το περιεχόμενο και τη διδακτική μεθοδολογία της σχολικής Ιστορίας, η οποία εξακολουθεί, σε πείσμα του εκδημοκρατισμού της ιστορικής κουλτούρας, να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση του συνανήκειν, την ιστορική συνείδηση και την πολιτική κοινωνικοποίηση των νέων.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Επιστήμη & Τεχνολογία