Τα υπόλοιπα στη σιωπή- 16/03/2014

  • Γενικεύσεις

    Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. στην Κίνα, μια μητέρα που έχασε το μοναδικό παιδί της, πληροφορήθηκε πως στη διπλανή πόλη είχε φθάσει κάποιος ονόματι Βούδας, που έκανε θαύματα. Πήγε, λοιπόν, να τον βρει με το νεκρό παιδί στην αγκαλιά να τον παρακαλέσει να το αναστήσει. Εκείνος της απάντησε ότι θα ικανοποιούσε την επιθυμία της, αν του έφερνε ένα κλαδί από τον κήπο ενός σπιτιού της περιοχής, στο οποίο τα τελευταία χρόνια δεν είχε πεθάνει κάποιο πρόσωπο.

    Αναθαρρημένη έτρεξε στο πρώτο σπίτι με κήπο που βρήκε μπροστά της και χτύπησε την πόρτα. Εμφανίστηκε μια μαυροντυμένη κυρία, που της είπε ότι είχε χάσει τον σύζυγό της πριν από έξι μήνες. Και στο άλλο που χτύπησε, της είπε ένας νεαρός ότι είχε πεθάνει πρόσφατα ο πατέρας του. Και στα άλλα σπίτια που χτύπησε, κάποιον νεκρό θρηνούσαν.

    Είχε φθάσει πια η χαροκαμένη μάνα, την ώρα που έπεφτε το δειλινό, σε έναν λόφο. Από κει, αποκαμωμένη, με το νεκρό παιδί στην αγκαλιά της, κοίταξε κάτω όλα τα σπίτια που είχε επισκεφθεί και σκέφτηκε πόσο πόνο, πολύ, κρύβει ο κόσμος. Τι ήταν ο δικός της πόνος μπροστά στον απέραντο πόνο που υπάρχει στον κόσμο; Στην σκέψη αυτή ένιωσε ανακούφιση. Δεν χρειάστηκε στην επιστροφή της να συναντήσει τον Βούδα. Της είχε ήδη υποδείξει πώς έπρεπε να αντιμετωπίζει την οδύνη, όχι μόνο αυτή που της προκάλεσε η απώλεια του παιδιού της, αλλά σε κάθε περίπτωση: να τη συγκρίνει με την οδύνη όλου του κόσμου. Το μερικό χάνεται μέσα στην γενικότητα.

    Η γενίκευση, η αναγωγή του μερικού στο γενικό, δεν είναι μόνο ένας τρόπος να απαλύνομε, όπως είπε ο Βούδας, τις συμφορές μας. Είναι, επίσης, ένα τέχνασμα που εφηύρε ο άνθρωπος, για να υποτάξει στη σκέψη του ό,τι συμβαίνει στον κόσμο. Εχοντας παρατηρήσει κανείς ότι ο ήλιος ανέτειλε χτες το πρωί, ότι προχτές πάλι ανέτειλε το πρωί και ούτω καθεξής, γενικεύοντας σχηματίζει το νόμο ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί. Δεν χρειάζεται να περιμένει το πρωί, για να δει αν θα ανατείλει ο ήλιος. Χάρη στο νόμο ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί ξέρομε ότι ο ήλιος θα ανατείλει το επόμενο πρωί, έτσι ώστε να κανονίζομε τις δουλειές μας.

    Πόσο δύσκολα θα ήταν τα πράγματα για μας -αλήθεια- αν, για να μάθομε αν θα ανατείλει ο ήλιος το πρωί, θα ήμασταν υποχρεωμένοι να περιμένομε να έλθει το πρωί; Τι προγραμματισμό θα ήμασταν σε θέση να κάνομε τότε; Κανέναν, προφανώς. Ο άνθρωπος, χάρη στους νόμους της φύσης που -μεταχειριζόμενος τη γενίκευση- κατορθώνει να διατυπώνει, μπορεί να προβλέπει την εξέλιξη των πραγμάτων και να ρυθμίζει τη ζωή του επ' ωφελεία του.

    Η γενίκευση, παρ' όλα αυτά, δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική. Ο αφοριστικός τρόπος εκφοράς της ασκεί πάνω μας μια γοητεία -τέτοια, που πολλές φορές να την επικαλούμεθα άστοχα. Πόσες φορές, όταν βλέπομε στη ζωή μας κάτι να αλλάζει, δεν μεταχειριζόμαστε τη γενίκευση «τα πάντα ρει», που αποδίδεται στον Ηράκλειτο. Πράγματι, ο σπόρος αλλάζει και γίνεται δέντρο, το νερό που βράζει, μετατρέπεται σε ατμό, ο οποίος πάλι, όταν ψύχεται, μεταβάλλεται σε νερό και πάει λέγοντας.

    Το ίδιο το σώμα μας υφίσταται συνεχώς -αισθητές ή ανεπαίσθητες- μεταβολές. Το γεγονός, όμως, ότι τόσα πράγματα αλλάζουν, μας δίνει το δικαίωμα να γενικεύσομε, λέγοντας ότι όλα μεταβάλλονται, ότι τα πάντα ρει; Μα, τότε -λέει ο Κρατύλος, ο μαθητής του Ηράκλειτου- δεν θα μπορούσαμε να έχομε γλώσσα, για να συνεννοούμεθα. Τη στιγμή που, αρθρώνοντας τη φράση «το χάρτι είναι λευκό», λέω «το», η φράση αυτή έχει ένα νόημα, το οποίο την αμέσως επόμενη στιγμή που εκφέρω τη λέξη «χαρτί», θα πρέπει, αφού τα πάντα ρει, να έχει αλλάξει και η φράση να έχει αποκτήσει άλλο νόημα, το οποίο, όταν αρθρώνω μετά τη λέξη «είναι», έχει αλλάξει πάλι, για να μεταβληθεί ξανά αυτό τη στιγμή που λέω «λευκό».

    Ποιο από τα διαδοχικά αυτά νοήματα είναι το νόημα της φράσης «το χαρτί είναι λευκό»; Αν σκεφτεί -δε- κανείς ότι την ίδια αυτή φράση την έχουν αρθρώσει τόσοι άνθρωποι, δίνοντας ο καθένας των μέχρι να την αρθρώσει διαφορετικά νοήματα σε αυτήν, και ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες φράσεις που διατυπώνομε, τότε θα ήμασταν υποχρεωμένοι να ζούμε σε μια Βαβέλ. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μπορούμε να συνεννοούμεθα. Και μπορούμε να συνεννοούμεθα, γιατί φροντίζομε, ώστε οι φράσεις μας να διατηρούν σταθερό το νόημά τους.

    Η γενίκευση ότι «τα πάντα ρει» δεν είναι ακριβής. Το ότι υπάρχουν κακοί πολιτικοί, επίορκοι δικαστές, καταχραστές λειτουργοί του Δημοσίου και ούτω καθεξής, δεν σημαίνει ότι όλοι εν προκειμένω είναι επιλήψιμοι, όπως αφήνεται να νοηθεί με τη γενίκευση «όλοι τους ίδιοι είναι», την οποία με τόση ευκολία χρησιμοποιούμε πολλές φορές.

    Ο άνθρωπος εφηύρε τη γενίκευση, για να κάνει τη ζωή του βιωτή, όχι να την μετατρέψει σε ασυνάρτητο συνονθύλευμα. Με την σκέψη του την εφηύρε, με την σκέψη του οφείλει να κρίνει πότε να την επικαλείται, για να ικανοποιεί τον σκοπό για τον οποίο την εφηύρε...

    Πρύτανης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, teopelegrinis@gmail. com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική