Έντυπη Έκδοση
Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
Charming people
Το αλίευσα στην «Καθημερινή» της προπερασμένης Κυριακής: «Ελληνίδα κυρία είχε πρόσφατα την ευκαιρία μίας κατ' ιδίαν συνομιλίας με τη Γερμανίδα καγκελάριο.
Φαίνεται πως η επισκέπτρια έκανε καλή εντύπωση στην κυρία Μέρκελ κι έτσι, κάπου στη μέση της συζήτησης, εκείνη τη ρώτησε από ποια χώρα προέρχεται. "Από την Ελλάδα", ήταν η απάντηση. Για μια στιγμή, η κ. Μέρκελ έχασε την αυτοκυριαρχία της, γούρλωσε τα μάτια και αναρώτησε κατάπληκτη: "Από την Ελλάδα;", λες και της είχε πει ότι καταγόταν από το Σουλτανάτο του Ομάν. Ομως επανήλθε ο αυτοέλεγχός της και προσπάθησε να διορθώσει, ψελλίζοντας με μισή καρδιά: "Charming people..." (χαριτωμένοι άνθρωποι)». Αυτό είπε εκείνη, τελικώς, ανακτώντας την πρέπουσα ψυχραιμία, αν και αποκλείεται να εκφράζει προσωπικές εμπειρίες εκείνης από την καθημερινή ζωή στους δρόμους της Αθήνας, στα λαδωτήρια των ελληνικών δημοσίων υπηρεσιών ή στα ξενυχτάδικα της διασκέδασης των δικών μας αστέρων της αρπαχτής. Την εμπειρία της προδήλως αντλεί από συναναστροφές με Ελληνες πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής.
Εμπειρία, ανάλογη με το πρόσφατο «βαρύ κλίμα, καθώς ο επίτροπος Χοακίν Αλμούνια άσκησε έντονη κριτική κατά της χώρας μας, θέτοντας επί τάπητος θέμα αξιοπιστίας των ελληνικών στοιχείων», ιδίως μετά και τη νέα (και πιο πρόσφατη) «κοινοποίηση παραποιημένων στοιχείων στις Βρυξέλλες στο θέμα των ελλειμμάτων». Θ' αναρωτηθεί ίσως ο εύθικτος αναγνώστης: «μήπως είναι καλύτεροι εκείνοι;» Σε κάποια έκταση, ασφαλώς όχι! Ομως, «εκείνοι» έχουν κάποια όρια αυτοσεβασμού και επιτηδευμένης ή γνήσιας αξιοπρέπειας. Δεν ασχημονούν ασύστολα και αναφανδόν. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι η γνήσια ή επίπλαστη αρετή των άλλων. Το πρόβλημα είναι η αναξιοπιστία του ελληνικού κράτους, τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διεθνή σκηνή.
Γι' αυτό το νεοελληνικό δημόσιο ήθος, μου διηγόταν πρόσφατα φίλος συνταξιούχος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, περιγράφοντας την προκλητική καταφρόνηση που, μετά τη συνταξιοδότησή του, εισπράττει από νεότερους κατώτερους δικαστές, καθώς ήδη, όχι μόνον απαξιώνουν να τον χαιρετίσουν, αλλ' ακόμη και τον σπρώχνουν, προκειμένου να τον προσπεράσουν σε κάποια δημόσια σύναξη, που, κατά τύχη, συμπαρευρίσκονται. Εκείνος όμως, με πικρό χαμόγελο (ή μήπως και με νοσταλγία;) αναθυμάται τις υποκλίσεις και τα γλοιώδη μειδιάσματα παλαιότερων ένδοξων εποχών, καθώς άφθονο έκαιγε τότε το θυμίαμα: «τα σέβη μου, κύριε πρόεδρε!» Οπωσδήποτε, το πικρό παράπονο του συνταξιούχου αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ανέσυρε από τις μνήμες μου ένα περιστατικό, που, στα δικά μου σχολικά χρόνια, είχα διαβάσει σε παιδικό περιοδικό, δηλαδή ότι στα μαύρα χρόνια της γερμανικής Κατοχής -τότε που είχαμε τη δυστυχία να γνωρίσουμε τους συμπατριώτες της κυρίας Μέρκελ, κάθε άλλο παρά ως «charming people»- στη στάση του τραμ έσπρωχναν και σπρώχνονταν βάναυσα κάποια λιπόσαρκα, όσο και τυραγνισμένα, ανθρωπάκια, ποιο πρώτο θα ποδοπατήσει το διπλανό του για να προλάβει ν' ανεβεί στο όχημα, που αργούσε να ξανάρθει, παγερή υψώθηκε η μομφή: «δεν ντρέπεστε, βρε αχαΐρευτοι, να σπρώχνετε τον συνταγματάρχη Δαβάκη, τον ήρωα του αλβανικού μετώπου!» Λοιπόν, αυτό ακριβώς είναι που μας ξεχωρίζει από τους επιτήδειους σαλταδόρους των άλλων ευρωπαϊκών λαών. Δεν λείπει και σ' εκείνους το είδος. Κάθε άλλο! Ομως, έχουν επίγνωση κάποιων ορίων. Και δεν τα ξεπερνούν. Εμείς συχνά είμαστε αδίσταχτοι και αδιάντροποι. Ασφαλώς, όχι όλοι. Ομως τόσοι πολλοί, ώστε να έχει το δικαίωμα η κυρία Μέρκελ να χλευάζει «charming people!», καθώς μας λείπει ο αυτοσεβασμός, τον οποίο όφειλαν να διατηρούν και να καλλιεργούν τα παιδιά και τα εγγόνια των θυμάτων του Διστόμου και των Καλαβρύτων, καθώς και των αδούλωτων ανταρτών του Βουνού, σε χρόνια πικρά, αλλά δοξασμένα.
Αν κάτι μπορεί, ενδεχομένως, να μας ανακουφίζει και να μας δίνει κάποια ελπίδα για το μέλλον, είναι η παραδοχή ότι, σε παλαιότερες εποχές -εποχές που, στα σχολεία είχαμε μάθει να τις καμαρώνουμε ως ένδοξες και τιμημένες- η δημόσια συμπεριφορά, ιδίως των ηγετών μας, ήταν ακόμη ελεεινότερη. Συμβαίνει αυτές τις ημέρες να διαβάζω ένα ενδιαφέρον, αν και -κάποιες στιγμές- με ενοχλητική εμπάθεια, γραμμένο, βιβλίο: «Τα Ψιλά Γράμματα της Ιστορίας» του Θ. Παναγόπουλου. Διάβασα λ.χ. για τη Μαντώ Μαυρογένους, πλούσια κόρη, με ευρωπαϊκή παιδεία και κάτοχο πολλών ξένων γλωσσών που, με την έναρξη της Επανάστασης του '21, εγκατέλειψε το αρχοντικό της στην Τεργέστη, ήρθε στη Μύκονο, συγκρότησε με δικά της έξοδα στόλο και στρατιωτικό σώμα από 800 άνδρες και, ντυμένη ανδρικά, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Οταν όμως έτσι καταξοδεύτηκε και τέλειωσε αυτή η οικονομική της άνεση, η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να της δώσει οποιαδήποτε βοήθεια, με αποτέλεσμα να καταντήσει ζητιάνα, να παρακαλεί για ένα κομμάτι ψωμί, ώσπου τη βρήκε ο θάνατος στον δρόμο, όπου παρακαλούσε τους διαβάτες για ελεημοσύνη. Διάβασα ακόμη για κάποιους Φαναριώτες, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ως θλιβερά υποκείμενα «υποκρισίας, κρυψίνοιας, καιροσκοπισμού, ίντριγκας, ψεύδους και ραδιουργίας», που «υπηρετούσαν τον Τούρκο αφέντη τους και ταυτόχρονα φρόντιζαν για τον δικό τους πλουτισμό, πατώντας κυριολεκτικά επί πτωμάτων», ενώ εξ άλλου «δεν δέχονταν να τους αποκαλούν Ελληνες», προδήλως κατά το ήθος του Γεννάδιου Σχολάριου, εκείνου του φανατικού καλόγερου, τον οποίο ο Πορθητής Μωάμεθ είχε ανεβάσει στον πατριαρχικό θρόνο της αλωμένης Πόλης, όταν δε κάποτε ρωτήθηκε αν είναι Ελληνας, είχε απαντήσει ότι «ομιλώ απλώς ελληνικά, ουδέποτε ισχυρίστηκα ότι είμαι Ελληνας και, αν με ρωτήσει κανείς, τι είμαι, απαντώ, είμαι χριστιανός»!
Λοιπόν, τώρα, στις δικές μας μέρες, με ανακούφιση μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική ποιότητα έχει σημαντικά αναβαθμιστεί. Οχι μόνο το βιοτικό επίπεδο, και ακριβέστερα η άνεση, αν μη και η αλόγιστη σπατάλη, αλλά, με κάποια ειδική έννοια, ακόμη και το ήθος της κοινωνίας. Καμαρώνω τα εγγόνια μου, όπως και τα παιδιά μου, καθώς έχουν άλλο ήθος και διαφορετικό επίπεδο διαβίωσης από την ανέχεια και την κακομοιριά που βίωσα εγώ στις δικές τους ηλικίες. Συνέβαλε σ' αυτό και η ευλογία των εξήντα περίπου χρόνων απουσίας πολέμων σε ελληνικό έδαφος. Εμείς, οι παλιοί, καθώς και οι δικοί μας γονείς, βιώσαμε δύο άγριους παγκόσμιους πολέμους, στους οποίους εμπλακήκαμε, όχι με δική μας υπαιτιότητα.
Και τους πληρώσαμε ακριβά. Κάτι που προφανώς έχει λόγους να μη θέλει να θυμάται η κυρία καγκελάριος με τα απλήρωτα χρέη της χώρας της απέναντι στα δικά μας θύματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της βάναυσης γερμανικής κατοχής. Βιώσαμε, βέβαια και εσωτερικές περιπέτειες, από δικές μας εγκληματικές απερισκεψίες. Ομως, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι εφεξής, στους κόλπους της Ενωμένης Ευρώπης, θα μπορέσουμε κάποτε να γίνουμε με αξιοπιστία παραγωγικοί και ευαίσθητοι, όχι μόνο για την εικόνα, αλλά και για το αληθινό επίπεδο του δημόσιου ήθους μας. Και τότε να είμαστε τουλάχιστον ανεκτοί, ως charming people, δίχως υποτιμητικά εισαγωγικά.