Έντυπη Έκδοση

Μόραλης

Στην περίπτωση του Μόραλη, ίσως ένεκα της πραότητας του ανθρώπου, ο θάνατος δεν ήταν διόλου ανυπόμονος· απεναντίας, είχε αποφασίσει να έρθει μόνον εάν τον καλούσαν.

Τώρα, το σώμα του ζωγράφου επέστρεψε στη γη ως φθαρτό μερίδιο της ύπαρξής του και, μαζί, επέστρεψαν και τα μάτια του, τα οποία είχαν συλλάβει κάτι ανεξίτηλο απ' την ιριδίζουσα αφθαρσία του φωτός που διαπερνά τον μεσογειακό κόσμο. Παράξενο να σκέφτεσαι τον ενταφιασμό αυτών των ματιών στο χώμα, τη στιγμή που ξέρεις ότι ήταν τα όργανα μιας υπέρμετρης ευαισθησίας στα χρώματα του όψιμου καλοκαιριού, του σταφυλιού και του σύκου, του χρυσαφένιου που γίνεται βαθύ πορφυρό και του γαλάζιου που τρέπεται σε μοβ μέσα απ' τους παλμούς ενός τόσο μυστηριώδους φωτός, διάφανου και ταυτόχρονα γεωμετρικού. Διότι, μ' έναν τρόπο που δεν απέχει απ' τον τρόπο του έρωτα, ό,τι είδαν εκείνα τα μάτια θα είναι, στο εξής, ορατό για πάντα.

ΣΗΜΕΙΩΤΕΟΝ ότι οι καλλιτέχνες αυτής της γενιάς, καλλιτέχνες που πέθαναν πλήρεις ημερών και αναγνώρισης όπως ο Ελύτης ή ο Γκάτσος, έμοιαζαν επίσης συμφιλιωμένοι με τον κόσμο χάρη σε κάτι περισσότερο απ' την παλιομοδίτικη ευγένεια που χαρακτήριζε τους ηλικιωμένους της ανώτερης μεσαίας τάξης. Μολονότι ο κόσμος απομακρυνόταν απ' τα ιδανικά τους, δεν του κράτησαν κακία αλλά επιβίωσαν ειρηνικά ως ζωντανά υποδείγματα της σοφίας που αποκτάται μέσα απ' την προσαρμογή στις δυσκολίες μιας υψηλής τέχνης. Στάθηκαν καλοπροαίρετοι και δημιουργικοί μέχρι τέλους. Δεν απέχει πολύ απ' τον ρεαλισμό η διαπίστωση ότι, μαζί τους, τελείωσε και η εποχή των λεγόμενων μεγάλων προσωπικών αξιών, η εποχή κατά την οποία οι κοινωνίες μπορούσαν ακόμη να ξεχωρίσουν το σημαντικό απ' τη μηδαμινότητα.

ΣΤΑ 93 του, ο Μόραλης κουράστηκε να ζει, αφού δεν ήταν πλέον σε θέση να ζωγραφίσει και ομολόγησε στους γύρω του ότι σκόπευε να παραιτηθεί. Γαλήνιος και διόλου απογοητευμένος, αντιδρούσε όλο και πιο χαλαρά, ανέπνεε με όλο και πιο μειωμένο ζήλο, έτρωγε όλο και λιγότερο, ώσπου πέθανε εντός μιας εβδομάδας. Αντίθετα απ' τον εκθρονισμένο Ριχάρδο Β', ο οποίος ουσιαστικά αυτοκτόνησε στον πύργο του Πόντεφρακτ τον Φεβρουάριο του 1400, αρνούμενος να λάβει τροφή, ο ζωγράφος μας, που κι εκείνος έκλεισε τα μάτια του οικειοθελώς, δεν είχε διόλου κατά νου την αυτοκτονία, δηλαδή τη μεμψίμοιρη άρνηση των αγαθών της ζωής, αλλά ζήτησε την ευλογία μιας αργοπορημένης ξεκούρασης απ' τις εντάσεις ενός απείρως διεισδυτικού βλέμματος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Είσοδος υπηρεσίας