Έντυπη Έκδοση

Πολιτισμικός λαός;

«Δεν είμαι ένας, είμαι πολλοί», συνήθιζε να λέει ο Κωστής Παλαμάς όταν τον ρωτούσαν τι είναι.

Η φιγούρα ενός ακατάτακτου, και όμως αδάμαστου χαρακτήρα αναδυόταν πίσω από μια τέτοια φαινομενική απροσδιοριστία. Ο ελευθεριακός παγανισμός του δεν συνοψιζόταν στην πετρωμένη βία του άκαμπτου συναισθήματος, αλλά στην ανθρωπινότητα του περιπλανώμενου βλέμματος, και μάλιστα στη ρεαλιστική ακρόαση του μέλλοντος. Η υπαρκτή πληθυντικότητα της φυσιογνωμίας δεν υπονόμευε την ακεραιότητα του προσώπου, την ταυτότητα του ατόμου. Νομίζω ότι ο μεγάλος ποιητής, στον οποίο «ακούμπησε» αργότερα όλη η κατοχική Ελλάδα, δήλωνε «εθνιστής», ό,τι και αν σήμαινε τότε αυτό, εκεί, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα, αυτο-χαρακτηριζόταν και «συγχρονιστής», επίσης ό,τι και αν σήμαινε τότε αυτό. Ας υπομνήσουμε «απλώς» ότι παρά τον ανεξάλειπτο εθνοκεντρισμό του (ή μήπως και εξαιτίας του;), την ίδια στιγμή που θαύμαζε τον θεόμουρλο εθνικιστή Περικλή Γιαννόπουλο, ο ίδιος ήταν από τους λιγοστούς διανοούμενους που στάθηκε με ιδιαίτερη θέρμη στο πλευρό του ελληνικού πρωτο-φεμινισμού. Η πνευματική του διαύγεια δεν ήταν μόνο προϊόν αισθητικής ενόρασης, αλλά και μιας πραγματικά συγκλονιστικής ευρυμάθειας. Μέσα στην πραγματικά «ασάλευτη ζωή» του (σπάνια έβγαινε έξω από το μικρό περιμετρικό κέντρο τής τότε Αθήνας, δεν είχε ποτέ διαβεί τα ελληνικά σύνορα) δεξιωνόταν εγκάρδια και εκλαΐκευε στα χρονογραφήματά του όλες τις κινησιακές πρωτοπορίες της ευρωπαϊκής πνευματικής ζωής, ήταν ένας από τους πιο προνομιακούς κριτικούς συνομιλητές τους.

Τούτη η εικόνα αναδύεται μπροστά μου, όταν προσπαθώ να ξανασκεφτώ, μέσα στη σημερινή ελληνική αλλά και ευρωπαϊκή συγκυρία, προβλήματα που άπτονται της λεγόμενης «εθνικής ταυτότητας». Το βασικό ερώτημα θα το συνόψιζα ως εξής: η εθνική ταυτοτική αυτοπεποίθηση ως προϊόν αφηγηματικής πίστης είναι ικανή να αφομοιώνει δημιουργικά την ετερότητα; Τα δεδομένα του προβλήματος, ταυτότητα/ετερότητα, υπαγορεύουν και την απάντησή του. Η υπέρβασή τους, προς τη μία ή την άλλη πλευρά, μπορεί να οδηγήσει, ανεξαρτήτως προθέσεων, σε επικίνδυνες λύσεις.

Ιδού ένα παράδειγμα. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, απορρίπτοντας, πολύ σωστά, τη φυλετική περί έθνους αντίληψη («κοινότητα αίματος»), μας ζητεί να δούμε την Ελλάδα ως «πολιτισμική κοινότητα». Την οποία, βέβαια, δεν μπαίνει στον κόπο να ορίσει. Κάτι που γίνεται ολοφάνερο, όταν επικαλείται το κριτήριο συμμετοχής στην «ελληνική παιδεία». Ποια είναι αυτή η τελευταία; Περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τον λεγόμενο ελληνικό πολιτισμό, τη χριστιανική ορθοδοξία ως αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας αναγνώρισης των πολιτών; Με άλλα λόγια, Ελληνας είναι ο ελληνο-χριστιανός πολίτης;

Η επίκληση της «πολιτισμικής κοινότητας», ενός «πολιτισμικού λαού», είναι κατασκευές ευεπίφορες στις πιο επικίνδυνες παρεκτροπές. Τα δημοκρατικά όμως έθνη, η δημοκρατική εθνική ταυτότητα, χωρίς να αρνούνται φυσικά μια κοινή πολιτισμική κληρονομιά, μια «κοινή γλώσσα», ρίχνουν το βάρος τους στο σήμερα: στη θέληση των υποκειμένων τους να συνυπάρχουν και να συναποφασίζουν. Το ανασημασιοδοτούμενο παρελθόν είναι πάντα παρόν, τα υποκείμενα ωστόσο της εθνικής κοινότητας αποφασίζουν αυτεξούσια για το κοινό τους πεπρωμένο. Η εξουσία ανήκει στους ζωντανούς, όχι στους πεθαμένους. Γι' αυτό τον λόγο, η κοινότητά τους είναι πολιτική κοινότητα και το υποκείμενό της είναι ο πολιτικός λαός και η δημοκρατική του αντιπροσώπευση.

Η προτεραιότητα του πολιτικού έναντι του πολιτισμικού λαού καθόλου δεν σημαίνει υποτίμηση της αξίας του δευτέρου. Προσδιορίζεται από μια πολύτιμη επινόηση της δημοκρατικής νεωτερικότητας, τη διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου. Σήμερα που οι νεο-φονταμενταλισμοί απειλούν την ουδετερότητα του δημόσιου χώρου, η αξία αυτής της διάκρισης οφείλει να επανεπιβεβαιώνεται διαρκώς.

*Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Εν-στάσεις