Έντυπη Έκδοση

Ντάνιελ Μέντελσον

Η Ευρώπη ακρωτηριάστηκε με το Ολοκαύτωμα

Μνημονεύοντας τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εκείνο που αναπόφευκτα χάνεται μέσα στο ιλιγγιώδες μέγεθος της τραγωδίας είναι η μοναδικότητα καθενός από τα θύματα. Ξεκινώντας να αναζητήσει τα ίχνη που άφησαν πίσω τους έξι συγγενικά του πρόσωπα που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα, ο Αμερικανός συγγραφέας Ντάνιελ Μέντελσον διασώζει από τη λήθη της Ιστορίας τις έξι ξεχωριστές ζωές. Από τις έξι εκατομμύρια ξεχωριστές ζωές.

Το χρονικό αυτής της αναζήτησης, το πολυβραβευμένο «Χαμένοι. Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια» -όπως είναι ο τίτλος αυτού τού, χωρίς διάθεση υπερβολής, σπουδαίου βιβλίου- αρχίζει πριν από τέσσερις δεκαετίες. Στο σαλόνι μιας οικογένειας Αμερικανοεβραίων στο Λονγκ Αϊλαντ, ένα μικρό αγόρι με κατάξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια προσπαθεί να ξεμπερδεύει όσο γίνεται πιο γρήγορα και ανώδυνα με τις αγκαλιές και τα νωπά από τα δάκρυα μάγουλα που του επιφυλάσσουν οικογενειακοί φίλοι και συγγενείς - κάθε φορά που βλέπουν τον μικρό Ντάνιελ, βάζουν τα κλάματα. Μοιάζει εκπληκτικά στον θείο Σμιλ, όπως έχει συνηθίσει να ακούει. Το μόνο που τότε γνωρίζει για εκείνον τον άνδρα, είναι πως χάθηκε στο Ολοκαύτωμα.

Οταν ξεσπάει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Σμιλ Γιέγκερ, η γυναίκα του Εστερ και οι τέσσερις κόρες τους -η Λόρκα, η Φρίντκα, η Ρούχελε και η Μπρόνια- ζουν στο Μπόλεχοφ, μια μικρή πόλη που τότε ανήκε στην Πολωνία. Από το ουκρανικό, σήμερα, Μπόλεχοφ, θα ξεκινήσει το 2001 μια αναζήτηση που θα οδηγήσει τον Ντάνιελ Μέντελσον στο Σίδνεϊ, τη Στοκχόλμη, την Κοπεγχάγη και το Τελ Αβίβ - όλες τις πόλεις όπου θα συναντήσει τους λίγους επιζώντες του Ολοκαυτώματος που γνώριζαν και θυμούνται την οικογένεια του Σμιλ Γιέγκερ.

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν μένει να ειπωθεί κάτι νέο για το Ολοκαύτωμα. «Οσο υπάρχουν άνθρωποι τις ιστορίες των οποίων δεν έχουμε αφηγηθεί, ναι, μένει κάτι ανείπωτο», λέει ο Μέντελσον, καθηγητής στο τμήμα των Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπαρντ και μεταφραστής των απάντων του Καβάφη - δεν πάει ούτε χρόνος που κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ, εν μέσω εγκωμιαστικών κριτικών, οι συλλογές «C.Ρ. Cavafy: Collected Poems» και «C. Ρ. Cavafy: The Unfinished Poems».

Οταν ήσαστε παιδί, προκαλούσατε δάκρυα συγκίνησης στους πιο ηλικιωμένους από τους συγγενείς σας. Πώς επιδρούσαν πάνω σας εκείνες οι αντιδράσεις;

«Χάρη σε εκείνη τη συγκίνηση συνδέθηκα με την ιστορία του Σμιλ, πριν ακόμη αρχίσω να την καταλαβαίνω. Με στοίχειωνε αυτή η ιστορία γιατί, με μια έννοια, εγώ ο ίδιος αποτελούσα ένα είδος κατάλοιπου του παρελθόντος. Χάρη σε ένα ατύχημα της γενετικής, χάρη σε αυτή την εντυπωσιακή φυσική ομοιότητα, ήμουν ζωντανή απόδειξη ότι ο Σμιλ είχε ζήσει. Ηθελα να ανακαλύψω ποιος ήταν εκείνος ο άνθρωπος και γιατί η θύμησή του προκαλούσε τόση ένταση. Αλλά δεν ήταν μόνο η περιέργεια που με ώθησε να αναζητήσω τα ίχνη του - ξέρετε, η φυσική ομοιότητα έκανε την Ιστορία προσωπική υπόθεση».

Πώς αισθανθήκατε όταν βρεθήκατε για πρώτη φορά στο Μπόλεχοφ; Αλλωστε μεγαλώσατε ακούγοντας ιστορίες γι' αυτή την πόλη.

«Ακριβώς γι' αυτό, ήταν για μένα ένας τόπος μυθικός. Επειδή ο παππούς μου είχε έρθει στην Αμερική πριν από το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οι αναμνήσεις του από εκεί ήταν όλες πολύ ευτυχισμένες, παιδικές αναμνήσεις. Ετσι, εμείς μεγαλώνοντας ακούγαμε ότι το Μπόλεχοφ ήταν μια όμορφη μικρή πόλη, όπου όλοι ζούσαν αρμονικά. Οταν τελικά βρεθήκαμε με τα αδέλφια μου εκεί το 2001, σε μια πόλη-φάντασμα, συγκλονίστηκα. Αντίκρισα έναν θλιβερό τόπο. Ωστόσο ήταν και μια εμπειρία διαφωτιστική».

Με ποιον τρόπο;

«Αυτή είναι η Ιστορία. Τα πράγματα αλλάζουν. Και με μια έννοια, το βιβλίο διαρκώς αναπροσαρμόζει την ιδέα που έχει κανείς για τη σχέση της Ιστορίας με την πραγματικότητα. Κοιτάξτε, είναι το ίδιο που συμβαίνει σε ορισμένους Αμερικανούς τουρίστες στην Αθήνα -έχουν μια συγκεκριμένη ιδέα της πόλης, στην οποία συνήθως διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται. Ετσι είναι- οφείλει κανείς κοιτάζοντας την πραγματικότητα να μπορεί να διακρίνει όλα εκείνα που έχουν μεσολαβήσει από την εποχή την οποία αναζητά ως τουρίστας».

Εχει κανείς την εντύπωση ότι η διαφορά ανάμεσα στο προπολεμικό Μπόλεχοφ και τη σημερινή εικόνα της πόλης, όπως προκύπτει μέσα από το βιβλίο, είναι και μια αναφορά στον αφανισμό ενός ολόκληρου πολιτισμού -του εβραϊκού πολιτισμού της Ανατολικής Ευρώπης.

«Ετσι είναι. Και φανταζόμουν το βιβλίο ως ένα είδος μνημείου σε αυτό τον χαμένο πολιτισμό. Η ολοκληρωτική εξαφάνιση ενός πολιτισμού μέσα σε μια εξαετία είναι γεγονός μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σε κάποιο σημείο περιγράφω στο βιβλίο πως βρίσκομαι στο Λβιβ και, κοιτάζοντας από το παράθυρο, βλέπω μόνο Ουκρανούς. Κάτι που για εμένα ήταν πάρα πολύ περίεργο αφού είχα μεγαλώσει ακούγοντας ιστορίες για το πόσο κοσμοπολίτικο ήταν το Λβιβ - ή Λβοβ, όπως ονομάζεται σήμερα. Το ίδιο μπορεί κανείς να πει για τη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει τις σκέψεις γύρω από το πώς θα ήταν σήμερα η Ευρώπη αν δεν είχε συμβεί το Ολοκαύτωμα. Είναι το ίδιο με έναν ακρωτηριασμό, όπου το κορμί διατηρεί ακόμη την αίσθηση του χαμένου μέλους. Νομίζω ότι αυτή η παρομοίωση περιγράφει σε μεγάλο βαθμό την Ευρώπη -και αυτό είναι κάτι που στο βιβλίο με απασχολεί έντονα. Δεν είναι καν οι δικοί μου έξι άνθρωποι, δεν είναι καν οι έξι εκατομμύρια άνθρωποι που δολοφονήθηκαν- είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός που χάθηκε».

Με την ευκαιρία, πόσες γλώσσες μιλούσε ο παππούς σας;

«Για να δούμε... Γερμανικά, Ρωσικά, Πολωνέζικα, Ουκρανικά, Αγγλικά, Γίντις και Ουγγρικά. Και δεν είχε καμιά ιδιαίτερη μόρφωση, η εκπαίδευσή του διακόπηκε όταν ξεκίνησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ομως εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι που ζούσαν σε εκείνα τα μέρη της Ευρώπης μιλούσαν πολλές γλώσσες. Δεν θεωρούνταν κανένα σπουδαίο επίτευγμα. Ηταν αναμενόμενο και συνηθισμένο γι' αυτούς να είναι πολύγλωσσοι».

Γράφετε ότι διστάζατε να πάτε στο Αουσβιτς, καθώς για εσάς εκπροσωπούσε το αντίθετο εκείνου που σας ενδιέφερε. Με ποια έννοια;

«Το Αουσβιτς έχει γίνει το σύμβολο της τρομακτικής κλίμακας του εγκλήματος. Πηγαίνοντας κανείς εκεί έρχεται διαρκώς σε επαφή με μεγάλους αριθμούς αντικειμένων: Υπάρχουν τα δωμάτια που είναι γεμάτα με τις αποσκευές, τα γυαλιά, τα παπούτσια των ανθρώπων -τεράστια βουνά από παπούτσια. Κατανοεί κανείς το μέγεθος της τραγωδίας. Ωστόσο, η ιδέα πίσω από αυτό το βιβλίο ήταν να εξετάσω τις πολύ συγκριμένες έξι ζωές που χάθηκαν, αποφεύγοντας να γράψω ένα κλασικό ιστορικό βιβλίο. Οι αριθμοί έχουν προφανώς νόημα καθώς αποκαλύπτουν το τεράστιο μέγεθος της τραγωδίας, αλλά δεν μπορούν να αποδώσουν κάτι άλλο- ότι καθένας από εκείνους τους έξι εκατομμύρια δολοφονημένους ήταν ένα ξεχωριστό πρόσωπο. Και στην περίπτωση της συντριπτικής πλειονότητας εκείνων των ανθρώπων, οι ξεχωριστές, ατομικές ιστορίες τους δεν θα γραφτούν ποτέ. Κανείς ποτέ δεν θα τις αφηγηθεί».

Κάποια στιγμή, μετά τη συνάντησή σας στο Σίδνεϊ με έναν από τους επιζώντες, συνειδητοποιείτε πως εκείνο που πρέπει να μάθετε δεν είναι πώς πέθαναν τα έξι πρόσωπα της ιστορίας, αλλά πώς έζησαν. Γιατί είναι λιγότερο σημαντικό το τέλος τους;

«Οταν ξεκίνησα να αναζητήσω τα ίχνη τους, νόμιζα ότι το σημαντικότερο θα ήταν να μάθω αυτό ακριβώς που δεν ξέραμε - πότε πέθαναν, με ποιον τρόπο, ποιοι είχαν αναμιχθεί. Αλλά όσο συζητούσα με τους επιζώντες και καθώς, μέσα από τις αφηγήσεις τους άρχιζα να έρχομαι σε επαφή με έναν χαμένο πολιτισμό, συνειδητοποίησα ότι είχα χρέος να μνημονεύσω τις ζωές που έζησαν. Εάν αυτό που κυρίως μας απασχολεί είναι η στιγμή του θανάτου τους, κατά κάποιον τρόπο είναι σαν να τους σκοτώνουμε ξανά. Ξέρετε, εκείνοι που τους δολοφόνησαν ήθελαν να εξαφανίσουν τις ξεχωριστές, μοναδικές τους ταυτότητες -γι' αυτό σφράγιζαν τους ανθρώπους με αριθμούς. Ολα είχαν στόχο την αποανθρωποποίηση. Εχω την αίσθηση ότι εστιάζοντας το ενδιαφέρον μας στο πώς πέθαναν είναι σαν να υπερθεματίζουμε ως προς την ιδεολογία των δολοφόνων τους- δηλαδή βλέπουμε το γεγονός ότι είναι νεκροί ως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό τους. Αλλά δεν έζησαν περιμένοντας να χαθούν στο Ολοκαύτωμα. Ηταν κανονικοί άνθρωποι, με κανονικές ζωές που ξαφνικά διακόπηκαν. Το τέλος κάθε ζωής ήταν ένα μόνο μικρό μέρος της».

Γι' αυτό αναζητήσατε και καταγράψατε ακόμη και τις πιο μικρές λεπτομέρειες, όπως το χρώμα ενός φορέματος;

«Ναι, γιατί με μια έννοια, η αναζήτησή μου έγινε ένα είδος επιχείρησης διάσωσης. Γι' αυτό ήθελα να μάθω ακόμη και το χρώμα ενός φορέματος ή τον τρόπο που περπατούσε ένα από τα κορίτσια - είμαι πολύ ευτυχισμένος που έχω σε βίντεο τον Τζακ Γκριν να μιμείται την Φρίντκα καθώς κατέβαινε από το τρένο... Είναι ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας. Κάθε ζωή απαρτίζεται από δισεκατομμύρια λεπτομέρειες. Σχεδόν όλες χάνονται».

Οσοι σας μίλησαν είχαν όλοι έντονες και ευχάριστες αναμνήσεις από τη Φρίντκα. Ωστόσο η Μεγκ Γκρόσμπαρντ, η παιδική φίλη της, δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμη να ανοιχτεί, έμοιαζε να θέλει να προστατεύσει τις αναμνήσεις της.

«Ναι, υπήρχε στην αρχή μια ελαφριά ένταση μεταξύ μας, μια ένταση ανάμεσα σε μένα -ως τον συνεντευξιαστή που επιδιώκει να αποσπάσει όσο περισσότερες πληροφορίες γίνεται- και τη Μεγκ, ως το πρόσωπο που προστατεύει τη μνήμη της φίλης της. Εχει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτει κάτι που είναι πολύ σημαντικό σε σχέση με την αντίληψη της Ιστορίας. Κάποια στιγμή, η Μεγκ μου είπε: "Νομίζεις ότι έχεις δικαίωμα να μάθεις όσα συνέβησαν, γιατί ανήκουν στην Ιστορία. Αλλά δεν είναι μόνο Ιστορία, είναι η ζωή μου". Και αυτός ο ανταγωνισμός ανάμεσα στον συνεντευξιαστή και στον προστάτη της μνήμης, στην πραγματικότητα αφορά τη διαφορά ανάμεσα στην Ιστορία ως κάτι αφηρημένο και την Ιστορία ως αυτό που συμβαίνει σε κάθε ξεχωριστό άνθρωπο, την Ιστορία ως ιδιωτική ζωή. Αυτά που για εμένα ήταν μια σειρά από γεγονότα που ήθελα να ανακαλύψω, για τη Μεγκ ήταν η ζωή της και αισθανόταν πως είχε το δικαίωμα να τα διαφυλάξει. Και ξέρετε κάτι; Το είχε. Στην πραγματικότητα, όταν θα έχουν πεθάνει και οι τελευταίοι επιζώντες, τότε πια τα γεγονότα θα είναι μόνο Ιστορία».

Ενώ προσπαθήσατε να μάθετε κάθε λεπτομέρεια για τις τελευταίες ημέρες του Σμιλ και της Φρίντκα, δεν επιμείνατε να ανακαλύψετε ποιος μπορεί να τους πρόδωσε. Εχει κανείς την εντύπωση ότι σχεδόν αποφύγατε να τον βρείτε.

«Αισθανόμουν ότι η ιστορία της προδοσίας τους ανήκε σε κάποιο άλλο, εντελώς διαφορετικό βιβλίο. Ας πούμε ότι τον έβρισκα και ότι ήταν ακόμη ζωντανός και μου υποδείκνυαν το σπίτι του -τι θα συνέβαινε έπειτα; Ενας 96χρονος άνδρας θα ερχόταν να ανοίξει την πόρτα και τι θα έπρεπε υποτίθεται να κάνω; Να τον σκοτώσω; Να νιώσω μίσος; Αυτό θα ήταν το λάθος τέλος της ιστορίας. Η ουσία του βιβλίου ήταν να αποκαταστήσει όσο το δυνατόν περισσότερα κομμάτια από τις ζωές των έξι προσώπων, μέσα από τις ιστορίες εκείνων που τους γνώρισαν και τους θυμούνταν. Αυτός ήταν ο σκοπός, όχι η εκδίκηση. Για μένα, άλλωστε, η καλύτερη εκδίκηση ήταν αυτό που έκανα- το ότι τους έδωσα πίσω τις ταυτότητές τους».

Πρόκειται για ένα βιβλίο που αναγνωρίζει το χρέος του στον Προυστ. Ωστόσο, τι δεν καταφέρατε να ανακτήσετε από το παρελθόν;

«Τα πάντα, νομίζω. Αυτή είναι κι η ειρωνεία, κατά κάποιον τρόπο, που το ίδιο το βιβλίο καταδεικνύει: σε ένα σημείο κάνω μια λίστα με όλα όσα με σιγουριά έχω μάθει πια για τον Σμιλ και την οικογένειά του. Και αρκεί μιάμιση σελίδα. Αυτό, λοιπόν, είναι όλο κι όλο που μας μένει από την Ιστορία. Η Ιστορία είναι μια μεγάλη τρύπα μέσα στην οποία όλα εξαφανίζονται, και αν είσαι τυχερός μπορεί να διασωθούν ελάχιστα μόνο πράγματα. Τι μας έχει μείνει από τους αρχαίους Ελληνες; Πάντα λέω στους φοιτητές μου: Είστε τόσο χαρούμενοι που μπορείτε να διαβάσετε τη "Μήδεια" ή τις "Βάκχες"... Ομως ο Ευριπίδης έγραψε 78 έργα. Και έχουμε μόνο 18. Κι ο Αισχύλος έγραψε 92 έργα, από τα οποία έχουμε μόλις επτά. Θέλω να πω ότι ακόμη και αυτά που νομίζουμε ότι έχουμε, στην πραγματικότητα δεν τα έχουμε. Αλλά δεν πειράζει».

Info:

Ντάνιελ Μέντελσον «Χαμένοι. Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια», φωτ.: Ματ Μέντελσον, μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις

«Οφείλουμε να σεβόμαστε τη μοναδικότητα όσων έζησαν εκείνοι οι άνθρωποι»

Γράφετε ότι οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί όταν προσπαθούμε να φανταστούμε πώς αισθάνονταν τα θύματα του Ολοκαυτώματος - με ποια έννοια;

«Σήμερα υπάρχει μια τάση να δίνεται έμφαση στο κατά πόσο μπορεί κανείς ή όχι να ταυτιστεί με τις εμπειρίες των άλλων. Υπάρχει ένα θεματικό πάρκο της σύγχρονης κουλτούρας, το οποίο εκτείνεται στην τηλεόραση όπου υπάρχουν όλα αυτά τα σόου με τους ανθρώπους που μιλούν για τα πιο ιδιωτικά τους προβλήματα και όλοι στο ακροατήριο κλαίνε και χειροκροτούν. Η εσωτερική ζωή έχει εξελιχθεί σε ένα είδος ψυχαγωγίας. Ενα μεγάλο μέρος της σύγχρονης κουλτούρας έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Το βλέπω ακόμη και στους φοιτητές μου - πολύ συχνά, η αντίδρασή τους σε σημαντικά έργα όπως για παράδειγμα η "Μαντάμ Μποβαρί", είναι ότι το βιβλίο δεν τους άρεσε ιδιαίτερα γιατί δεν μπορούσαν, λένε, να ταυτιστούν με την ηρωίδα. Μένω άναυδος με αυτή την ιδέα ότι οι μόνες εμπειρίες που έχουν νόημα είναι στην ουσία ναρκισσιστικές, ότι το μόνο που αναζητούμε είναι αυτό που μας μοιάζει...

Σε αυτό το πλαίσιο λέω ότι οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί εκείνοι οι άνθρωποι υπέφεραν με τρόπους που οι περισσότεροι δεν μπορούμε να συλλάβουμε

-εξαιρώ, βέβαια, τα θύματα γενοκτονίας και πολιτικών διώξεων. Καθώς έγραφα, με απασχολούσε το ζήτημα της αναπαράστασης- δεν ήθελα να δω το Μπόλεχοφ σαν μουσείο, να πείσω τον εαυτό μου ότι τώρα που έχω δει τα κτίρια, τώρα που ξέρω τι τους συνέβη, ξέρω και πώς αισθάνονταν εκείνοι οι έξι άνθρωποι. Θα ευτέλιζα τις εμπειρίες τους. Οφείλουμε να σεβόμαστε τη μοναδικότητα όσων έζησαν εκείνοι οι άνθρωποι. Επειτα, θέλω ο αναγνώστης να έχει επίγνωση ότι όσο εξαντλητική κι αν ήταν η έρευνα, ποτέ δεν πρέπει να θεωρήσει ότι αυτή είναι ολόκληρη η ιστορία. Προσπαθώ διαρκώς να υπενθυμίζω το μη γνώσιμο του παρελθόντος».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Βίοι και Πολιτείες