Έντυπη Έκδοση

Περί πίστεως

Το επιτρέπει, αν δεν το «επιβάλλει», η συγκυρία.

Μια μικρή ανάπαυλα στην ακατάσχετη οικονομετρία, σε δείκτες και σε ποσοστά, σε ΑΕΠ και ελλείμματα, σε Βρυξέλλες και ΔΝΤ και στροφή σε μια στάση περισυλλογής, μια στιγμιαία έστω κλίση προς θεωρούμενα βαθύτερα, πνευματικά νοήματα της ζωής, πέρα από ζωτικές ανάγκες επιβίωσης.

Η καλή αφορμή είναι το νέο βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη (εκδότη της μηνιαίας επιθεώρησης «Νέα Εστία»): «Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστη ή πολιτιστική ταυτότητα;», είναι ο τίτλος του. Απηχεί τον προβληματισμό του συγγραφέα για σειρά προβλημάτων που ήδη αντιμετωπίζουν οι πιστοί χριστιανοί, αλλά και η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία ως θεσμός, στην καθημερινότητα. Το κεντρικό ερώτημα των δοκιμίων, που έχει συγκεντρώσει σε αυτό το βιβλίο ο Ζουμπουλάκης, είναι το ακόλουθο: πώς πρέπει να υπάρχουν οι χριστιανοί Ορθόδοξοι στον δημόσιο χώρο; Ως πιστοί ή «απλώς» ως φορείς μιας πολιτιστικής ταυτότητας; Ερώτημα πολλαπλώς επίκαιρο, αφού παρακολουθεί και συναρτάται με τις εξελίξεις στον ελληνο-ορθόδοξο θεσμό, αναλύει κριτικά τις αντιφατικές πνευματικές τάσεις που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια στο εσωτερικό του, τις απόπειρες εξωστρεφούς παρουσίας του, απαλλαγμένης από στρεβλώσεις του παρελθόντος.

Για τον Ζουμπουλάκη, ο χριστιανός οφείλει να είναι πάνω απ' όλα πιστός. Πιστός είναι όποιος πιστεύει στον Θεό. Ο πιστός δεν μπορεί να είναι μια περιπλανώμενη, αλαζονική φιγούρα «Ορθοδόξου χωρίς πίστη», όπως πολλές φορές συμβαίνει σήμερα, μια πολιτισμική ταυτότητα που επιδίδεται σε μεταμοντέρνους αγώνες «αναγνώρισης». Η πίστη δεν είναι φόρμα, πολιτισμική πόζα, αλλά το «ευαγγελικό μέτρο του ελέους, της συγγνώμης και της αγάπης». Επιπλέον, πίστη σημαίνει ανάληψη ατομικής ευθύνης, μια ορισμένη ηθική στάση απέναντι στους ανθρώπους και στα πράγματα. Η χριστιανική ηθική δεν ταυτίζεται με κομφορμιστικούς κανόνες κοινωνικής ευπρέπειας, αλλά αποτελεί μια, «άλλη ηθική», την ηθική της ευθύνης έναντι του άλλου ανθρώπου, του πλησίον μας. Για τον συγγραφέα, η σημερινή ορατή διαδικασία αποχριστιανοποίησης της κοινωνίας οφείλεται στην αποηθικοποίηση του χριστιανισμού, σε μια παράδοξη εκκοσμίκευσή του, στην παρακμή της διακριτής ηθικοπνευματικής του διαφορετικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, πώς μπορεί να υπάρχει ο πιστός στον δημόσιο χώρο; Εκεί όπου διασταυρώνονται όλοι οι συλλογικοί εγωισμοί; Και εκεί όπου ο ουδέτερος χαρακτήρας της δημοσιότητας συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μη συγχέονται οι διακριτές θέσεις του πολίτη και του πιστού; Η σχετική, προς συζήτηση ασφαλώς, θέση του συγγραφέα, αναφορικά με τη διδασκαλία των «Θρησκευτικών» στο σχολείο αποκωδικοποιεί τη σκέψη του. Απέναντι στις γνωστές θέσεις για τη μετατροπή του εν λόγω μαθήματος σε προαιρετικό (πράγμα που θα οδηγούσε στη θρησκευτική απαιδευσία των μαθητών) ή στην εισαγωγή ενός μαθήματος «Θρησκειολογίας» (κάτι που θα σήμαινε μια μάλλον ανώφελη δεκαετή «ενημέρωση» του μαθητή για όλες τις θρησκείες της υφηλίου), ο Ζουμπουλάκης προτείνει την εισαγωγή ενός υποχρεωτικού, βιβλικού, μη-κατηχητικού, μαθήματος. Μαθήματος που δεν θα καλεί σε πίστη αλλά σε γνώση, και που η έδρα του θα είναι η ιουδαιο-χριστιανική κληρονομιά, η οποία συσσωματώνει αρκετά στοιχεία και από άλλες πολιτισμικές παραδόσεις. Με τον τρόπο αυτόν διασώζεται ο ουδετερόθρησκος χαρακτήρας του σχολείου, την ίδια στιγμή που το τελευταίο οφείλει να συνεχίζει τη μεταβίβαση μιας κληρονομιάς, πέρα από κάθε πνεύμα σεχταρισμού.

Ο τολμηρός αναστοχασμός μιας προδομένης πνευματικότητας μαζί με τη διαφύλαξη της ουδετερότητας του δημόσιου χώρου είναι το καίριο πρόβλημα που θέτει ο Ζουμπουλάκης. Με την ευθύνη του πιστού και τον ζήλο του πολίτη.

*Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Εν-στάσεις