Έντυπη Έκδοση

Περιπλανήσεις στο «σύγχρονο σχολείο»

Μιλώντας για θέματα παιδείας στον σύγχρονο κόσμο μπορείς να κάνεις απλές προτάσεις για να διαπιστώσεις την αξία του σημερινού σχολείου.

Αν έβγαινε π.χ. μια υπουργική απόφαση, που είναι δυνατή, η οποία θα αύξανε το όριο απουσιών σε 300 ή 400, ποιος από τους σημερινούς μαθητές της Γ' Λυκείου θα πήγαινε την επόμενη μέρα στο σχολείο; Σχεδόν κανείς.

Αυτό σημαίνει ότι έχουν απαρνηθεί οι μαθητές τη γνώση; Οχι, απλά θα πήγαιναν φροντιστήριο. Τι είναι λοιπόν το σχολείο; Εργαλειοθήκη βίας με εργαλεία τις απουσίες; Με αυτά τα εργαλεία οι μαθητές είναι δεμένοι γερά στις καρέκλες τους; Τι επιθυμούν οι μαθητές; Να τελειώνουν το γρηγορότερο; Ο καθένας, φυσικά, μπορεί να τους ρωτήσει. Να τους ρωτήσει αν η φαντασία τους είναι ελεύθερη, αν η διάθεσή τους για δημιουργικότητα μεγαλώνει και, όπως λέει ο Ken Robinson, αν μπορούν να κάνουν λάθος.

Το σημερινό σχολείο είναι γνωστόν ότι ακολουθεί τα χνάρια της βιομηχανικής εποχής, αλλά αυτή η εποχή πέρασε και το σχολείο της χάνεται, οι δυνατότητές του έχουν εξαντληθεί. Εν έτει, λοιπόν, 2010, το υπουργείο Παιδείας παρουσιάζει προτάσεις του 1996-1997. Πιστεύω ότι και ο τότε υπουργός Παιδείας Γ. Αρσένης, αν τον είχαν ρωτήσει, θα έλεγε: Οχι πια! Βρείτε άλλα σχήματα.

Αναφέρει, λοιπόν, το σχέδιο που παρουσιάσθηκε στο υπουργικό συμβούλιο (13.4.2010): «Για να συμμετέχει υποψήφιος εκπαιδευτικός σε πανελλήνιο διαγωνισμό για την είσοδό του στην εκπαίδευση θα πρέπει να διαθέτει πιστοποιητικό παιδαγωγικής κατάρτισης». Ν. 2525/1997§4: «Δεκτοί στον διαγωνισμό είναι οι έχοντες τα ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση... καθώς και πιστοποιητικό Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας που χορηγείται από τα ΑΕΙ».

Και εν συνεχεία: «Από τον επόμενο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ οι διορισμοί και οι προσλήψεις εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα πραγματοποιούνται αποκλειστικά από τον παραπάνω πίνακα επιτυχόντων, τη βαθμολογική βάση σε διαγωνισμό ΑΣΕΠ». Ν. 2525/1997. Αρθρο 6§1 «...από το έτος 2003 οι διορισμοί εκπαιδευτικών γίνονται αποκλειστικά από πίνακες που καταρτίζονται ύστερα από διαγωνισμό...», του ΑΣΕΠ φυσικά.

Και αλλού: «Οι διαγωνισμοί του ΑΣΕΠ για την πρόσληψη εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα διεξάγονται ανά διετία και θα είναι ανοικτοί (δηλ. δεν θα προκηρύσσεται συγκεκριμένος αριθμός θέσεων)».

Ν. 2525/1997: Αρθρο 6§3. «Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού προκηρύσσει και διενεργεί, ανά διετία, με αφετηρία το έτος 1998 διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα διοριστέων εκπαιδευτικών...».

Αναφέρεται επίσης: «Ο νεοδιόριστος μόνιμος εκπαιδευτικός παραμένει επί δύο έτη ως "δόκιμος εκπαιδευτικός". Η διετία αυτή αξιοποιείται για την καλύτερη προετοιμασία του εκπαιδευτικού να αναλάβει διδακτικό και παιδαγωγικό έργο».

Ομως, ήδη από τον Ν.2683/9.2.1999 αναφέρεται: 1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι... που διορίζονται σε οργανικές θέσεις διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία, κατά τη διάρκεια της οποίας απολύονται για λόγους που ανάγονται στην υπηρεσία τους... 2. Οι δόκιμοι υπάλληλοι κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας τους, παρακολουθούν υποχρεωτικά προγράμματα εισαγωγικής εκπαίδευσης, που οργανώνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Τα ίδια επαναλαμβάνονται και στον Ν.3528/9.2.2007 στα άρθρα 40 και 47.

Και αλλού: «Η μονιμοποίηση θα γίνει μετά από αξιολόγηση, η οποία μπορεί να καταλήξει σε πρόταση μονιμοποίησης ή σε πρόταση μετάταξής του σε άλλη υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας». Στον Ν.2683/9.2.1999 άρθρο 40§4 αναφέρεται επίσης: «Μέσα σε τρεις μήνες από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το υπηρεσιακό συμβούλιο υποχρεούται να αποφασίσει αν ο δόκιμος δημόσιος υπάλληλος είναι κατάλληλος για μονιμοποίηση».

Επομένως και τώρα γίνεται ακριβώς το ίδιο, με μια διαφορά, ότι υπάρχει η δυνατότητα μετάταξης. Η λογική αυτή υποκρύπτει την αντίληψη ότι εκείνος που δεν είναι κατάλληλος για διδασκαλία είναι κατάλληλος οπωσδήποτε για διοικητική θέση. Ομως, είναι σαφές ότι για τη διοικητική θέση είναι απαραίτητα και άλλου είδους προσόντα, τα οποία οφείλουν να ελεγχθούν και αυτά από το ΑΣΕΠ, εφόσον το υπουργείο Εσωτερικών έχει διακηρύξει ότι κανένας υπάλληλος στον δημόσιο τομέα δεν προσλαμβάνεται αν δεν ελεγχθούν τα προσόντα του από το ΑΣΕΠ σχετικά με τη θέση την οποία θα καταλάβει.

Θα ήταν άχαρο, κάποιος να συνεχίσει την αντιπαραβολή των προτάσεων του υπουργείου Παιδείας με τους παλαιούς υπάρχοντες νόμους, όμως μια τελευταία υπόμνηση για τις αποσπάσεις είναι αναγκαία. Αναφέρεται στις προτάσεις του υπουργείου: «Μεταθέσεις-Αποσπάσεις με βάση τα πραγματικά κενά και τις πραγματικές ανάγκες. Το σύστημα μεταθέσεων εξορθολογίζεται, μειώνοντας την άσκοπη και συνεχή κινητικότητα των εκπαιδευτικών που επιβαρύνει τη λειτουργία του σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί υπηρετούν πραγματικά στην οργανική τους θέση χωρίς εξαιρέσεις». Αλλά και σήμερα «Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 περ. γ' του άρθρου 16 του Ν. 1566/85 (όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν. 1674/86) καθώς και της παρ. 8 του άρθρου 1 του Ν. 3194/03, επιτρέπονται αποσπάσεις εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από ΠΥΣΠΕ σε ΠΥΣΠΕ ή από ΠΥΣΔΕ σε ΠΥΣΔΕ αντίστοιχα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις για την αντιμετώπιση σοβαρότατων αναγκών, όπως είναι βαρειές και δυσίατες ασθένειες, συνυπηρέτηση συζύγων και εξαιρετικά σοβαροί οικογενειακοί λόγοι». Οι αποσπάσεις γίνονται με απόφαση του υπουργού. Γιατί, λοιπόν, είναι αναγκαίο να εξαγγελθεί κάτι που είναι αυτονόητο καθήκον του εκάστοτε αρμοδίου υπουργού; Γιατί εξαγγέλλονται υπάρχοντες νόμοι ως καινούργιοι;

Εκείνο όμως που προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση σε ένα σχολείο που έχει προμετωπίδα του «πρώτα ο μαθητής», από θεωρητική άποψη είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται.

Ο δάσκαλος λοιπόν πρέπει να έχει, ό,τι τέλος πάντων πρέπει να έχει, γιατί; Για να αυξηθεί «η δυνατότητα να αντιμετωπίσει κανείς τις προκλήσεις της τάξης». Ο δάσκαλος, λοιπόν, στέκει «αντιμέτωπος» με τον μαθητή του οπότε, φυσικώ τω λόγω, θα πρέπει να έχει απόθεμα ισχύος. Και ποια μπορεί να είναι η βλέψη; Η νίκη; Εναντι ποίου; Του μαθητή του;

Κατά τον Παρμενίδη «το γαρ αυτό νοείν τε και είναι» (διότι το ίδιο είναι η νόηση και το είναι). Αντί, λοιπόν, να δημιουργήσουμε μια τάξη συνεργασίας, μέσω των λέξεων-νοήματος, δημιουργούμε μια τάξη αντίθεσης-είναι. Αντί να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του ο δάσκαλος για να συνεργασθεί με την τάξη του διασώζοντας την πρωτοτυπία και τη δημιουργικότητα του νέου ανθρώπου, καλείται να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του για να «αντιμετωπίσει» τις προκλήσεις της τάξης. Η τάξη «προκαλεί» σε αντιμετώπιση! Και επειδή όπως έλεγε και ο Παρμενίδης «δεν θα βρεις το νοείν χωρίς το ον, μέσα στο οποίο τούτο είναι ως εκφρασμένο», ας φτιάξουμε τον δάσκαλο της αντιμετώπισης και της αντίθεσης. Αλλά εμάς ως, «σύγχρονους», μάς ενδιαφέρει ο Παρμενίδης;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα