Έντυπη Έκδοση

Αποκλεισμοί αντί για οράματα στην Ε.Ε.

Κατά τους νεοφιλελεύθερους, όπως τους Φρίντμαν και Χάγιεκ, η ευρωζώνη δεν αποτελούσε έναν επαρκώς ορθολογικό χώρο για την εισαγωγή κοινού νομίσματος.

Ελειπαν οι απαραίτητες κοινές δομές σε αγορές και ανταγωνιστικότητα, καθώς και ως προς την κινητικότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων.

Από την άλλη, οι κεϊνσιανοί υπογράμμιζαν την έλλειψη κοινής οικονομικής διακυβέρνησης. Γενικότερα την έλλειψη των απαιτούμενων θεσμικών ευρωπαϊκών συστημάτων. Συστήματα τα οποία θα διαχειρίζονταν το ευρώ και θα διασφάλιζαν τη συνοχή του ευρωπαϊκού χώρου και την ορθή κατανομή πόρων ώστε να υπάρξει υπέρβαση ακραίων ασυμμετριών.

Σε κάθε περίπτωση, η κοινή παραδοχή όλων των σχολών είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο οικοδομήθηκε το ευρώ, το κατέστησε ένα νόμισμα μόνο για συνθήκες «καλού καιρού» και όχι «παντός καιρού».

Οταν ο καιρός θα χειροτέρευε, θα έλειπε η υποδομή που θα σταθεροποιούσε το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Είτε ως η υποδομή αναπτυγμένων αγορών (νεοφιλελεύθερο σχήμα), είτε ως το απαιτούμενο ισχυρό θεσμικό σύστημα παρέμβασης (πιο κεϊνσιανό σχήμα). Το τελευταίο, συνοδευόμενο από την απαίτηση για εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε κατεύθυνση ομοσπονδιοποίησης.

Οι ελλείψεις του ευρώ και η ευνουχισμένη κατασκευή του έγιναν πιο εμφανείς μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, ιδιαίτερα με την επανάκαμψη του νέου πολύμορφου γερμανικού εθνικισμού, αλλά και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Υπό την πίεση αυτών των δύο παραγόντων, τέθηκαν οι διαφορές στον «οικονομικό και κοινωνικό πολιτισμό», ανάμεσα σε Γερμανία και Γαλλία, στην ημερήσια διάταξη αντιμετώπισης των νέων συνθηκών. Η Γαλλία ζητάει περισσότερη κρατική παρέμβαση και θεσμικά διασφαλισμένο σύστημα νομισματικής πολιτικής. Η Γερμανία δεν το επιθυμεί αυτό. Κυρίως διότι πολλοί κύκλοι στο εσωτερικό της ελπίζουν και προσβλέπουν στην απαλλαγή της από μεταπολεμικούς περιορισμούς, που έχουν μειωθεί έτσι και αλλιώς μετά το 1989. Ιδιαίτερα, επιδιώκουν την αποδέσμευσή της από ευρωπαϊκές συμφωνίες που δεν την εξυπηρετούν άμεσα.

Διαπιστώνοντας η Γερμανία ένα κύμα κατακραυγής στον οικονομικό της εθνικισμό, έγινε τις τελευταίες εβδομάδες πιο προσεκτική. Προσπάθησε να μην εκτεθεί άμεσα ως μια ευρωσκεπτικιστική δύναμη και διατύπωσε προτάσεις «στερέωσης» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Μόνο που αυτές οι προτάσεις δεν αφορούσαν τόσο την ουσία της παραπέρα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής διαδικασίας ολοκλήρωσης, όσο την διασφάλιση των δικών της προοπτικών. Οι προτάσεις της Γερμανίας δεν αφορούν διασφάλιση του θεσμικού συστήματος του ευρώ και το παραπέρα άνοιγμα της Ε.Ε. σε μηχανισμούς εξισορρόπησης, έστω και διά μέσου των αγορών. Αλλά αφορούν ένα σύστημα πειθάρχησης που θα δυσκολεύει την παραμονή ορισμένων κρατών στην ευρωζώνη και θα υποβοηθά τα γερμανικά σχέδια για μια Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων, που προς το παρόν δεν είναι ρεαλιστικό να θέσει άμεσα.

Ηουσία αυτών των «ευρωπαϊκών προτάσεων» της Γερμανίας είναι ότι υποκαθιστούν πολιτικές και οράματα για την Ε.Ε., με μεθόδους πειθαρχίας και αποκλεισμών. Αντί να συσκέπτεται η Ε.Ε. για το δημιουργικό της μέλλον, ετοιμάζει συστήματα τιμωρίας ανάμεσα στα μέλη της. Πρόκειται για τον πλήρη αποπροσανατολισμό, του οποίου το πρώτο θύμα θα είναι η Ελλάδα.

Πολύ δε φοβάμαι, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει κατανοήσει αυτή τη νέα στρέβλωση του ευρωπαϊκού οράματος και συμπράττει στη δημιουργία αρνητικών συνθηκών ως προς τη μελλοντική θέση της ίδιας της χώρας στο ευρωπαϊκό σύστημα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Η άποψή μου