Έντυπη Έκδοση

«Πατριωτικό καθήκον» και «σωτηρία της χώρας»

Τις τελευταίες ημέρες βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της έξαρσης του πατριωτισμού ή της έντονης επίκλησής του ή ακόμα της αναφοράς σ' αυτό για τη σωτηρία της χώρας.

Το «πατριωτικό μου καθήκον», τονίζει ο, πλέον αρμόδιος ως κυβερνήτης της χώρας, πρωθυπουργός και εστιάζει σ' αυτό την πολιτική της κυβέρνησής του και τα μέτρα που παίρνει για να αντιμετωπιστεί η κρίση κ.λπ.

Στην πρόσφατη συνέντευξή του στους Πάνο Σώκο και Τάσο Παππά, που δημοσιεύθηκε στην «Κυριακάτικη» και στην «Ελευθεροτυπία» της περασμένης Δευτέρας, ο Γ. Παπανδρέου κινήθηκε σ' αυτό το πλαίσιο και σ' αυτό το επίπεδο, υπογραμμίζοντας ευθέως και σε πρώτο πρόσωπο:

- Αυτό είναι το πατριωτικό μου καθήκον. Να βγάλω τη χώρα από την κρίση και την επιτήρηση.

- Θεώρησα πατριωτικό μου καθήκον να σώσω τη χώρα μου και όχι να αποδεχθώ αμαχητί τη χρεοκοπία της.

Στην ίδια «πατριωτική λογική» κινείται όταν καλεί όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις να μπουν ουσιαστικά σε συστοιχία με το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση, εν ονόματι ακριβώς της σωτηρίας της πατρίδας, όπως την εννοεί ο ίδιος και η κυβέρνησή του:

- Είναι ένα νομοσχέδιο (το Ασφαλιστικό) που θα όφειλαν να ψηφίσουν όλοι οι βουλευτές.

- Θα ήθελα ειλικρινά να δω τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας να βάζουν την κρίσιμη αυτή στιγμή πίσω τις μικροκομματικές λογικές και να προτάσσουν το συμφέρον της χώρας μας και την ασφάλεια των πολιτών.

- Δεν είναι ώρα για μικροκομματικά παιχνίδια. Παίζεται η τύχη της χώρας μας.

- Τώρα είναι ώρα, η ώρα του Ελληνα, της Ελληνίδας, να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους.

- Εχουν καθήκον όσοι θέλουν να λέγονται αριστεροί να απορρίψουν το δογματισμό, αλλά να κρατούν στάση ευθύνης.

Απευθύνεται βεβαίως και ευθέως και στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, αλλά όχι μόνο σ' αυτό:

- Πιστεύω ότι όλοι μας αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη που έχουμε ν' αλλάξουμε τη χώρα.

Ο κ. Παπανδρέου είναι μάλλον σαφής και αποκαλυπτικός πώς εννοεί το «πατριωτικό καθήκον» και το συνοδεύει με τα «σώζω τη χώρα μου» και «βγάζω τη χώρα από την κρίση».

Οσο κι αν προσπαθήσει κανείς να δεχθεί ότι το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποιεί μπορεί να υποδηλώνει την ευθύνη και τον ρόλο του πρωθυπουργού, είναι μάλλον φανερό ότι αυτό το πρώτο πρόσωπο θέλει να δείξει πως αυτός κατέχει την απόλυτη αλήθεια και αυτός προσδιορίζει πώς, με ποιο τρόπο, θα σωθεί η χώρα. Ταυτόχρονα, καλεί όλους, και τους δικούς του και τους αντιπάλους του, να δεχθούν αυτή τη μοναδική αλήθεια και τον απόλυτο τρόπο, που ο ίδιος επιλέγει, προβάλλει και διακηρύσσει. Αποκορύφωμα αυτής της νοοτροπίας και αυτής της αντίληψης είναι όταν απευθύνεται «στον Ελληνα και την Ελληνίδα να πάρουν την τύχη στα χέρια τους».

Με άλλα λόγια, μπορούμε να πούμε ότι τους καλεί, τον Ελληνα και την Ελληνίδα, να «μην γκρινιάζουν», να κλείσουν τα αυτιά τους, να παρατήσουν, να παραμερίσουν τα κόμματά τους και να συστρατευθούν μαζί του.

Η επίκληση του «πατριωτισμού», η χρησιμοποίηση του πρώτου προσώπου, η έκκληση στους Ελληνες και τις Ελληνίδες αποκαλύπτουν όμως και αδυναμία, ότι βρίσκεται σε δύσκολη και δυσχερή θέση, ότι δεν πείθουν η πολιτική και τα μέτρα. Είναι ίδιον των καταστάσεων όταν δεν μπορείς να πείσεις, πολύ περισσότερο όταν δεν μπορείς να εμπνεύσεις, να καταφεύγεις σε γενικεύσεις και γενικώς σε διακηρύξεις περί σωτηρίας. Αλλωστε, η συνταγή αλλά και η ιστορία με σωτήρες και Μεσσίες δεν είναι καινούργιες. Είναι όμως διδακτικές και των προθέσεων και της αντίληψης, αλλά και της κατάληξης που έχουν και που δεν είναι άλλη από την αποτυχία και την καταστροφή.

Η γλώσσα, η ελληνική γλώσσα, είναι και πλούσια και εκφράζει, θες δεν θες, αυτό που λες. Κι από την άλλη μεριά η παροιμία είναι φαρμακερή: Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει. Το «θεώρησα πατριωτικό μου καθήκον να σώσω» είναι ολοκληρωτική αντίληψη, εκφράζει διάθεση και στάση ολοκληρωτισμού. Ο ίδιος ο ολοκληρωτισμός ταυτίζεται με την αυθαιρεσία, με την απολυταρχία, με την αντιδημοκρατική συμπεριφορά, καθώς έχει αφετηρία τη γνώμη του ενός, ο οποίος στη συνέχεια επιβάλλει ή θέλει να επιβάλει τη γνώμη του, την άποψή του, την απόφασή του, αγνοώντας άλλες απόψεις, παρακάμπτοντας αντιδράσεις, είτε ατομικές είτε συλλογικές και οργανωμένες.

Κι ακόμα, προβάλλοντας τη δική του «πατριωτική» στάση και το δικό του «πατριωτικό» καθήκον θεωρεί εξ αντικειμένου ότι όλα τα άλλα είναι «αντιπατριωτικά». Και εδώ έρχεται, με την έκκληση στον Ελληνα και την Ελληνίδα, να επεκτείνει την ολοκληρωτική αντίληψη, θεωρώντας το ζήτημα εθνικό, κατά τη δική του λογική. Πόσα χρόνια μάς γυρίζει πίσω η αντίληψη αυτή; Τότε η Ελλάδα είχε μπει στον «γύψο», ενώ τώρα, κατά τη δική του έκφραση, είναι «στην εντατική».

Σέβεται τους θεσμούς του κράτους, λέει. Ωστόσο, το Ελεγκτικό Συνέδριο «εκφράζει μη δεσμευτική γνώμη», παρατηρεί και συμπληρώνει: «Θα τη μελετήσουμε και θα τη λάβουμε σοβαρά υπ' όψιν, όπως θα λάβουμε υπ' όψιν μας και άλλες γνώμες που διατυπώνονται ή θα διατυπωθούν». Κι όμως, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής αποφαίνεται: «Προβλέπεται ότι η γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αναγκαία για κάθε είδους θέματα απονομής συντάξεων που βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Δημοσίου». Στην «αναγκαία» άρα υποχρεωτική αντιπαραθέτει «άλλες γνώμες» (ποιων;) και βεβαίως υπερισχύει το «πατριωτικό καθήκον»! Παρακάμπτονται, λοιπόν, οι θεσμοί. Μήπως και το Σύνταγμα, που «εμποδίζει κάτι πολύ λογικό, το οποίο ισχύει σε πολλές άλλες χώρες»;

Με ποια δική του «λογική» ο πρωθυπουργός θεωρεί «πατριωτικό καθήκον» του να επιτίθεται ανοιχτά στο Σύνταγμα, αμφισβητώντας το ουσιαστικά, τη στιγμή που θεωρείται (ή καλύτερα οφείλει να είναι) ο υπερασπιστής του; Μην ξεχνούμε ότι «το Σύνταγμα επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων»!

Αλλά και σύμβουλοί του οικονομολόγοι νομπελίστες άλλα τού έλεγαν, άλλα τον συμβούλευαν κι άλλα αυτός και η κυβέρνησή του πράττουν.

Απότοκη της «πατριωτικής» (για το συμφέρον της πατρίδας αορίστως) αντίληψης είναι και η επίθεση που καλλιεργείται στον συνδικαλισμό, ο οποίος «βαρύνεται» και είναι υπεύθυνος για τις κατακτήσεις των εργαζομένων, δεκαετίες τώρα, στο Ασφαλιστικό και στο Εργασιακό. Ναι, έχουν κατακτήσεις, πέρα από κάποιες στρεβλώσεις της λογικής τών πάντοτε κρατούντων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων. Είναι κατακτήσεις στους τομείς της εργασίας, της ασφάλισης, των συντάξεων και τώρα κατεδαφίζονται. Ο πρωθυπουργός μιλάει απαξιωτικά για «απεργίες κάθε φορά που επιχειρούμε να αλλάξουμε κάτι, να εφαρμόσουμε καινοτομίες». Την ίδια μέρα ο υπουργός Υποδομών Δ. Ρέππας αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει: «Δεν φταίει το σύνολο των εργαζομένων ούτε για τα μεγάλα ελλείμματα ούτε για την κακοδιαχείριση (...). Υπάρχει πλούτος που πρέπει να φορολογηθεί πιο αποτελεσματικά».

Η αλαζονεία γενικώς υποκρύπτει αλλά και αποκαλύπτει αδυναμία. Δεν είναι δυνατός ο πρωθυπουργός. Ούτε τον κάνουν δυνατό οι περί αυτόν, το περιβάλλον του. Η αυλή έχει ιστορία στον τόπο, όποια έννοια κι αν της δώσουμε...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα