Έντυπη Έκδοση

Γενικές συνταγές και ελληνικές ιδιομορφίες

Οι αποκλίσεις από τους στόχους ένα χρόνο μετά την εφαρμογή του μνημονίου αποδίδονται από την τρόικα αποκλειστικά και μόνο στις καθυστερήσεις εφαρμογής των συμφωνηθέντων μέτρων από τη χώρα μας.

Είναι αλήθεια ότι η χώρα μας δεν προχώρησε με ταχύτητα σε διαρθρωτικές αλλαγές , όπως ιδιωτικοποιήσεις, εξορθολογισμό δαπανών υπουργείων, συγχωνεύσεις και καταργήσεις οργανισμών, αξιοποίηση περιουσίας , άνοιγμα αγορών και επαγγελμάτων κ.λπ.

Εφάρμοσε όμως στο ακέραιο μειώσεις μισθών, συντάξεων και γενικά δημόσιων δαπανών και αύξησε τη φορολογία, ιδίως τον ΦΠΑ, όπως ζητούσε η τρόικα στο μνημόνιο. Αυτό όμως είχε ως συνέπεια μεγάλη ύφεση, λόγω της μείωσης της κατανάλωσης, σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο αναμενόταν, επειδή η ανάπτυξη (μεγέθυνση) της ελληνικής οικονομίας βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση και όχι στην παραγωγή. Ταυτόχρονα, η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ δεν οδήγησε στην αύξηση των εσόδων, λόγω της μεγάλης ύφεσης, αλλά αντίθετα στην αύξηση του πληθωρισμού, πολύ περισσότερο απ' όσο αναμενόταν, επειδή η ελληνική αγορά είναι σε μεγάλο βαθμό ολιγοπωλιακή και επιτρέπει τη μετακύλιση των φόρων στους καταναλωτές.

Η αύξηση των συντελεστών της άμεσης φορολογίας δεν έφερε την αναμενόμενη αύξηση φορολογικών εσόδων, όχι μόνο επειδή συρρικνώθηκαν τα εισοδήματα, αλλά και επειδή μόνο το 50% των εργαζομένων φορολογείται, ουσιαστικά δηλαδή οι μισθωτοί του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Το υπόλοιπο 50% μπορεί να αποφύγει μερικά ή και ολικά τη φορολογία, εφόσον πρόκειται για επιχειρηματίες, βιοτέχνες, ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους, αγρότες κ.ά. Είναι ουτοπία η σύλληψη της φοροδιαφυγής όλων αυτών χωρίς την εφαρμογή των αντικειμενικών τεκμηρίων της δεκαετίας του '90, που δυστυχώς καταργήθηκαν.

Τέλος, παρατηρήθηκε μια τεράστια μείωση των καταθέσεων (40-50 δισ. ευρώ) από τις τράπεζες όχι για κατανάλωση, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων, όπως αναμενόταν, αλλά για προφύλαξη από πιθανή χρεοκοπία ή επιστροφή στη δραχμή.

Είναι μάλλον φανερό συνεπώς, ότι οι γενικές μακροοικονομικές «συνταγές» προς υπερχρεωμένες οικονομίες, που διαθέτει το ΔΝΤ και οι οποίες επιβλήθηκαν και στη χώρα μας, δεν πήραν υπόψη τις «ιδιομορφίες» της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή τη μεγάλη σημασία της κατανάλωσης για τη διαμόρφωση του ΑΕΠ, την ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς, το γεγονός ότι μόνο το 50% των εργαζομένων είναι μισθωτοί (όταν στις ευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό αυτό είναι 80-90%) και ότι καταθέσεις 40 δισ. (μέρος της παραοικονομικής δραστηριότητας) δεν «πήγαν» στην κατανάλωση αλλά στο εξωτερικό ή στις θυρίδες και στα σεντούκια των κατόχων τους.

Τα παραπάνω προφανώς δεν «αθωώνουν» τη χώρα μας για την ολιγωρία της στην προσπάθεια μείωσης του τεράστιου και πολυπλόκαμου δημόσιου τομέα με το πλήθος των ΔΕΚΟ, ούτε για την αδιαφορία τους για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, εφόσον όλα αυτά είχαν συμφωνηθεί στο μνημόνιο.

Ομως η επανάληψη των ίδιων «συνταγών», δηλαδή η λήψη μέτρων που αφορούν νέες περικοπές στους μισθούς και στις συντάξεις και νέα αύξηση των φορολογικών συντελεστών μπροστά στη σημερινή δύσκολη κατάσταση, λόγω της μερικής αποτυχίας των προηγούμενων, πριν εφαρμοσθούν και πάλι εξ ανάγκης για την αποφυγή χρεοκοπίας, πρέπει να εξηγηθούν στους πολίτες.

Η συναίνεση των βασικών πολιτικών δυνάμεων μπορεί με κάποιο τρόπο να εξασφαλισθεί. Πρέπει όμως να επιδιωχθεί η συναίνεση των πολιτών και κυρίως των μισθωτών και συνταξιούχων, οι οποίοι όλο και λιγότερο αντιπροσωπεύονται από το πολιτικό σύστημα και όλο και περισσότερο επωμίζονται τα βάρη της σημερινής κρίσης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Η άποψή μου