Έντυπη Έκδοση

Ανασύνταξη δυνάμεων μετά την ήττα

Η ελληνική οικονομία μέσα στον ανελέητο πόλεμο του διεθνούς ανταγωνισμού έχασε τη μεγάλη μάχη, που είχε αρχίσει με την ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 1981.

Ο αγώνας κορυφώθηκε με την ένταξη στην ευρωζώνη το 2001, μετά από μια υπερπροσπάθεια στη δεκαετία του '90 να εκπληρωθούν τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ για τον πληθωρισμό, το έλλειμμα και το χρέος.

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά βρισκόμαστε στη φάση της οπισθοχώρησης μετά την ήττα, με όλα τα βασικά μεγέθη να ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 12% τα τρία τελευταία χρόνια, το μέσο πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων μειώθηκε κατά τουλάχιστον 20% (10% τα ονομαστικά εισοδήματα και 10% ο πληθωρισμός) στην ίδια περίοδο, δηλαδή από το 2009 μέχρι σήμερα, σε μια απελπισμένη προσπάθεια αποπληρωμής του συσσωρευμένου χρέους μας που φθάνει σήμερα τα 360 δισ. ευρώ ή το 160% περίπου του ΑΕΠ.

Προφανώς, το μέγεθος του χρέους δείχνει την αδυναμία της χώρας μας να αντιμετωπίσει το διεθνή ανταγωνισμό, καθώς δεν υπάρχει πλέον εξωτερική προστασία μέσα στην Ε.Ε. και ειδικότερα μέσα στην ευρωζώνη.

Το μέγεθος του ελλείμματος στον προϋπολογισμό, που παρά τη μείωσή του με τεράστιο κοινωνικό κόστος, βρίσκεται ακόμη κοντά στο 10% του ΑΕΠ, δείχνει την αδυναμία της χώρας μας να εξορθολογίσει τις δημόσιες δαπάνες και να εκσυγχρονίσει τον εισπρακτικό μηχανισμό του για τη σύλληψη της φοροδιαφυγής. Το μέγεθος του ελλείμματος εξωτερικών πληρωμών, που φθάνει επίσης κοντά στο 10% του ΑΕΠ, παρά τη μεγάλη μείωση της δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης, δείχνει την αδυναμία της χώρας να παράγει αγαθά και υπηρεσίες για την εσωτερική και τη διεθνή αγορά και να είναι έτσι υποχρεωμένη να εισάγει σχεδόν τα πάντα από το εξωτερικό (οι εξαγωγές καλύπτουν μόνο το 25% της αξίας των εισαγωγών).

Η μάχη της ελληνικής οικονομίας στον πόλεμο του διεθνούς ανταγωνισμού έχει χαθεί πριν αρκετά χρόνια. Η παγκόσμια οικονομική κρίση αποκάλυψε την πραγματικότητα της ήττας με τρόπο τραγικό για την ελληνική κοινωνία. Ηταν αρκετή η «συνειδητοποίηση» από τις διεθνείς αγορές ότι η Ελλάδα άρχισε να «δυσκολεύεται» στην αποπληρωμή των δανείων, όταν το χρέος συσσωρεύτηκε πάνω από ένα όριο, για να ξεκινήσει η χιονοστιβάδα της ανόδου των επιτοκίων που οδήγησε τη χώρα μας εκτός των αγορών και χρειάστηκε τη συνδρομή των εταίρων της στην ευρωζώνη.

Η συνδρομή των εταίρων της συνοδεύθηκε από το ΔΝΤ και από όρους για να πληρωθούν χρέη της, τα οποία συνέχισαν να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, λόγω της ολιγωρίας στην εφαρμογή διαρθρωτικών μέτρων και της «απροσδόκητα» μεγάλης ύφεσης. Ετσι φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Το χρέος της χώρας μας έγινε πλέον μη αντιμετωπίσιμο (μη βιώσιμο). Οι εταίροι και δανειστές μας στην Ε.Ε. έκριναν σωστά ότι πρέπει να μειωθεί (να κουρευτεί), ευτυχώς μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης και με «εθελοντικό τρόπο» από τους ιδιώτες πιστωτές.

Οι αποφάσεις της Ε.Ε. μπορούν, ίσως, να αντιμετωπίσουν σε κάποιο βαθμό αυτό το πρόβλημα. Ομως, το ζήτημα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, που οδήγησε στη σημερινή κατάσταση, μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνον με τη συνειδητοποίηση από όλους τους έλληνες πολίτες των τραγικών συνεπειών της ήττας. Ετσι μετά από μια συντεταγμένη υποχώρηση, αυτή η ήττα μπορεί να οδηγήσει σε ανασύνταξη των δυνάμεών μας για να μην χάσουμε στο μέλλον και άλλες μάχες περισσότερο οδυνηρές στον οικονομικό πόλεμο που βρίσκεται μπροστά μας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Η άποψή μου