Έντυπη Έκδοση

Καθώς πέφτουμε

Η πασίγνωστη αφήγηση προλογίζει την ταινία La Haine («Το Μίσος») του Κασοβίτς: «Είναι, που λες, κάποιος και πέφτει από ένα πενηνταώροφο κτήριο. Ο τύπος όσην ώρα πέφτει λέει ξανά και ξανά για να παρηγορηθεί: "Μέχρι εδώ όλα καλά, μέχρι εδώ όλα καλά, μέχρι εδώ όλα καλά". Ομως αυτό που μετράει δεν είναι η πτώση, είναι η πρόσκρουση».

Δεν έγιναν τώρα τελευταία οι δημοσιογράφοι γνώμης πιο θρασείς και υπερόπτες ή πιο καζουιστές. Δεν στέγνωσαν πρόπερσι από γνήσια ενσυναίσθηση (γιατί από υποκριτική διαθέτουν να περάσουν πολλούς χειμώνες ακόμη). Ετσι τους θυμάμαι από καταβολής ιδιωτικής τηλεόρασης και από τον καιρό που τα εκδοτικά συγκροτήματα σφιχταγκαλιάστηκαν φανερά με τα όποια συμφέροντα: να ευαγγελίζονται είτε μπλαζεδοψύχραιμη είτε γκλαμουρολαϊκιά χρηστομάθεια και να νουθετούν. Να σιωπούν για τα καίρια και να ρητορεύουν αυτάρεσκα για τα ανώδυνα, δηλαδή να κάνουν δημόσιες σχέσεις αντί για δημοσιογραφία. Οπως τώρα.

Δεν έγιναν πρόσφατα οι συγγραφείς, διανοούμενοι και λοιποί πνευματικοί άνθρωποι, τιμητές και λυκειάρχες. Πάντοτε φύσει διαφορετικοί από τους χαζούς αστούς, ως ευφυέστεροι, αλλά και από τον κάφρο Ελληνάρα, ως πιο καλλιεργημένοι. Σταθερά κι αμείωτα ερωτευμένοι: άλλοι με την εύτακτη ή με τη χημικά ολοζώντανη (αναλόγως) φούσκα στις σχετικές γειτονιές του Παρισιού, του Βερολίνου, του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης και του Ελ-Εϊ, άλλοι με νεορθόδοξα οράματα κοινοτήτων σφιχταγκαλιασμένων - για να φτάνει πιο εύκολα ο ένας το λαρύγγι του άλλου, ποτέ δεν ξέρεις.

Αυτό που όμως άλλαξε είναι ότι πέφτουμε πια. Είτε γιατί έλιωσε και έσπασε ο σαθρός πρόβολος πάνω στον οποίο στεκόμασταν, όπως ισχυρίζονται δημοσιογράφοι, διανοούμενοι και οι πολιτικοί του business as usual, είτε και γιατί μας έσπρωξαν στο κενό.

Οσοι επαναλαμβάνουν ψιθυριστά την παραμυθία ή την παραμύθα τού «μέχρι εδώ όλα καλά», όσοι πιστεύουν ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά, ξέρουν ωστόσο πως πέφτουμε: το αντιλαμβάνονται και από την αίσθηση έλλειψης βάρους. Ολα μοιάζουν να αιωρούνται, όλα λέγονται, όλα παίζονται, όλα είναι στον αέρα. Οι ζωές που χάνονται (δεν σταμάτησαν οι αυτοκτονίες), η Υγεία και η Παιδεία που περνούν οριστικά στα χέρια ιδιωτών και των πελατών τους, οι συνθήκες διαβίωσης που εξαχνώνονται, οι ελευθερίες, τα δικαιώματα, οι ίδιοι οι θεσμοί που συνθλίβονται: όλα είναι αβάσταχτα ελαφριές υποθέσεις. Ολα τα γεγονότα μπορούν να γυρίσουν το μέσα έξω, με ολίγη από κακοχυμένη αποδόμηση, που ευδοκιμεί πια σε έναν τόπο, ο οποίος εχθρεύεται παλαιόθεν την κριτική (γιατί τη θεωρεί απαξίωση) και την κριτική σκέψη.

Κάποιοι από όσους πέφτουμε θυμόμαστε από το σχολείο ότι η πτώση είναι επιταχυνόμενη κίνηση. Και οι υπόλοιποι το ζούμε βεβαίως, αφού πια δεν προλαβαίνουμε τις εξελίξεις: λάθρα εκποιήσεις εθνικού πλούτου, γενικευμένη αστυνομική κτηνωδία προς σωφρονισμόν, δολοφόνοι με ασυλία, έφηβοι γηγενείς χωρίς ιθαγένεια, λαϊκά δικαστήρια όπου δικάζονται γονείς ενηλίκων γιατί δεν ανέθρεψαν τα παιδιά τους σωστά (το σχολείο κατηγορήστε: αυτό μας μαθαίνει ότι η πατρίδα μας λευτερώθηκε από άνομους πλιατσικολόγους κλεφταρματολούς, που έπαιζαν κρυφτούλι με τις οθωμανικές αρχές). Και ποιος ξέρει τι άλλο, μέχρι να έρθει το Σάββατο και να τυπωθούν αυτές οι αράδες. Αράδες που κανονικά θα έπρεπε να είναι ουρλιαχτό: αυτό μας αρμόζει καθώς πέφτουμε.

Αλλά ας μην κλείσω με ουρλιαχτά. Ας κλείσω νηφάλια, αξιοποιώντας την τεχνική του μοντάζ.

Οταν ήμουν φοιτητής έπεσε στα χέρια μου ένα λογοτεχνικό αλμανάκ από τη συλλογή του παππού. Της Ενωσης Συντακτών, νομίζω. Πολλά γνωστά ονόματα των γραμμάτων μας, που αναγνωρίζουμε από ανθολογίες και σχολικά βιβλία, έγραφαν εκεί για την επικαιρότητα. Για το αν ορθώς δενδροφυτεύτηκαν η Ακρόπολη κι ο Φιλόπαππος με πεύκα αντί για ελιές αττικές. Για τη νοοτροπία του Ελληνα. Για το πώς με σύνεση και ομοψυχία «θα περάσουμε την παρούσα δύσκολη συγκυρία». Στο εξώφυλλο υπήρχαν ευχές για ευτυχές το 1943.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Blogs in Print