Έντυπη Έκδοση

Το κάτω απ' την ψυχούλα

Γράφει ο Old boy: http://oldboy.blogspot.com

Μερικά πλάνα από το βίντεο του χρυσαυγίτη πολιτευτή, που μιλάει για φούρνους και σαπούνια, θα μπορούσαν να ανήκουν σε σίκουελ της ταινίας του Φίλιππου Τσίτου, «Ακαδημία Πλάτωνος».

Οι ομοιότητες είναι πολλές: όπως ο Πλωμαρίτης κάθεται σε τραπεζάκια έξω και απολαμβάνει τον καφέ του χαριεντιζόμενος με τους ομοϊδεάτες του, έτσι και στην ταινία τέσσερις μεσήλικοι Ελληνες κάθονται όλη μέρα σε τραπεζάκια έξω, πίνοντας φραπέδες και μπίρες και βλέποντας την ώς τότε ολόδική τους αθηναϊκή γειτονιά να γεμίζει με κινέζικα μαγαζιά. Εκείνοι σχολιάζουν περιπαικτικά τους Κινέζους απέναντί τους, ο χρυσαυγίτης αποκαλεί «μπαμπουίνο» έναν μετανάστη που σέρνει ένα καρότσι απέναντί του. Ενα μαύρο σκυλί δίπλα στον Πλωμαρίτη φέρνει στο νου το σκύλο της ταινίας, ονόματι Patriot, που είναι εκπαιδευμένος να μυρίζει και να γαβγίζει ειδικά τους Αλβανούς.

Η ταινία προβλήθηκε το φθινόπωρο του 2009, τους τελευταίους δηλαδή μήνες της παλιάς μας ζωής. Και διαδραματίζεται στην καλύτερη εποχή της παλιάς μας ζωής, λίγους μήνες δηλαδή μετά το ονειρικό καλοκαίρι του 2004. Το 2009 έλεγα για την ταινία: «Εχεις την αίσθηση ότι οι τέσσερις φίλοι δεν θα σου πουν αυτό που θα σου πουν οι περισσότεροι, δηλαδή το κλασικό: "Προς Θεού, μη με παρεξηγήσεις, εγώ δεν είμαι ρατσιστής". Ετσι, αν δεχθούμε ότι αν ακούσεις κάποιον να ξεκινάει με αυτή τη φράση, ξέρεις πως αμέσως μετά θα ακολουθήσει σειρά ρατσιστικών σχολίων, οι τέσσερις φίλοι είναι ένα σκαλί πιο πέρα· και πράγματι είναι, όταν τους βλέπουμε να πειράζουν φραστικά έναν Αλβανό. Λίγες μέρες μετά όμως θα τον φωνάξουν να παίξει μπάλα μαζί τους. Γιατί τελικά οι τέσσερις φίλοι (αν και με κάποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους) είναι σαν το συγκεκριμένο σκυλί της ταινίας: άκακοι. Ο ρατσισμός τους περιορίζεται στο γάβγισμα. Δαγκώματα τύπου Χρυσής Αυγής όχι μόνο δεν περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριό τους, αλλά φαίνεται και ότι είναι ολότελα έξω από το χαρακτήρα τους. Ισως είναι ένας τρόπος με τον οποίο θέλουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας· ότι δηλαδή ακόμη κι αυτός που το ρατσισμό του δεν θα τον καλύψει, αλλά θα τον φωνάξει ελεύθερα, έχει κατά βάθος χρυσή καρδιά· ότι ο ρατσισμός μας είναι τελικά επιφανειακός, αφού και σπίτι μας θα τον βάλουμε τον Αλβανό και αδελφός μας θα δεχτούμε, έστω με προσωπική συντριβή, ότι είναι».

Πώς μπορούμε να ξαναδούμε την ταινία το 2013; Πόσοι από τους τέσσερις να ψήφισαν πέρσι Πλωμαρίτη; Δεν είναι προφανέστατα προνύμφες του ψηφοφόρου που εκτόξευσε τη Χ.Α.; Γιατί διάβασα την ταινία έτσι τότε και δεν με φόβισε τίποτε; Μήπως παραείδαμε με κατανόηση τον εαυτό μας; Μήπως το μεγαλύτερο κακό είναι πως θεωρούσαμε ότι ήμασταν άκακοι; Μήπως προτιμούσα να ζω σε μια χώρα που το αστείο είναι αστείο και τίποτα παραπάνω -σάμπως εγώ δεν έχω κάνει άλλωστε ιδιωτικά παρόμοια τέτοια;- και που εν πάση περιπτώσει, ό,τι κι αν λέγαμε, κατά βάθος ήμασταν ψυχούλες;

Μα δεν θα μπορούσε να είχε μείνει όλο αυτό εγκλωβισμένο στα γαβγίσματα, στα ανέκδοτα, στη συνείδηση του ότι δεν κάνει να λέμε τέτοια και στα σοβαρά; Θα μπορούσε και θα έμενε, αν δεν ερχόταν η συνολική ανατροπή της ζωής μας. Αλλά όπως δεν ήταν νομοτελειακή εξέλιξη, δεν ήταν και κάτι που ήρθε από το πουθενά. Με ριζικά κλονισμένη την υλική συνθήκη που αποτελούσε τμήμα της ταυτότητάς μας, πολλοί από εμάς βρήκαν καταφύγιο στο προϋπάρχον σιχαμένο τμήμα της, το οποίο γίνεται απενοχοποιημένα τώρα κυρίαρχο. Ο Ελληνας του καλοκαιριού του 2004 μεταμορφώνεται στον Ελληνα της κρίσης. Αν εκεί αρκείται να γιουχάρει τους «αράπηδες» στον τελικό των 200 μέτρων επειδή του στέρησαν λίγη φαντασιακή εκσπερμάτωση ακόμα, τώρα θα προχωρήσει στον Κασιδιάρη. Είμαι στην Πορτογαλία, η Εθνική έχει μόλις προκριθεί στον τελικό, αποχωρώντας από το γήπεδο Πορτογάλοι φίλαθλοι μας χειροκροτούν. Από δίπλα μου τους απαντούν με κωλοδάχτυλα και με «στον τελικό θα σας γαμήσουμε». Γαβγίζαμε και δεν δαγκώναμε όσο ήμασταν από πάνω. Αλλά κάτω από την ψυχούλα δεν αποκλείεται να ήμασταν πάντοτε σκυλιά.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Blogs in Print