Έντυπη Έκδοση

Υμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας - «Επιτάφιος» των Ρίτσου - Θεοδωράκη

Βυζαντινά Πάθη, λαϊκά Πάθη

Οκύκλος των εκδηλώσεων με τον οποίο τίμησε τα Πάθη του Χριστού το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών είχε την εύγλωττη και απολύτως συμβατή ονομασία «Αντάτζιο - Μουσικές για τις μέρες του Πάσχα». Δομήθηκε με τέσσερις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εκδηλώσεις.

Τη Μεγάλη Τρίτη, 15 Απριλίου, την ώρα που στις εκκλησιές της Ορθοδοξίας ψαλλόταν το περίφημο Τροπάριο της Κασσιανής «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...», στην αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης βιώσαμε μιαν εξαιρετική σύζευξη βυζαντινού μέλους αναδυόμενου από την Εβδομάδα των Παθών, με ομόλογα παραδοσιακά και λαϊκά τραγούδια· τα λαϊκά εκπροσωπήθηκαν αποκλειστικά από τον κύκλο Επιτάφιος, που προέκυψε από τη μελοποίηση ποιητικού λόγου του Γιάννη Ρίτσου, από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Το πρόγραμμα της εκδήλωσης είχε δύο διακριτά μέρη. Στο πρώτο η Νεκταρία Καραντζή ερμήνευσε ύμνους από τις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας και δύο θρήνους από την παράδοση, ενώ στο δεύτερο ερμηνεύτηκε ο Επιτάφιος. Τα δύο αυτά μέρη δεν ήσαν απλώς ταιριαστά με το πνεύμα των ημερών, ήσαν ταιριαστά και μεταξύ τους τόσο στιχουργικά («Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον...» θρηνεί η Παναγιά διά του Βυζαντινού υμνογράφου, «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδίας μου...» μοιρολογεί η χαροκαμένη μάνα, διά του Γιάννη Ρίτσου) όσο και μουσικά (οι βυζαντινοί ύμνοι αποτέλεσαν, ομολογημένα, μια πρωταρχική πηγή έμπνευσης για τον Μίκη Θεοδωράκη).

Η Νεκταρία Καραντζή ερμήνευσε τους ύμνους και τους παραδοσιακούς θρήνους χωρίς οργανική ή φωνητική συνοδεία. Ο μόνος επί σκηνής μουσικός ήταν ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης, ο οποίος προσέφερε μερικές μόνο διακριτικές πινελιές ισοκρατήματος με το μπάσο κλαρινέτο του. Στη σκηνή, ωστόσο, ήταν και ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου, ο οποίος ως εκκλησιαστικός εξάγγελος διάβαζε με την επιβλητική φωνή του εδάφια από ψαλμούς, κοντάκια, καθίσματα, άμεσα συνυφασμένα με τους επιλεγμένους ύμνους από τις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, που ερμήνευσε η ψάλτρια. Οι αναγνώσεις του ανάμεσα στις ψαλμωδίες προσέφεραν στο ακρόαμα μιαν ιδιαίτερη συνοχή και αναδείκνυαν, όπως και οι ψαλμωδίες, άλλωστε, τη στιχουργική ωραιότητα της βυζαντινής υμνολογίας. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς! Το ανυπέρβλητο στιχουργικό ήθος του ύμνου «Εις την Παναγίαν» που συνέγραψε ο Ρωμανός ο Μελωδός -αναγνώστηκαν τα αποσπάσματά του «Υπάγεις, ω τέκνον, προς άδικον φόνον...» και «Τι δακρύεις, μήτηρ;»- ή τον κατανυκτικό λόγο των εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής και των ύμνων «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», «Τον νυμφώνα σου βλέπω», «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου».

Με την άχραντη φωνή της η Νεκταρία Καραντζή δημιούργησε από την αρχή -παραδοσιακός Θρήνος της Παναγιάς από την Κύπρο- την απαιτούμενη κατανυκτική ατμόσφαιρα. Προσέγγισε τις επιλογές προτάσσοντας τη σιγουριά της γνώσης και την αφοσίωση. Η προσφορά της επεφύλασσε μια συγκινητική έκπληξη: πριν αρχίσει να ερμηνεύει την προβλεπόμενη επιλογή από τις τρεις Στάσεις των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής («Η ζωή εν τάφω», «Αξιον εστί», «Αι γενεαί πάσαι»), κάλεσε στη σκηνή τον εκ των δασκάλων της και μέγιστο υπερασπιστή του παραδοσιακού τραγουδιού Χρόνη Αηδονίδη για να ψάλουν μαζί. Η συγκίνησή του ήταν εμφανέστατη τόσο στο πρόσωπο όσο και στη φωνή του. Μαζί ερμήνευσαν και τον εξαίσιο παραδοσιακό θρήνο «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα», με τον οποίο ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος, και ακολούθως, εκτός προγράμματος, το αναστάσιμο στιχηρό των αίνων, σε ήχο Γ', «Εις το μνήμα σε επεζήτησεν...». Στιγμές ανεπανάληπτες...

Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούσαμε τον κύκλο τραγουδιών «Επιτάφιος», σε μια καινούργια εκδοχή, εκπονημένη ειδικά για την περίπτωση από τον Γιάννη Σαμπροβαλάκη. Η μεταγραφή του -γιατί περί μεταγραφής πρόκειται και όχι περί διασκευής- ισορροπώντας ανάμεσα στο λαϊκό και το λόγιο, είναι αποστασιοποιημένη από τα λαϊκά ερείσματα της πρώτης, κατά Θεοδωράκη, εκδοχής του έργου, μολονότι το λαϊκό ηχόχρωμα δεν λείπει· το προσδίδει κυρίως το μαντολίνο, ένα από τα πέντε όργανα που χρησιμοποιήθηκαν ως συνοδευτικά της φωνής. Τα υπόλοιπα είναι κλαρινέτο, βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο. Ο μεταγραφέας προσέγγισε το εμβληματικό αυτό έργο, που άλλαξε τον ρουν του ελληνικού τραγουδιού, με ιδιαίτερο σεβασμό και συγκρατημένη τόλμη. Με τις προτάσεις του απέφυγε να διαταράξει τη συνοχή του λόγου και της μουσικής που χαρακτηρίζει το πρωτότυπο. Στην περίπτωση μάλιστα του τραγουδιού «Στο παραθύρι στέκοσουν» -που μαζί με το «Ησουν καλός» εκφράζουν την αισθητική του «Αρχιπελάγους», καθώς είναι πιο φωτεινά, σε μείζονες τονικότητες, και πιο γοργόρυθμα από τα άλλα- λειτούργησε βελτιωτικά αφού στην ακροτελεύτια στροφή -«Και το καράβι βούλιαξε...»- επιβράδυνε το ρυθμό και του χάρισε το θρηνητικό χαρακτήρα που δικαιούται. Μοίρασε με υποδειγματική... δικαιοσύνη τους ρόλους στους πέντε μουσικούς ερμηνευτές -του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, αφού συμμετείχε ερμηνεύοντας κλαρινέτο και μπάσο κλαρινέτο (στο «Μέρα Μαγιού» και το «Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες»). Απέφυγε τις επιδείξεις δεξιοτεχνίας και επικεντρώθηκε στην εκφραστικότητα με λιτό, αφαιρετικό συχνά τρόπο.

Το μεγαλύτερο βάρος της ερμηνείας είχε βεβαίως ο Τάσος Αποστόλου, που εκλήθη να τραγουδήσει τον εξαιρετικά προσφιλή μελοποιημένο ποιητικό λόγο. Απέφυγε τις μιμήσεις στις υπάρχουσες ερμηνείες αναφοράς, αλλά και στις δευτερεύουσες, και έπλασε με θαυμαστή άνεση τη δική του προσωπική ερμηνευτική εκδοχή. Αξιοποίησε τα φωνητικά του χαρίσματα καταδυόμενος στις συνιστώσες του θρήνου και μετατρέποντας το σπαραγμό της μάνας, που ορίζει το ποιητικό κείμενο, σε σπαραγμό του πατέρα. Οποιος έχει ακούσει μανιάτικο μοιρολόι από άντρα θα κατανοήσει περισσότερο την παρατήρηση αυτή. Ο τραγουδιστής δεν θέλησε να εντυπωσιάσει, αλλά να θρηνήσει με φυσικότητα έχοντας κατανοήσει απόλυτα ότι ο θρήνος είναι μια έκφραση εσώτερης ανάγκης. Στηρίχτηκε εξ ίσου στο λόγο και τη μουσική και ανέδειξε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και των δύο. Η ερμηνεία του διέθετε ουσία, σεβασμό και αλήθεια. Δομικά στοιχεία ικανά για να τη θυμόμαστε για καιρό.

Είχε και ικανότατους μουσικούς συμπαραστάτες: ο Οδυσσέας Κορέλης, βιολί, ο Βαγγέλης Νίνα, βιολοντσέλο, η Βιβή Γκέκα, μαντολίνο, η Βίκυ Στυλιανού, πιάνο, και βεβαίως ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης θύμισαν στιγμές, σε μικρογραφία, της αλησμόνητης Ορχήστρας των Χρωμάτων. Το τραγούδι «Να 'χα τ' αθάνατο νερό», που ξαναερμηνεύτηκε μετά το τέλος, κατόπιν απαίτησης του πολυάριθμου ακροατηρίου για κάτι ακόμη, είχε, εν προκειμένω, και συμβολικό χαρακτήρα για τα σπουδαία που χάνονται.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μουσικογραφήματα