Έντυπη Έκδοση

«Νέο κύμα» χτυπάει τα θερινά

Το γαλλικό «νέο κύμα», η γνωστή νουβέλ βαγκ, γιόρταζε πέρυσι τα 50 της χρόνια. Ηταν ακριβώς το 1959 που οι πιο γνωστοί σκηνοθέτες της γύριζαν είτε την πρώτη είτε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία τους.

«ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ» «ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ» Ταινίες σημαντικές, που μέχρι και σήμερα δεν έχουν χάσει την αξία τους: «Με κομμένη την ανάσα» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, «Τα τετρακόσια χτυπήματα» του Φρανσουά Τριφό, «Τα ξαδέρφια» του Κλοντ Σαμπρόλ. Ανάμεσά τους και δυο ταινίες γυρισμένες από τους πιο σημαντικούς, αν και μεγαλύτερους σε ηλικία από τους υπόλοιπους, σκηνοθέτες: «Χιροσίμα, αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ και «La tete contre les murs» («Το κεφάλι πάνω στους τοίχους») του Ζορζ Φρανζί. Σκηνοθέτες που η ομάδα της νουβέλ βαγκ θεωρούσε δικούς της (αν και δεν ξεκίνησαν μαζί της), χάρη στον ενθουσιασμό και την προσέγγισή τους στην αντιμετώπιση της σκηνοθεσίας τους.

Ολη βέβαια αυτή η κίνηση, που έδωσε νέα ώθηση στο γαλλικό σινεμά αλλά και στάθηκε έμπνευση για πολλούς ξένους σκηνοθέτες (Μπερτολούτσι, Οσίμα, αλλά και τον δικό μας Αγγελόπουλο), ξεκίνησε από τις σελίδες του περιοδικού «Κινηματογραφικά τετράδια» («Καγέ ντι Σινεμά»), όπου οι περισσότεροι (Γκοντάρ, Τριφό, Σαμπρόλ, Ερίκ Ρομέρ, Ζακ Ριβέτ, Ζακ Ντονιόλ-Βαλκρόζ) είχαν αρχίσει την καριέρα τους ως κριτικοί. «Ολοι μας θεωρούσαμε τους εαυτούς μας, στα "Καγιέ", σαν μελλοντικούς σκηνοθέτες», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γκοντάρ σε μια συνέντευξή του. Η κινηματογραφική κριτική ήταν γι' αυτούς ένας προσωρινός τρόπος «να κάνουν κινηματογράφο» μέχρι που να μπορέσουν να σταθούν πίσω από την κάμερα και να δημιουργήσουν τα δικά τους έργα.

Στο μεταξύ ξενυχτούσαν βλέποντας ταινίες στη Γαλλική Ταινιοθήκη και τις κινηματογραφικές λέσχες του Παρισιού, τις μελετούσαν διεξοδικά και τις συζητούσαν στα μπιστρό και στα καφέ, καθώς άρχιζαν ν' ανακαλύπτουν και να επιβάλλουν έναν «παραγνωρισμένο» αμερικανικό κινηματογράφο, με ταινίες σκηνοθετών όπως οι Χάουορντ Χοκς, Νίκολας Ρέι, Σάμιουελ Φούλερ, Τζόζεφ Λόουζι, Ντάγκλας Σερκ, Λίο ΜακΚάρεϊ, Τζορτζ Κιούκορ, Οτο Πρέμινγκερ. Και βέβαια, ο Αλφρεντ Χίτσκοκ, που ήταν και παραμένει ο μεγάλος αγαπημένος τους.

Με την κάμερα στον δρόμο

Εκτός από τους αμερικανούς σκηνοθέτες, οι νέοι της νουβέλ βαγκ λάτρευαν τις ταινίες των συμπατριωτών τους, Ζαν Ρενουάρ και Ζαν-Πιέρ Μελβίλ (που θεωρούσαν πνευματικούς πατέρες τους, εξαιτίας του «ελεύθερου» τρόπου κινηματογράφησης), Ζαν Βιγκό, Ρομπέρ Μπρεσόν και Ζακ Τατί, που πολύ συχνά τους αφιέρωναν αμέτρητες σελίδες στα «Καγέ». Ενώ αντίθετα χτυπούσαν με τα κείμενά τους άλλους παλιότερους συμπατριώτες τους (Ζιλιέν Ντιβιβιέ, Κλοντ-Οτάν Λαρά, Μαρσέλ Καρνέ, Ρενέ Κλεμάν), γιατί, όπως τους κατηγορούσαν, αναμασούσαν παλιές, ξεπερασμένες, μεθόδους, ενώ αυτοί επέλεξαν να ξεφύγουν από τις γνωστές συνταγές και τα στούντιο, να βγουν με την κάμερα στους δρόμους και να ανατρέψουν τη γραμματική και το συντακτικό του μέχρι τότε κινηματογράφου για να προτείνουν μιαν ανανεωμένη, ακόμη και πειραματική, πάντα όμως ζωντανή, γλώσσα.

Αυτές τις επιδιώξεις και τάσεις καταγράφουν οι ταινίες της νουβέλ βαγκ που προβάλλονται ή που ετοιμάζονται να προβληθούν στη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού. Είδαμε ήδη στις οθόνες (μπορείτε ακόμη να τις αναζητήσετε στα θερινά σινεμά) τις ταινίες «Ο τρελός Πιερό» του Γκοντάρ, «Η γυναίκα της διπλανής πόρτας» του Τριφό, ενώ ετοιμάζονται για προβολή η «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ και «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ» του Αλέν Ρενέ. Οι προβολές όμως δεν σταματούν εδώ, μια και από την παλιά γενιά των γάλλων σκηνοθετών θα δούμε τις ταινίες «Η Ελενα και οι άντρες» του Ζαν Ρενουάρ, «Τα παιδιά του Παραδείσου» του Μαρσέλ Καρνέ και «Η άγνωστη κυρία» («Madame De...»), που γύρισε το 1953 στη Γαλλία ο γερμανός σκηνοθέτης Μαξ Οφίλς - ένας ακόμη από τους αγαπημένους της νουβέλ βαγκ.

Ξαναβλέποντας σήμερα την «Περιφρόνηση» (στις αίθουσες από 5/8), βλέπεις πόσο αυτή -όπως και «Ο τρελός Πιερό»- δεν έχει ξεπεραστεί. Βασισμένη σ' ένα μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια («Ενα φάντασμα το μεσημέρι»), η ταινία καταπιάνεται με τον ίδιο τον κινηματογράφο, χρησιμοποιώντας μερικά από τα «ιερά τέρατα» του σινεμά: τη «σεξοβόμβα» σταρ της εποχής, Μπριζίτ Μπαρντό, και τον διάσημο γερμανό σκηνοθέτη (έναν ακόμη αγαπημένο του Γκοντάρ) Φριτς Λανγκ, που εδώ παίζει τον εαυτό του. Ο Γκοντάρ συνδυάζει με τρόπο κινηματογραφικά έξοχο, τον Μοράβια με τον Ομηρο και το σινεμά με την πραγματική ζωή, για να φτιάξει μια ταινία γύρω από τις σχέσεις του ζευγαριού αλλά και το θέμα της ευθύνης και της αξιοπρέπειας, ανατρέποντας, όπως πάντα, τους κανόνες της κινηματογραφικής γλώσσας. Στην ταινία τα πάντα, φωτογραφία (του Ραούλ Κουτάρ), κινήσεις της κάμερας, μουσική, ήχοι, φυσικοί χώροι (εκείνοι του Κάπρι), χιούμορ, μοντάζ, ρυθμός, υπακούν σε μια συγκεκριμένη, αυστηρή, μέσα από τη φαινομενική αυτοσχέδια όψη της, γραμμή.

Η ποίηση της ζωής

Η φαντασία, η ειλικρίνεια, η τολμηρότητα, ο σουρεαλισμός, η ποίηση και γενικά η μαγεία, κυριαρχούν στην αριστουργηματική ταινία του Αλέν Ρενέ, «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ» (1961). Η ταινία (στις αίθουσες τον Σεπτέμβρη) καταπιάνεται με τις πολλαπλές και θαυμάσιες δυνατότητες μιας ερωτικής συνάντησης, με τρόπο πρωτότυπο και συναρπαστικό, περνώντας άνετα και αρμονικά από το όνειρο στην πραγματικότητα και από την πραγματικότητα στο όνειρο. Ο ίδιος ο Ρενέ, μιλώντας για τις πρωτότυπες αυτές αναζητήσεις του, ανάφερε: «Αρνούμαστε να περιμένουμε την πραγματικότητα στην καθαρά αντικειμενική βεβαίωση ενός κόσμου επιστημονικά αναλυτού, πιστεύουμε πως η πραγματικότητα είναι απέραντη, έτσι που να κάνει τη συνεννόηση πιο δύσκολη». Αυτή την πραγματικότητα σε όλα της τα επίπεδα -δοσμένη με ποίηση και λυρισμό- εξερευνά με τον ιδιόμορφο τρόπο του ο δημιουργός του «Χιροσίμα, αγάπη μου».

Ο Ζαν Ρενουάρ προσέλκυσε αρχικά τους οπαδούς της νουβέλ βαγκ χάρη στις ταινίες που γύρισε στη δεκαετία του '30: «Ο Μπουντί σωσμένος από πνιγμό», «Τονί», «Το έγκλημα του κυρίου Λανζ», «Εκδρομή στην εξοχή». Ο Ρενουάρ, σε αντίθεση με τους άλλους συναδέλφους του της παλιάς φρουράς, έκανε γυρίσματα σε φυσικούς χώρους, δίνοντας μια ρεαλιστική υφή στην ατμόσφαιρα. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε τους νέους γάλλους σκηνοθέτες να θαυμάζουν και το υπόλοιπο έργο του μεγάλου αυτού δημιουργού. Εργο συχνά παραγνωρισμένο από την «επίσημη» κριτική, όπως η «τριλογία»: «Η χρυσή άμαξα», «Καν-Καν» και «Η Ελενα και οι άντρες» (1956). Τρεις ταινίες καθαρά αντι-ρεαλιστικές, με επίκεντρο το θέαμα: κομέντια ντελ' άρτε, καμπαρέ και θέατρο.

Στο «Η Ελενα και οι άντρες» (στις αίθουσες από 19/8), δύο αξιωματικοί (Ζαν Μαρέ και Μελ Φερέρ), στο Παρίσι του 1880, ερωτεύονται μια πολωνή κόμισσα που υποδύεται η Ινγκριντ Μπέργκμαν. Εδώ το στιλ του Ρενουάρ αντλεί από το μπουρλέσκο για να διακωμωδήσει μια συγκεκριμένη κοινωνία, χρησιμοποιώντας ένα στιλιζάρισμα όπου κυριαρχούν τα όμορφα πλάνα, τα φανταχτερά χρώματα, το ηθελημένα υπερβολικό παίξιμο και μια ελαφράδα που όμως πίσω της καραδοκεί το δράμα -όλα δοσμένα με εξαιρετική χάρη και φινέτσα.

Ο Μαξ Οφίλς, ένας από τους πιο «εικαστικούς» σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου, στην «Αγνωστη κυρία» του 1953 (στις αίθουσες 19/8) αφηγείται, με φόντο το Παρίσι του 19ου αιώνα, την ιστορία των σκουλαρικιών που πουλάει κρυφά από τον στρατηγό άντρα της (Σαρλ Μπουαγέ) η βουτηγμένη στα χρέη γυναίκα του (Ντανιέλ Νταριέ) και του ψέματος που ακολουθεί (ο άντρας αγοράζει κρυφά τα σκουλαρίκια και τα χαρίζει στην ερωμένη του). Είναι ένα σχόλιο πάνω στον ερωτικό πόθο αλλά και γενικότερα στην ανθρώπινη κατάσταση. Με κάμερα σε συνεχή κίνηση, με ύφος παιχνιδιάρικο, με χαριτωμένα υπονοούμενα και δηκτικό χιούμορ που σκάβει πίσω από τη ρηχή επιφάνεια, ο Οφίλς φτιάχνει μια ταινία-σταθμό, που πολλοί (ανάμεσά τους και ο Τριφό αλλά και ο πάπας της αμερικανικής κριτικής, ο Ελληνοαμερικανός Αντριου Σάρις) τοποθετούν ανάμεσα στα δέκα μεγάλα αριστουργήματα από καταβολής κινηματογράφου.

Η φετινή κάλυψη του γαλλικού σινεμά της παλιάς φρουράς κλείνει με «Τα παιδιά του Παραδείσου» (1945), το αναμφισβήτητο αριστούργημα-ποταμό (διάρκειας 190 λεπτών) του Μαρσέλ Καρνέ που ξαναβγαίνει στις αίθουσες από 26/8. Με βάση ένα σενάριο του ποιητή Ζακ Πρεβέρ, ο Καρνέ αφηγείται την τραγική ιστορία ενός «καταραμένου» έρωτα, στο Παρίσι του 1830 ανάμεσα σ' έναν μίμο (Ζαν-Λουί Μπαρό) και μια ηθοποιό (Αρλετί), με την οποία είναι ερωτευμένοι και άλλοι τρεις άντρες (ανάμεσά τους και ο ηθοποιός Λεμέτρ, που τον υποδύεται ο μοναδικός Πιέρ Μπρασέρ).

Με 2.000 κ0μπάρσους

Σ' ένα επιβλητικό ντεκόρ του Αλεξάντρ Τρονέ, που αναπαριστά πιστά, με τρόπο εντυπωσιακό, το θέατρο και γενικά το Παρίσι της εποχής (ιδιαίτερα την περιοχή γνωστή ως «Λεωφόρο του εγκλήματος»), μ' ένα έξυπνο σενάριο, γεμάτο ωραίους, κομψούς διαλόγους, με λαμπρά κοστούμια, με την υποβλητική μουσική του Ζοζέφ Κοσμά, ο Καρνέ έφτιαξε ένα μεγαλειώδες φιλμ. Μάλιστα, χρησιμοποίησε περίπου δύο χιλιάδες κομπάρσους, πολλοί από τους οποίους ήταν μέλη της Γαλλικής Αντίστασης, με τον κίνδυνο επέμβασης των Γερμανών, καθώς τα γυρίσματα ξεκίνησαν στην περίοδο της χιτλερικής κατοχής. Εξαιρετικοί είναι οι χαρακτήρες που ερμηνεύουν ένα διάσημο καστ ηθοποιών, αριστουργηματική η κίνηση τόσο των πρωταγωνιστών του όσο και του πλήθους. Μια ταινία γύρω από τον κόσμο του θεάτρου, τις φιλοδοξίες και τα πάθη του, αλλά και την απέραντη μοναξιά του, η οποία δεν έπαψε να επαναπροβάλλεται παγκόσμια με την ίδια πάντα μεγάλη επιτυχία.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Κινηματογράφος
Μαφιόζος αλά γαλλικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Το στοίχημα της Κωνσταντινούπολης
Λίγο πιο κοντά, λίγο πιο μακριά
Η ισχύς εν τη ενώσει για τα μνημεία
Εκθεση
Τα άγνωστα Βαλκάνια στο φως
Ο δάσκαλός μου ο Ντε Κίρικο
Ντιζάιν στο κάστρο
Βιβλίο
Σχέσεις οργής
«Θα φύγω, θα πάω να πολεμήσω»
Καλοκαιρινές εκδηλώσεις
Φεστιβάλ εκτός των τειχών
Μουσική
Για συναυλίες στη Βουλγαρία
Ραντεβού με τη μουσική τον Σεπτέμβρη
Πολυεθνική έκκληση για ειρήνη
Ο Οθέλος βρήκε πετρέλαιο
Κινηματογράφος
Μαφιόζος αλά γαλλικά
«Νέο κύμα» χτυπάει τα θερινά
Συνέντευξη: Γιώργος Βέλτσος
«Καλύτερος υπουργός Πολιτισμού; Ο Ζορμπάς»