Έντυπη Έκδοση

«Θα φύγω, θα πάω να πολεμήσω»

Η Μαρία Μπέικου καταθέτει τις αναμνήσεις της από τα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου

Οταν η Μαρία Μπέικου, από τα θρυλικά πρόσωπα της Εθνικής Αντίστασης, αποφάσισε να καταταγεί στον ΕΛΑΣ -«Θα φύγω, θα πάω να πολεμήσω!»- δεν είχε ενηλικιωθεί ακόμη.

H Μαρία Μπέικου με μαυροσκούφη του Βελουχιώτη H Μαρία Μπέικου με μαυροσκούφη του Βελουχιώτη Οι δυνάμεις κατοχής, όμως, ήταν πια οι Γερμανοί «που τους στήριζαν οι ταγματασφαλίτες», ο αδελφός της είχε μόλις βγει απ' τη φυλακή, κι η ίδια, επονίτισσα με σύνδεσμό της στην Αθήνα τον Λεωνίδα Κύρκο, δεν έβλεπε την ώρα να συναντήσει τις αντάρτισσες της Ρούμελης. Πλαστογραφώντας λοιπόν την υπογραφή του πατέρα της, αποχαιρέτησε την Ιστιαία Ευβοίας και εφοδιασμένη με μια ραμμένη από τη μάνα της ζιπ-κιλότ, έφτασε με τα πόδια ώς το Καρπενήσι. «Παρ' όλο που ήταν επικίνδυνο», διαβάζουμε στην αυτοβιογραφία της, «εγώ δεν είχα καμία αίσθηση του κινδύνου. Ημουν προσηλωμένη στο σκοπό, και το είδα σαν μια περιπέτεια».

Κοιτάζοντας προς τα πίσω

Για ανθρώπους, όπως η 85χρονη Μπέικου, που έζησαν το έπος της Αντίστασης αλλά και την ήττα του Εμφυλίου, τη μοναξιά της εξορίας και την προσαρμογή του επαναπατρισμού, τίποτε πιο επώδυνο από το ν' ανατρέχουν στο παρελθόν. Καθώς όμως οι συνοδοιπόροι τους σ' αυτή την «περιπέτεια» σιγά σιγά φεύγουν, τέτοιες, από πρώτο χέρι, μαρτυρίες γίνονται ακόμα πιο πολύτιμες. Γι' αυτό και η Μπέικου υπέκυψε: «Αφού με ρωτάτε, να θυμηθώ» (εκδ. Καστανιώτη). Και η αφήγησή της, λιτή, χωρίς εξάρσεις συναισθηματισμού, ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια και καταλήγει στην περσινή της συμμετοχή στο «Μάουζερ» του Θ. Τερζόπουλου, διατρέχοντας και το διάστημα που πέρασε στην πρώην ΕΣΣΔ σπουδάζοντας σινεμά πλάι στον Ταρσκόφκι και εργαζόμενη επί μία εικοσιπενταετία ως εκφωνήτρια της ελληνικής εκπομπής του μοσχοβίτικου ραδιοσταθμού.

Στο μεγαλύτερο ωστόσο μέρος του βιβλίου της, απλώνονται οι αναμνήσεις της από τον Εμφύλιο μαζί με το ημερολόγιο που κρατούσε ως αξιωματικός του Δημοκρατικού Στρατού. Ενα εξαιρετικά σημαντικό υλικό, όπως τονίζει η ιστορικός Τασούλα Δερβενιώτη, δεδομένης της «σιωπής» που για σχεδόν μισό αιώνα κάλυπτε τη συγκεκριμένη περίοδο. Από την κατάρρευση όμως του ανατολικού μπλοκ και κυρίως μετά το σοκ της «γενιάς της Αντίστασης» από τη συγκυβέρνηση δεξιάς και αριστεράς εδώ, τα στόματα λύθηκαν, μολονότι οι γυναικείες δημόσιες καταθέσεις εξακολουθούν να υπολείπονται των ανδρικών.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά το θάνατο του συναγωνιστή και συζύγου της, Γεωργούλα Μπέικου, τότε που ως συνεργάτης του Θόδωρου Κρίτα έστηνε γέφυρες ανάμεσα στον ελληνικό και τον ρωσικό πολιτισμό, η Μπέικου είχε απωθήσει από τη μνήμη της την ύπαρξη του ημερολογίου της. Το «ανακάλυψε» μόλις το '96. Κι όπως γράφει, είχε καταφύγει στον ΔΣΕ, «επειδή δεν είχα άλλη λύση, επειδή κυνηγήθηκα και ήξερα ότι αν με έπιαναν, μπορεί να με σκότωναν με συνοπτικές διαδικασίες, όπως τόσους άλλους... Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν άμυνα».

Πώς οργανώθηκε αυτή η «άμυνα»; Ποιες ήταν οι διαφορές του ΔΣΕ από τον ΕΛΑΣ; Πώς ήταν η καθημερινότητα για τις αντάρτισσες; Τι περιθώρια υπήρχαν για έρωτες ανάμεσα στις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις»; Τι προσπαθούσαν ν' αποδείξουν στους άντρες συμπολεμιστές τους; Η Μαρία Μπέικου μιλά για μάχες και για συνδιασκέψεις, περιγράφει σκηνές απόγνωσης αλλά και ανάτασης και, αναφερόμενη στις συνθήκες που επικρατούσαν στη Βόρεια Ελλάδα, το παραδέχεται: «Ηταν τόσο στενές οι παρωπίδες μας, που δεν σου άφηναν κανένα περιθώριο. Ερχονταν οι αποφάσεις κι εμείς έπρεπε να τις εκτελέσουμε, ακόμα κι όταν μέσα μας διαφωνούσαμε, ακόμα κι όταν ήταν οδυνηρές».

Οι πιο οδυνηρές αποφάσεις για την Μπέικου ήταν η παράδοση των όπλων μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και η αποχώρηση από την Ελλάδα για την Αλβανία. Αντίστοιχα οδυνηρές όμως υπήρξαν και οι στιγμές που βίωσε στη Μόσχα, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, όταν το κόμμα, μέσα σε μια νύχτα, αφαίρεσε όλα τα διαπιστευτήρια του δημοσιογράφου άντρα της, στερώντας του την πρόσβαση σε κάθε εργασία («Ευτυχώς που είχα δικό μου νοικοκυριό, γιατί αλλιώς θα μας είχαν πάρει και τις κατσαρόλες...»).

Ενδεχομένως ο αναγνώστης τού «Αφού με ρωτάτε...» να θαμπωθεί από τα διάσημα ονόματα που παρελαύνουν στις σελίδες του τελευταίου μέρους - από τον Ταρσκόφκι ώς την Ντεμίτοβα και τον Λιουμπίμοφ. Αυτό που του μένει, όμως, τελειώνοντάς το, είναι φράσεις σαν την παρακάτω, όπου η Μπέικου συνοψίζει την εμπειρία της από τον αδελφοκτόνο πόλεμο: «Το καλό ήταν η συναδελφικότητα, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, το ότι έδινες και τη ζωή σου για τον διπλανό σου, χωρίς να ξέρεις αν η επόμενη σφαίρα είναι δική σου... Το αρνητικό είναι πως όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκες σου αφήνουν τεράστια ερωτηματικά και δεν μπορεί να εξηγήσεις μέσα σου γιατί κατρακύλησαν οι ελπίδες σου, τα ιδεώδη σου, τα οράματά σου, και μέσα σου δημιουργήθηκε ένα κενό...».*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Σχέσεις οργής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Το στοίχημα της Κωνσταντινούπολης
Λίγο πιο κοντά, λίγο πιο μακριά
Η ισχύς εν τη ενώσει για τα μνημεία
Εκθεση
Τα άγνωστα Βαλκάνια στο φως
Ο δάσκαλός μου ο Ντε Κίρικο
Ντιζάιν στο κάστρο
Βιβλίο
Σχέσεις οργής
«Θα φύγω, θα πάω να πολεμήσω»
Καλοκαιρινές εκδηλώσεις
Φεστιβάλ εκτός των τειχών
Μουσική
Για συναυλίες στη Βουλγαρία
Ραντεβού με τη μουσική τον Σεπτέμβρη
Πολυεθνική έκκληση για ειρήνη
Ο Οθέλος βρήκε πετρέλαιο
Κινηματογράφος
Μαφιόζος αλά γαλλικά
«Νέο κύμα» χτυπάει τα θερινά
Συνέντευξη: Γιώργος Βέλτσος
«Καλύτερος υπουργός Πολιτισμού; Ο Ζορμπάς»