Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - 01/08/2010
Έντυπη Έκδοση
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 1 Αυγούστου 2010
Μονόδρομος οι συγχωνεύσεις τραπεζών
Ο δημόσιος διάλογος που διεξάγεται στη χώρα μας σχετικά με την οικονομική κρίση και τις παράπλευρες αρνητικές συνέπειές της στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν πρέπει να έχει μόνο θεωρητικό χαρακτήρα.
Απαιτείται να εστιάζει στα πρακτικά εκείνα μέτρα τα οποία, όταν εφαρμοστούν, δύναται να δώσουν ικανοποιητικές λύσεις στα προβλήματα. Το μέλλον των τραπεζών, που αντιμετωπίζουν πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας, είναι φυσιολογικό να απασχολεί οικονομολόγους, αναλυτές, καθηγητές και βεβαίως τους καταθέτες-αποταμιευτές.
Ενας πιθανός τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος αυτού είναι η ενθάρρυνση πρωτοβουλιών και η υλοποίηση ενός προγράμματος νέων εξαγορών και συγχώνευσεων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Στην πραγματικότητα, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις αντιμετωπίζονται τα τελευταία περίπου 15 χρόνια ως κάτι το αναπόφευκτο και ως απαραίτητη επιλογή μπροστά στις προκλήσεις και στις ευκαιρίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και του διεθνούς ανταγωνισμού.
Με αφορμή την πρόταση εξαγοράς ποσοστού της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που υπέβαλε η Τράπεζα Πειραιώς, θα ήθελα να αναφερθώ στην πρόσφατη εμπειρία καθώς και στην αναγκαιότητα νέων εξαγορών και συγχωνεύσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Οι ελληνικές τράπεζες, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό κυρίως από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, προχώρησαν σε σημαντικές εξαγορές και συγχωνεύσεις εντός και εκτός ελληνικών συνόρων από τα μέσα της δεκαετίας του 1990.
Οπως διακρίνεται στον σχετικό πίνακα, τα πρώτα δειλά βήματα στον τομέα των συγχωνεύσεων και εξαγορών στην ελληνική τραπεζική αγορά πραγματοποιήθηκαν τη διετία 1996-1997 με την εξαγορά της Interbank από τη Eurobank και τη συγχώνευση των στεγαστικών τραπεζών Εθνική Στεγαστική Τράπεζα και Εθνική Κτηματική Τράπεζα του ομίλου της Εθνικής Τράπεζας. Ακολούθησαν σημαντικές εξαγορές και συγχωνεύσεις το 1998, όπως η εξαγορά της τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης από τη τράπεζα Πειραιώς, της τράπεζας Κρήτης από τον όμιλο Eurobank και της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας από την Εθνική Τράπεζα. Παράλληλα, την ίδια περίοδο ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων να εισέλθουν στην τραπεζική αγορά των Βαλκανίων.
Επιπροσθέτως, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η απότομη άνοδος της χρηματιστηριακής αγοράς επέτρεψε στα τραπεζικά ιδρύματα να αντλήσουν χρηματικά κεφάλαια, σημαντικό μέρος των οποίων διοχετεύτηκε είτε σε εξαγορές είτε σε αυτόνομη επέκταση του υφιστάμενου δικτύου τους. Είναι ενδεικτικό ότι το 1999 (έτος κορύφωσης της χρηματιστηριακής φρενίτιδας) τα τραπεζικά ιδρύματα άντλησαν 1,2 δισ. δρχ. από τη κεφαλαιαγορά, ποσό τριπλάσιο από τα αντληθέντα κεφάλαια της τετραετίας 1995-1998, και τα κέρδη τους προ φόρων ήταν αυξημένα κατά 100% σε σχέση με το 1998.
Οι εξαγορές κρατικών πιστωτικών ιδρυμάτων από ιδιωτικές τράπεζες περιόρισαν σημαντικά τη κρατική συμμετοχή στο σύνολο των ελληνικών τραπεζών. Μετά την εξαγορά της ΕΤΒΑ από την Πειραιώς το 2002, η συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου περιορίστηκε σε 52% έναντι 63% το 1998. Το 2003 μάλιστα η συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου έπεσε στο 49% μετά την αγορά μεριδίου της Γενικής Τράπεζας από τη Societe Generale.
Η παγκοσμιοποίηση των αγορών και η ένταση του ανταγωνισμού επιβάλλουν την ενίσχυση και επέκταση δραστηριότητας των ελληνικών τραπεζών. Κάτι τέτοιο καθίσταται αναγκαίο όχι μόνο για να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη και αδιάκοπη ροή εργασιών τους αλλά και για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους. Επιπλέον, οι σύγχρονες αυτές προκλήσεις κάνουν επιτακτική τη λήψη μέτρων εκ μέρους των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων σε σχέση με την εξυγίανση των δανειακών χαρτοφυλακίων τους, την αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων τους, τη βελτίωση ποιότητας παρεχόμενων υπηρεσιών και τη μείωση του λειτουργικού τους κόστους.
