Έντυπη Έκδοση

Τέσσερα βιβλία

Τα πάντα (σχεδόν) συμβαίνουν μέσα στο σπίτι

Ross Macdonald

Η νεκροφόρα με τις ρίγες

μτφρ.: Βικτωρία Λέκκα

εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ. 367, ευρώ 13,80

«Νόμιζα ότι αυτή η φρίκη συνέβαινε μόνο στο αρχαίο ελληνικό δράμα [...] Η φρίκη θα περάσει. Η τραγωδία είναι σαν αρρώστια και περνάει».

(Από το βιβλίο)

Ο Ross Macdonald σπούδασε και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, στο Αν Αρμπορ. Είναι δε το φιλολογικό ψευδώνυμο του Αμερικανού Kennet Millar (1915-1983), ο οποίος αναγνωρίζει ως άμεσους προγόνους του στον χώρο της ανιχνευτικής φιλολογίας τον Raymond Chandler (1888-1959) και τον Dashiell Hammett (1894-1961). Η Νεκροφόρα με τις ρίγες, έργο του 1962, συνιστά τυπικό δείγμα της προηγμένης αφηγηματικής τέχνης του συγγραφέα. Ο μηχανισμός της δράσης λειτουργεί υποδειγματικά, κανείς δεν υποψιάζεται τον αληθινό δαίμονα. Οι ψυχικές μεταπτώσεις είναι τυπικές, αλλά και άκρως συναρπαστικές ταυτοχρόνως. Θα συνέκρινα μάλιστα τον Ross Macdonald, από την άποψη της επιτυχούς απόδοσης των χαρακτήρων και των αντιστοίχων συγκυριών, οι οποίες καταστατικά τους αφορούν, με τον συνομήλικο συμπατριώτη του, καθηγητή κολεγίων, κατά καιρούς διευθυντή περιοδικών, μποξέρ, ηθοποιό, εκπαιδευτή αλόγων ιππασίας, εκφωνητή ραδιοφώνου, δαφνοστεφή επικεφαλής δυνάμεων καταδρομών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και «εμπειρικό φιλόσοφο» Charles Willeford (Τσαρλς Ουίλφορντ, 1919-1988), το Miami Blues του οποίου μεταφέρθηκε με επιτυχία στη μεγάλη οθόνη το 1989. Η αρχαία ελληνική τραγωδία, την οποία γνώριζε σε ικανό βάθος ο Ross Macdonald, ρίχνει τη βαριά σκιά της στα δρώμενα, από την αρχή μάλιστα του βιβλίου έως το απροσδόκητο πέρας των βασάνων. (Ιδέτε, μεταξύ άλλων, την κρίσιμη σελ. 338.) Αν πράγματι «το έργο που κατά κανόνα αναλαμβάνουν οι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών είναι να εξηγήσουν, όχι το ανεξήγητο, αλλά το συγκεχυμένο», όπως υπογράμμισε προσφυώς ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τότε η καλώς συγκερασμένη εκδοχή της Νεκροφόρας με τις ρίγες αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα του χώρου. Αυτό ακριβώς το «συγκεχυμένο» προβάλλεται διεξοδικά, η περιώνυμη «θέση θέασης» του Χένρι Τζέιμς αξιοποιείται δεόντως: το πρίσμα της εγκληματικής πράξης διερμηνεύεται αριστοτεχνικά, σε σχέση πάντα με τις ευφυείς αποτιμήσεις της κύριας περσόνας του βιβλίου, το οξύνουν δηλαδή λαγωνικό, ονόματι Lew Archer. Ο τελευταίος βεβαιότατα θυμίζει τον κατά το ήμισυ ομόηχο συνάδελφό του Miles Archer, ο οποίος στοιχειώνει το πασίγνωστο Γεράκι της Μάλτας (1930) του προαναφερόμενου Dashiell Hammett. Ως εξ αντικειμένου άτεγκτος, δίκαιος και αδιάφθορος, ο ντετέκτιβ τού Ross Macdonald προσωποποιεί το ιδανικό εκείνο πάνω στο οποίο χτίστηκε και εξακολουθεί να χτίζεται το περιβόητο αμερικανικό trust, ήτοι η πίστη, η εμπιστοσύνη στη ζωτική δύναμη της κοινωνίας της ευμάρειας, αλλά και στο όνειρο, το οποίο τη συνέχει εξ ορισμού. Η δε Ατη, η Υβρις και η Νέμεσις, οικείες, πανταχού παρούσες, καταλυτικές, επιβλέπουν το έργο του Lew Archer, έτοιμες να αποκαταστήσουν την τάξη, την οποία πλήγωσε το χειρότερο ίσως των ανθρωπίνων ελαττωμάτων, η ροπή προς φόνο.

Δημήτρης Κανελλόπουλος

Κλίνη Σπόρου, Καλή

εκδόσεις Οροπέδιο, σ. 53, ευρώ 9,29

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος (1954) δεν καταδέχεται τα κολπάκια του μεταμοντερνισμού ή τις υπερβολές της ρητορείας του συρμού. Γράφει, διαγράφει, ανασυντάσσεται, αναδιπλώνεται σε μιαν επίμονη προσέγγιση ουσιών του βίου. Παίζει στα δάχτυλα τις καλές μεταφορές. Ανήκει δε στους συστηματικά ολιγογράφους της γενιάς του. Συγκρατώ ότι οι τρείς πρώτες ποιητικές του συλλογές εκδόθηκαν με διαφορά δέκα ή έντεκα ετών η μία από την άλλη. Με το πρόσφατο, τέταρτο αυτό βιβλίο του, μας καλεί να παραδεχτούμε οριστικά ότι η άμετρη εσωστρέφεια, η βολική εσωτερικότητα, η επιθυμία απώλειας του προσώπου, οι μεθυσμένες στροφές από δήθεν ρυθμούς, η αναλυτική ποιητική φαντασία -για να θυμηθούμε τον φιλέλληνα νομπελίστα Σέιμους Χίνι- πρέπει να ακυρώνονται τελεσίδικα στην πράξη από τον δημιουργό που σέβεται τον εαυτό του. Η τελική σύνθεση δικαιώνει απολύτως τη γενεσιουργό προθετικότητα. Μία από τις ευτυχέστερες στιγμές της συλλογής είναι το οχτάστιχο «Τώρα που μπορώ να μιλήσω». Ιδού: «Οταν έλεγα με χώμα πως / θα σε προικίσω, / (αχ να 'ξερες, να 'νιωθες / και να μιλούσες...) / Δεν ενοούσα τον υγρό σου τάφο. / Τ' αμπέλι ήθελα να σου χαρίσω· μα ήμουν παιδάκι / και με λόγια δεν μπορούσα να στο πω». Κοντολογίς, η λακωνικότητα των εκφορών καθιστά εντέλει κι αυτόν τον λεκτικό δόρπο άξιο μνήμης.

Κώστας Δεσποινιάδης

Νύχτες που μύριζαν θάνατο

εκδόσεις Πανοπτικόν, σ. 41, ευρώ 6,39

Δεν περισπάται, ούτε μηρυκάζει ανούσιες εξομολογήσεις. Δείχνει περισσότερο ομιλητικές σκιές και εσωτερικά τοπία, παρά εικόνες που δεν έχουν προλάβει να αποκτήσουν νόημα. Αμέσος φιλολογικός πρόγονος: ο Κώστας Καρυωτάκης των ακαριαίων εκείνων πεζών. Η ακριβολογία των αποτυπώσεων αποδίδει ασφαλώς κι εδώ καρπούς. Πρόσωπα και πράγματα των ονείρων αποκτούν ένα είδος έμμεσης υλικότητας. Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978) κερδίζει το στοίχημα της λειτουργικής έκφρασης, αποβάλλοντας σταθερά τα εντελώς περιττά κειμενικά βάρη. Τα μικρά κείμενα του τρίτου αυτού βιβλίου του παραπέμπουν εν ολίγοις στη σχολή του ευθύβολου μινιμαλισμού. Εστω δείγμα οι τρεισήμισι αράδες της «Ερώτησης»: «Ηρθες ένα βράδυ ξαφνικά και με ρώτησες: "Ανθος που δεν ανθεί για εμάς, υπάρχει;". Και σου είπα ψιθυριστά: "Υπάρχει· όπως η σφαίρα που δεν σκοτώνει εμάς"».

Βίκυ Δερμάνη

Λέξεις βρύα της ψυχής

εκδόσεις ΑΩ, σ. 51, ευρώ 9,59

Κατάγεται, υφολογικά, μάλλον από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Διαθέτει όντως μιαν ευδιάκριτη δόση από την περιγραφική ακριβολογία του Ζακ Πρεβέρ, γνωστού μας και από τις ευθύβολες μεταφράσεις του δόκιμου ποιητή Γιάννη Βαρβέρη. Ο ανυπόκριτος λυρισμός της Βίκυς Δερμάνη (1960) υπεραγαπά τις λέξεις του, οι οποίες ενίοτε τον οδηγούν σε καταχρήσεις. Παρά ταύτα, ακόμη και τότε το τελικό αισθητικό προϊόν δεν διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Ο σπαραγμός του ποιητικού εγώ δεν ακκίζεται, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις μέρες μας. Ευτυχώς. Η καλύτερη στιγμή της συλλογής είναι, θαρρώ, η άδολη «Σπουδή στο κόκκινο». Την παραθέτω αυτούσια για την ανάγκη της εποπτικής ματιάς: «Κοιτώ κάθε φορά που έρχεσαι / των χεριών σου τις φουσκωμένες φλέβες / κάθε φορά ο τρόμος μήπως σπάσουν / γεμίζοντας αναπάντεχα ρυάκια κόκκινου / το στιλπνό μου πάτωμα / μετατρέποντάς το σε θάλασσα / πλατιά και φουσκωμένη / στο κόκκινο πνίγομαι κάθε που έρχεσαι / κάθε που έρχεσαι στο κόκκινο». Το παρόν είναι το δεύτερο βιβλίο της με στίχους. Προηγήθηκε, το 2009, από τις ίδιες εκδόσεις, το Πάνε χρόνια που σαν αγρίμι. Η ρηματική της εξέλιξη είναι ορατή. Αναμένω τη συνέχεια.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ταξίδι στην αρχαία ελληνική σοφία
Αμαρτίαι γονέων...
Το πορτρέτο της αισιοδοξίας
Μια αστυνομική ιστορία... κατασκοπίας
Το προκλητικό νόημα της ομορφιάς
Η ρομαντική παρακαταθήκη
Η εξάπλωση της γλώσσας
Η επικράτεια της σιωπής στην Κική Δημουλά
Σύγχυση ρόλων δίπλα μας
Σχόλια πάνω σε τέσσερα βιβλία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ταξίδι στην αρχαία ελληνική σοφία
Αμαρτίαι γονέων...
Τα πάντα (σχεδόν) συμβαίνουν μέσα στο σπίτι
Το πορτρέτο της αισιοδοξίας
Μια αστυνομική ιστορία... κατασκοπίας
Το προκλητικό νόημα της ομορφιάς
Η ρομαντική παρακαταθήκη
Η εξάπλωση της γλώσσας
Η επικράτεια της σιωπής στην Κική Δημουλά
Σύγχυση ρόλων δίπλα μας
Σχόλια πάνω σε τέσσερα βιβλία
Λογοτεχνία
Μια διεθνής πτήση
Από την πλευρά του ορίζοντα
Το σχοίνισμα της γραφής
Εβδομήντα πέντε χρόνια χωρίς το αηδόνι της Ανδαλουσίας
Χαρίστε μου το βαλς
«Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ»
Από τις 4:00 στις 6:00
Ερημος, βαρύς και μόνος
Πάντα συνεργάσιμος