Έντυπη Έκδοση

Το ταξίδι του Βασίλη Βασιλικού στην τέχνη της γραφής§«Από τη μια Τριλογία στην άλλη...»

«Από τη μια Τριλογία στην άλλη...»

Στοιχεία και τόποι του Βασιλικού

Της Μαρίνας - Ελευθερίας
Ηταν ο τρομερός μήνας Αύγουστος του 2006, όταν γνώρισα τον Βασίλη Βασιλικό στο παλιό σπίτι του στη Νέα Σμύρνη, ένα διαμέρισμα που τώρα χρησιμεύει ως βιβλιοθήκη του συγγραφέα ή, τέλος πάντων, ως τμήμα της απέραντης βιβλιοθήκης του.

 Σε ένα από τα δωμάτια, ένας τεράστιος τοίχος περίπου 3x3 μ. καλυπτόταν από μια βιβλιοθήκη με τις αυτοτελείς εκδόσεις των έργων του και τις μεταφράσεις τους σε 33 γλώσσες - στις περισσότερες αδυνατούσα να διαβάσω ακόμα και τους τίτλους στις ράχες: ανάμεσά τους ξεχώριζε το Ζ στη γραφή μπράιγ αλλά και στα κινεζικά! Καθόμασταν πάνω σε στοίβες βιβλίων, ξεδιαλέγοντας τμήματα του αρχείου του... Από τα χέρια μου περνούσαν χειρόγραφα, δακτυλόγραφα, τυπογραφικά δοκίμια, αποκόμματα Τύπου, επιστολές, φωτογραφίες μιας ζωής, που στα μάτια μου φάνταζε και φαντάζει αδιανόητη, σχεδόν ονειρική. Δίπλα μου, η γνωστή φιγούρα, ο Βασίλης Βασιλικός με το καπέλο του, την πίπα στα χέρια, ακάματα σχολίαζε, ακούραστα ιστορούσε και υποψιάζομαι συχνά μυθιστορούσε με τη γνωστή πειστικότητα και τη γλαφυρότητα που τον έχουν κάνει αγαπητό ως αφηγητή-παραμυθά σε όλους... Με μεγάλη ευκολία άλλοτε μιλούσε «Τ' Νικ ο γιος», το «Βασ'λούδ» που κυνηγούσε ορτύκια με τον παππού του ή ψάρευε χάνους στα ανοιχτά της Θάσου, άλλοτε μεταμορφωνόταν στον έφηβο «Μπίλλη» και τριγυρνούσε στα δρομάκια της Ανω Πόλης της Θεσσαλονίκης ακολουθώντας από πίσω κοπέλες με ξανθές αλογοουρές, και άλλοτε, τέλος, γινόταν ο «συγγραφέας του Ζ» («l' auteur de Ζ»), όταν θυμόταν τα χρόνια της αυτοεξορίας του στην Ευρώπη. Τα προσωπεία άλλαζαν με τέτοιο ρυθμό που μου ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αναγνωρίσω ποιος μιλούσε κάθε φορά. Στο απέναντι δωμάτιο το ονειρικό σκηνικό ολοκλήρωνε το βεστιάριο της κ. Βάσως Παπαντωνίου - στο πάνω μέρος μιας παλιάς ντουλάπας, κασέτες και δίσκοι του Bell Canto μέχρι το ταβάνι. Η ιστορία της ευρωπαϊκής όπερας του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα μπλεκόταν με την ευρωπαϊκή και ελληνική λογοτεχνία της ίδιας εποχής. Και εγώ, με το κεφάλι σκυφτό, παρακολουθούσα, ρουφούσα κάθε ιστορία, κατέγραφα τον χείμαρρο των πληροφοριών που αποτυπώνονταν θολά στο μυαλό μου - έκανα επίτηδες, θυμάμαι τώρα, ανούσιες ερωτήσεις, για να καθυστερώ τη διαδικασία και να παίρνω ανάσες... Αυτή ήταν η αρχή μιας φιλικής συνεργασίας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Από τότε έχω κληθεί δυο-τρεις φορές να προλογίσω ή να μιλήσω για τον Βασίλη Βασιλικό και το έργο του και πάντοτε νιώθω το ίδιο δέος μπροστά στον όγκο του υλικού..., όπως εκείνη την πρώτη φορά απέναντι στον τοίχο 3x3μ. Αλλο να το φαντάζεσαι και άλλο να το βλέπεις. «Δεν αφιερώνω βιβλία, αλλά ολόκληρα ράφια», θυμάμαι, είχε πει κάποτε σε έναν φίλο μου και θαυμαστή του. Ετσι, σήμερα θα ασχοληθώ με ένα πολύ μικρό τμήμα της «βιβλιοθήκης» Βασίλη Βασιλικού, δύο τριλογίες του που επανεκδόθηκαν πρόσφατα: το φημισμένο τρίπτυχο Το Φύλλο, Το Πηγάδι και Τ' Αγγέλιασμα» (οριστική έκδοση, εκδόσεις Τόπος, 2007), που αποτελεί πλέον ένα cult βιβλίο της ελληνικής λογοτεχνίας, και τη λιγότερο γνωστή -πλην όχι άμοιρη ενδιαφέροντος- τριλογία των Τριών γυναικών (εκδόσεις Αγκυρα, 2009). Από τη μια Τριλογία στην άλλη λοιπόν...

Στις 4/9 του 1964 ο νεαρός συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός καλείται να απαντήσει σε έρευνα της εφημερίδας Αυγής με τίτλο «Μιλήστε για το έργο σας και για τα μελλοντικά σας σχέδια». Στην ερώτηση του δημοσιογράφου γιατί τα μέχρι τότε γνωστά κείμενά του δεν ανήκουν στο μυθιστόρημα, με την παραδοσιακή τουλάχιστον έννοια του όρου, η απάντηση του ΒΒ είναι πολύ ενδιαφέρουσα, τόσο για τις λογοτεχνικές αντιλήψεις και προτιμήσεις του όσο και ενδεικτική για τη μελλοντική του συγγραφική πορεία. Αφού υποστηρίξει, λοιπόν, αναφερόμενος στις αναλύσεις του Λούκατς για τον ευρωπαϊκό Ρεαλισμό, ότι με την υπάρχουσα κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα «το μυθιστόρημα είναι είδος που κατ' αρχήν αποκλείεται», καταλήγει προκρίνοντας δύο λογοτεχνικά «είδη», τη νουβέλα και το ντοκουμέντο:

«Δύο είδη λόγου μπορούν να αποδώσουν καλούς καρπούς στη θέση που βρισκόμαστε: η νουβέλα και η μαρτυρία, με την έννοια της προσωπικής αφήγησης, του ρεπορτάζ, του ντοκουμέντου...».

Με τη διττή αυτή δήλωσή του ο ΒΒ προετοίμαζε από τη μια μεριά την εξέλιξη εκείνης της τάσης στη γραφή του που θα τον φέρει γρήγορα -μόλις δύο χρόνια μετά- σε επαφή με τη λογοτεχνία-ντοκουμέντο και θα επιφέρει τη διεθνή του καταξίωση με το Ζ. Κορυφαία κατάληξη αυτής της τάσης, ο πολυδαίδαλος, μυθοπλαστικός, μεταμοντέρνος κόσμος του Γλαύκου Θρασάκη. Αφ' ετέρου, την ίδια στιγμή, νομίζω ότι ο ΒΒ σχολίαζε αναδρομικά το ώς τότε αφηγηματικό του έργο: ανάμεσα στο οποίο φυσικά ξεχώριζαν τόσο τα μικρά αφηγηματικά κείμενα της φημισμένης Τριλογίας («Το Φύλλο», «Το Πηγάδι», «Τ' Αγγέλιασμα») όσο και το τρίπτυχο των Τριών γυναικών («Ρούλα», «Ελεν», «Μάγδα»), που με τον ειδολογικό υπότιτλο «Νουβέλες» κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Αγκυρα.

Ορθά, στο επίμετρο της νέας και εξαιρετικά φροντισμένης έκδοσης, ο αυτοαποκαλούμενος δημοσιογράφος -πλην δόκιμος στην πραγματικότητα συγγραφέας και οξυδερκής κριτικός- Κώστας Καλφόπουλος επιλέγει να εντάξει το τρίπτυχο του Βασίλη Βασιλικού στη μακρά λογοτεχνική παράδοση της «νουβέλας». Από τη χαρακτηριστική μικρή πεζή ιστορία («novella») του Βοκάκιου (14ο αιώνα), που χάρισε το όνομα στο είδος, μέχρι τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν πλέον η νουβέλα διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο είδος και απέκτησε τα ιδιαίτερα διακριτικά της χαρακτηριστικά, καταλαμβάνοντας τον τρίτο πόλο στην τριμερή διάκριση των ειδών της αφηγηματικής πεζογραφίας, δίπλα στο μυθιστόρημα και απέναντι από το διήγημα. Εξάλλου, το μότο της έκδοσης της Αγκυρας που προτάσσεται εμφατικά στην αρχή του βιβλίου, αμέσως μετά τον ψευδότιτλο, και προέρχεται από τον Γκαίτε και τις Συνομιλίες με τον Εκερμαν, δίνει τον τόνο:

«Ξέρετε κάτι; Ας το ονομάσουμε νουβέλα, διότι τι άλλο είναι μια νουβέλα, παρά ένα ανήκουστο γεγονός που συμβαίνει;»

και προσανατολίζει τον νεοεισερχόμενο αναγνώστη εισάγοντας τον στην αφηγηματική ατμόσφαιρα και το ψυχολογικό κλίμα του λογοτεχνικού αυτού είδους που τίμησαν δεόντως μεγάλοι συγγραφείς.

Ορθά, επίσης, επισημαίνει ο Καλφόπουλος την αυτόματη ανάκληση στη μνήμη του υποψιασμένου αναγνώστη του ομότιτλου έργου του Μούζιλ. Οχι, φυσικά, με την έννοια της άμεσης εξάρτησης όσο με αυτήν της νόμιμης ειδολογικής και θεματικής παραλληλίας και συσχέτισης ή και της υπόγειας συνομιλίας: πράγματι οι τρεις νουβέλες, διηγήματα ή εξιστορήσεις (και έχουν προταθεί και οι τρεις όροι) του Ρόμπερτ Μούζιλ Τρεις γυναίκες (1924) περιστρέφονται επίσης γύρω από τα πρόσωπα τριών γυναικών (της Γκρίτζα, της Πορτογαλίδας και της Τόνκα), και έχουν θέμα τους τις μεταβολές και τις αντιφάσεις των ανθρωπίνων σχέσεων και ιδιαίτερα της ερωτικής σχέσης άντρα και γυναίκας, όπου δοκιμάζονται η Εμπιστοσύνη και η Πίστη και κυριαρχούν η Αμφιβολία και η Δυσπιστία.

*********

Οι νουβέλες που συναποτελούν το τρίπτυχο των Τριών γυναικών, ανήκουν στο πρώιμο έργο του ΒΒ και συνθέτουν μέσα από διαφορετικές ιστορίες και διαφορετικούς πρωταγωνιστές το πορτρέτο του αιώνιου θηλυκού ή του «δεύτερου φύλου» αλλά και της Ελλάδας στα χρόνια της ανοικοδόμησης, όπως σχολιάζει το οπισθόφυλλο της έκδοσης της Αγκυρας· την εποχή, δηλαδή, που το «ψυχρό φως του λουξ» αρχικά και του ηλεκτρισμού αργότερα άρχιζε προοδευτικά να αφαιρεί τη μαγεία και τις μυστηριώδεις φωτοσκιάσεις της ελληνικής επαρχίας (όπως συμβαίνει στη «Ρούλα») ή τον καιρό που οι παλιές μοναχικές ευρύχωρες μονοκατοικίες των μεγάλων αστικών κέντρων άρχιζαν να συνθλίβονται από τους όγκους των πολυώροφων πολυκατοικιών (όπως συμβαίνει στη «Μάγδα»).

Οι τρεις νουβέλες τοποθετούνται χρονολογικά ακριβώς στην αρχή της πρώτης συγγραφικής περιόδου του ΒΒ που άρχισε επίσημα με τη Διήγηση του Ιάσονα (1953) και τα Θύματα Ειρήνης (1956) και ολοκληρώνεται με τη Μυθολογία της Αμερικής (1964) και τις Φωτογραφίες (1964). Τα «νόθα» (μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας) αφηγήματα της συλλογής Εκτός των Τειχών (1966) προαναγγέλλουν ήδη την εν θερμώ γραφή του Ζ, το 1966. Στο κέντρο αυτής της περιόδου δεσπόζει φυσικά η φημισμένη Τριλογία, τα κείμενα της οποίας, δημοσιευμένα αρχικά αυτοτελώς, βραβεύτηκαν ως Τριλογία πλέον το 1962, με το έπαθλο Ουράνη για την πεζογραφία.

Η «Ρούλα», η «Ελεν» και η «Μάγδα», οι τρεις νουβέλες των Τριών γυναικών γραμμένες περίπου την ίδια εποχή συνιστούν ένα είδος άτυπου προλόγου, ένα είδος αφηγηματικού προοιμίου στο τρίπτυχο της Τριλογίας: Το φύλλο, Το Πηγάδι, τ' Αγγέλιασμα και πρόκειται κατ' αρχήν για κείμενα που διαψεύδουν όσους θεωρούν παιχνίδι ή συγγραφικό ακκισμό του ΒΒ τον επίμονο ισχυρισμό του και τη μόνιμη επωδό πολλών συνεντεύξεών του ότι ο ίδιος αποτελεί στην πραγματικότητα «ερωτικό» και όχι «πολιτικό» συγγραφέα...

Αλλά ας δούμε τις νουβέλες με τη σειρά τους:

Στην πρώτη από αυτές, τη «Ρούλα», που φέρει τον υπότιτλο «Ενα καλοκαίρι στο Νησί», ο ΒΒ διαλέγεται ταυτόχρονα τόσο με τη νόρμα του μυθιστορήματος της εφηβείας όσο και με μια ανανεωμένη έστω, πλην συμβατική ακόμα, ηθογραφία. Εδώ, φυσικά, πρωταγωνιστής είναι πέρα από την πολυπρόσωπη ομάδα των νεαρών φίλων του αφηγητή, ο τόπος, η ίδια δηλαδή η Θάσος, πατρίδα του συγγραφέα και μόνιμος χώρος νοσταλγικής επιστροφής του ΒΒ σε όλη τη μυθοπλαστική του δημιουργία. Ο νεαρός κομψευόμενος αφηγητής-πρωταγωνιστής, γόνος μεγαλοκτηματία του νησιού, φοιτητής Γεωπονίας στη Θεσσαλονίκη, ευαίσθητη φύση, γεμάτη λογοτεχνικές ανησυχίες, αφού μετέρχεται όλα τα πιθανά μέσα για να πλησιάσει το αντικείμενο του πόθου του, την όμορφη και φτωχή προσφυγοπούλα Ρούλα, τελικά διστάζει μπροστά στον φόβο τής δέσμευσης του γάμου, που φαντάζει «ίδιος με θάνατο» στα ευαίσθητα εφηβικά του μάτια. Αφού ζήσει έντονα για ένα ολόκληρο καλοκαίρι όλο το γαϊτανάκι του έρωτα και όλες τις βαθμίδες της ερωτικής επιθυμίας (άκρατο πόθο, μεθυστική έλξη αλλά και άμετρη ζήλια ή και απέχθεια), αφού αντιμετωπίσει αντίζηλους και πρώην αρραβωνιαστικούς, αφού χρησιμοποιήσει προξενήτρες και κάθε είδους μέσο, αποφασίζει να αποσυρθεί από τον ερωτικό αγώνα, αδυνατώντας ή αποφεύγοντας να ονομάσει επακριβώς αυτό που πραγματικά αισθάνεται. Πιστεύοντας ότι «η ευτυχία κρατάει όσο και η ηδονή» αποφασίζει να «απολαύσει την ηδονή του πόνου». Θεωρώντας ότι «ο πόνος και η απομόνωση είναι απαραίτητα όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας» για τον αληθινό δημιουργό -όπως πιστεύει ότι είναι ο ίδιος-, κρατά για τον εαυτό του την επίζηλη θέση του μάρτυρα, αφού η «θλίψη και η στενοχώρια» τον ωθούν στο γράψιμο:

«...η μόνη λύτρωση που μένει είναι το γράψιμο. Να γράψω αυτήν την ιστορία, να ξεθυμάνω. Γι' αυτό παίρνω ένα τραπεζάκι και μια πολυθρόνα και χάνομαι στο δάσος. Η μητέρα μου με κοιτάζει απορημένη».

Η δεύτερη νουβέλα «Ελεν», με τον υπότιτλο «Τα νεανικά χρόνια του Αλ Σόγιερ», που ανακαλεί στη μνήμη μας τον γνωστό ήρωα των παιδικών μας χρόνων, διαδραματίζεται στην Αμερική. Ο ΒΒ εκμεταλλεύεται εδώ βιωματικά στοιχεία από τη μαθητεία του στο Αμερικανικό Κολέγιο «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης, μια μαθητεία που θα τον βοηθήσει αργότερα να μεταβεί στην Αμερική και η αφήγηση υιοθετεί έναν βαθιά εξομολογητικό τόνο. Εδώ το μοτίβο των «τριών γυναικών» αναδιπλασιάζεται στο εσωτερικό της ίδιας νουβέλας. Ενας νεαρός καλλιτέχνης, ζωγράφος αυτή τη φορά και αληθινά κοσμοπολίτης στην καταγωγή του, γεννημένος στην Αμερική από Γερμανό πατέρα και Ρωσίδα μητέρα, εξομολογείται την κρυφή περιπέτεια των νεανικών του χρόνων και τη διαρκή βασανιστική προσπάθεια αναζήτησης της σεξουαλικής του ταυτότητας: από τη διπλή έλξη του για τον καλύτερό του φίλο και τη νευρασθενική αδελφή του (τη Μάρθα), στη σαρκική επαφή με την «εύκολη» Φλώρα και, τέλος, στη λυτρωτική ερωτική του σχέση με την όμορφη και γλυκιά Ελεν. Σε αυτήν τη βασανιστική πορεία αυτογνωσίας η αγωνιώδης προσπάθεια ανακάλυψης της σεξουαλικής ταυτότητας συμβαδίζει με την αναζήτηση της πνευματικής και καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Ωστόσο, στο τέλος του τούνελ η αμείλικτη Ιστορία έχει στήσει καρτέρι στους πρωταγωνιστές: η είσοδος των Ηνωμένων Πολιτειών στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στέλνει τον ήρωα στο ευρωπαϊκό μέτωπο και ματαιώνει τον προγραμματισμένο γάμο τους.

«Παραβλέποντας πως ήμαστε, θέλοντας και μη, εξαρτήματα της Ιστορίας που τόσο πεισματικά την αγνοούσαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Ιστορία σαν για να μας εκδικηθεί μας κάλεσε στο προσκλητήριό της».

Τέλος, στην τρίτη νουβέλα «Μάγδα» ήδη από τον υπότιτλο «Το σπίτι στο σταυροδρόμι» και την αναλυτική περιγραφή της δαιδαλώδους αυτής μονοκατοικίας στις υπώρειες τής Ανω Πόλης τής Θεσσαλονίκης έχουμε μια μικρή εμφανή μετατόπιση του ΒΒ Το ασυνήθιστο και το παράξενο (πιθανόν Ποεϊκής καταγωγής) κάνει δειλά την εμφάνισή του από την αρχή του κειμένου, για να δώσει προσωρινά σε κάποιο σημείο τη θέση του και στο ιδιόμορφο καφκικό φανταστικό, παράξενο και θαυμαστό ταυτόχρονα. Ωστόσο και εδώ επίκεντρο της διήγησης παραμένει η ερωτική -πλην αυτή τη φορά- κυρίως σαρκική σχέση του αφηγητή-πρωταγωνιστή με μια μεγαλύτερή του παντρεμένη γυναίκα, τη Μάδγα. Ο αμφιφυλόφιλος ταλαντούχος μουσικός Ιάκωβος, άντρας της Μάγδας, ο Παύλος, φίλος του αφηγητή, και μια πλειάδα παρακμιακών ποιητών, καθηγητών, γιατρών και καλλιτεχνών παρελαύνουν από το σπίτι και εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σε έναν ερωτικό χορό γύρω από τη μυστηριώδη μοιραία οικοδέσποινα, τη Μάγδα, μιαν όμορφη πλην παραμελημένη γυναίκα, μητέρα δύο παιδιών, νευρωσική και άρρωστη τώρα, που περνάει τη μέρα της σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με βαριές κουρτίνες και αναζητεί τη νύχτα με πάθος την ερωτική απόλαυση. Ανάμεσά τους ο Γιάννης, αφηγητής και πρωταγωνιστής, κι αυτός φοιτητής Γεωπονίας που κινείται με άνεση μέσα στους παρακμιακούς καλλιτεχνικούς χώρους της ομιχλώδους συμπρωτεύουσας, αν και όχι το ίδιο μέσα στο στενό μικροαστικό οικογενειακό του περιβάλλον, βρίσκει καταφύγιο σε αυτό το σπίτι, ερωτεύεται προοδευτικά τη μυστηριώδη Μάγδα και μοιράζεται το κρεβάτι της με τον ίδιο της τον άντρα... μέχρι που... Σταματώ εδώ, αν και σίγουρα δεν στερώ με την υποτυπώδη αυτή περίληψη τη χαρά του αναγνώστη... εξάλλου και εδώ όπως και στις άλλες δύο νουβέλες ο ΒΒ φροντίζει να αφήνει το τέλος κατά κάποιον τρόπο ανοιχτό στη διακριτική φαντασία του αναγνώστη...

Απέναντι σε αυτήν τη νοσηρή ώς έναν βαθμό ατμόσφαιρα όπου ζει και κινείται ο νεαρός αφηγητής της τρίτης νουβέλας υπάρχει μόνο μια προσωρινή φωτεινή διέξοδος. Πρόκειται για μια συνομήλικη με τον Γιάννη κοπέλα, με την οποία διατηρεί μια σχέση και η οποία κάνει δειλά την εμφάνισή της μια-δυο φορές. Αντιγράφω δυο γραμμές από την αρχή της νουβέλας:

«Ωσπου ξαφνικά, ακριβώς μπροστά μου δύο σειρές, είδα τη γυμνή αλογοουρά της που έπεφτε σαν καταρράκτης στην πλάτη της και έκρυβε ένα μέρος της καρέκλας. Μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή ολότελα άσχετη και αδικαιολόγητη μέσα στο πολιτισμένο και ψεύτικο αυτό περιβάλλον του κόσμου που πάει για να κάνει την εμφάνισή του και να γραφτεί την άλλη μέρα στην κοσμική στήλη της "Μακεδονίας"».

Είναι αυτή ακριβώς η τελευταία νουβέλα που μου δίνει την ευκαιρία να επανέλθω στον προηγούμενο ισχυρισμό μου, ότι, δηλαδή, τρόπον τινά οι Τρεις γυναίκες συνιστούν έναν άτυπο πρόλογο στην Τριλογία. Ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη τους γραφή χρονολογείται μεταξύ 1953 και 1956 και ότι ένα «απλοϊκότερο» σχεδιάγραμμα του Πηγαδιού δημοσιεύεται στη Νέα Εστία το 1951. Αρα πρόκειται για κείμενα που προέκυψαν από τη γραφίδα του ΒΒ ακριβώς την ίδια εποχή, έτσι ώστε να μην είναι περίεργες οι παραλληλίες και οι αλληλοεπικαλύψεις... ωστόσο οι αναλογίες είναι κάτι περισσότερο από σημαντικές. Περιορίζομαι να επισημάνω εδώ μερικές μόνον από αυτές.

Για παράδειγμα, στη «Μάγδα» η νεαρή ανώνυμη κοπέλα με την ξανθή αλογοουρά, που «έπεφτε σαν καταρράκτης στην πλάτη της» και η οποία κατοικεί στον παραδείσιο κόσμο της Ανω Πόλης, με τις μικρές αυλές τις «γεμάτες σαλκιμιές», αποτελεί με βεβαιότητα πρόπλασμα του μεγάλου έρωτα του φοιτητή στο Φύλλο αλλά και του αποδέκτη των ερωτικών γραμμάτων του Λάζαρου στο Αγγέλιασμα. Με τον ίδιο τρόπο η πολυκατοικία που στη «Μάγδα» γιγαντώνεται και τα παράθυρά της γίνονται μάτια που παρακολουθούν αχόρταγα γύρω της, έτοιμη να καταβροχθίσει το σπίτι στο σταυροδρόμι, δεν είναι παρά προεικόνισμα της εφιαλτικής πολυκατοικίας όπου κατοικεί ο Λάζαρος του Φύλλου από την Τριλογία. Αν είναι έτσι, τότε γιατί όχι η όμορφη, ζωηρή, φρέσκια προσφυγοπούλα Ρούλα με την ελαφριά χωριάτικη προφορά να μην είναι αντικατοπτρισμός της υπηρέτριας που πρωταγωνιστεί στο Πηγάδι; Εκεί, όπου ο γιος του θασίτη κτηματία ονομάζεται Θάνος, όπως εδώ ο καλύτερος φίλος του αφηγητή. Τέλος, η πρόσκαιρη καφκικής προέλευσης ζωομορφική μεταμόρφωση του αφηγητή στη «Μάγδα» αποτελεί την πρώτη φορά που εμφανίζεται το στοιχείο του φανταστικού στο έργο του ΒΒ και ταυτόχρονα προοιωνίζεται τη χρήση του μοτίβου στο Φύλλο αλλά και στο μετέπειτα έργο του συγγραφέα. Αφησα για τελευταία τη μορφή του αφηγητή πρωταγωνιστή της «Ρούλας», την κεντρική μορφή του Λάζαρου Λαζαρίδη, που διαρκώς επιβεβαιώνει τον κρατυλισμό του ονόματός του, αφού, όταν δεν δανείζει απλώς τα χαρακτηριστικά του στους πρωταγωνιστικούς αφηγηματικούς χαρακτήρες του ΒΒ, ανασταίνεται από τις ίδιες του τις στάχτες για να ζήσει εκ νέου νέες περιπέτειες: Διαθλασμένες όψεις του διασχίζουν τη «Ρούλα», τη «Μάγδα», σαν να ξενερίζουν λίγο στην Τριλογία και στις Φωτογραφίες, για να εκβάλουν εν τέλει στον γεμάτο αντικατοπτρισμούς μεταμοντέρνο κόσμο της «λογοτεχνικής αυτό(βιο)γραφίας» του Γλαύκου Θρασάκη (1972-2008). Οι Τρεις γυναίκες, λοιπόν, φαίνεται ότι πράγματι αποτελούν, αν όχι ένα είδος μήτρας, τότε, τουλάχιστον, ένα είδος προοιμίου για όποιον επιχειρήσει να εισέλθει στον πολυπρισματικό αφηγηματικό κόσμο του ΒΒ

Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή τους, οι νουβέλες του ΒΒ δεν αναδεικνύουν μόνον εκ νέου τις αρετές ενός συγγραφέα, που έμελλε γρήγορα να γίνει παγκοσμίως γνωστός, αλλά επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο και τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του: συνύπαρξη νεωτερικών τεχνικών αφήγησης δίπλα σε πιο παραδοσιακές φόρμες, κοφτός, μικροπερίοδος λόγος αλλά και λυρικές μονολογικές εξάρσεις, απέριττη και συχνά εσκεμμένα ατημέλητη γραφή, αυτοβιογραφικό και μυθολογικό υπόβαθρο, συμβολιστική ή αλληγορική απόβλεψη, σχέση φανταστικού και πραγματικότητας, ερωτική ή και αισθησιακή συγκίνηση, κοινωνική καταγγελία και τεκμηριωτική διάθεση...

Ωστόσο, ξαναδιαβάζοντας τις Τρεις γυναίκες στον ορίζοντα του μελλοντικού ΒΒ και ανακαλύπτοντας υπόγειες διασυνδέσεις και αδιόρατες συνομιλίες με επόμενα αφηγήματά του, άρχισα να υποπτεύομαι ότι ο ΒΒ -συνειδητά ή όχι, αδιάφορο- κατάφερε με τα πρώτα του κείμενα κάτι πολύ σημαντικό. Αν δεν θέλησε, δεν τόλμησε ή δεν μπόρεσε να ανοιχτεί νωρίς -εννοώ ήδη από τότε- στον κόσμο ενός αληθινά «ολιστικού» μυθιστορήματος (όπως θα σχολιάσει κάπου ο ώριμος αφηγητής του Γλαύκου Θρασάκη), κατάφερε ωστόσο να μας δώσει αδιόρατα, διακεκομμένα τμήματα μιας τέτοιας απόπειρας. Γιατί νομίζω ότι τίποτε δεν θα εμπόδιζε κάποιον -αντίθετα μια τέτοια ανάγνωση θα πρόσδιδε ερμηνευτικό ενδιαφέρον στο εγχείρημα- να διαβάσει τις Τρεις γυναίκες όσο και την Τριλογία ακόμα και άλλα πρώιμα έργα του ΒΒ ως τις «ψηφίδες» ενός μυθιστορήματος καλλιτεχνικής μαθητείας και να συλλάβει τα επιμέρους αυτοτελή κείμενα ως τα «disjiecta mebra», τα «διαμελισμένα μέλη», δηλαδή, ενός ανολοκλήρωτου Bildungsroman. Εκείνου δηλαδή του τύπου μυθιστορήματος που απεικονίζει την εξελικτική πορεία ενός ήρωα από μια κατάσταση άγνοιας και απειρίας προς μια κατάσταση γνώσης και ωριμότητας μέσα από μια συγκρουσιακή σχέση με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Οι συνεχείς αποτυχίες και απογοητεύσεις και οι τραυματικές συχνά εμπειρίες του Ερωτα, του Θανάτου και της Τέχνης οδηγούν τελικά στην εσωτερική ολοκλήρωση του μυθιστορηματικού ήρωα, στην ομαλή του ένταξη στο κοινωνικό σύνολο και φυσικά στην καλλιτεχνική του συνειδητοποίηση. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαία η αντινομικού τύπου σχέση όλων των ηρώων, τόσο της Τριλογίας όσο και των τριών κειμένων που μας απασχολούν σήμερα, με το περιβάλλον τους ούτε φυσικά η καλλιτεχνική ιδιότητα των βασικών αφηγητών και ηρώων: ζωγράφοι ή επίδοξοι πεζογράφοι και ποιητές.

Με τα κείμενά του αυτά, λοιπόν, ο ΒΒ απαντά ήδη μέσα στην πρώτη δεκαετία της συγγραφικής του καριέρας και μάλιστα διά της πιο προσωπικής αφηγηματικής του περσόνας στο κρίσιμο ερώτημα γιατί ένας συγγραφέας γράφει:

«Γιατί γράφω; Γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς»,

σημειώνει ο Λάζαρος της «Ρούλας», ανάγοντας τη γραφή σε συστατική της ύπαρξής του. Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί την ειλικρίνεια της φράσης αυτής σε έναν συγγραφέα που μια πρώτη βιβλιογραφική καταγραφή των αυτοτελών εκδόσεων από το 1953 μέχρι σήμερα ανεβάζει το σύνολο των βιβλίων του στους 120 τίτλους;

Με τον ίδιο τρόπο τα κείμενα αυτά απαντούν και στο εξίσου κρίσιμο ερώτημα «πώς γράφω;», αφού η αναζήτηση της έκφρασης -διαρκείς πειραματισμοί με νέες μορφές αφήγησης, συνεχείς μεταμορφώσεις προγενέστερου αφηγηματικού υλικού- θα οδηγήσουν τον ΒΒ στο προσωπικό του ύφος και στην αποκάλυψη του αληθινού κοσμοπολίτη -τόσο στις ιδέες όσο και στην τεχνική- συγγραφέα, που γρήγορα έμελλε να κατακτήσει τον κόσμο. Πάλι ο Λάζαρος περιγράφει τον δημιουργό που κρύβεται μέσα του:

«αυτόν που δεν συμμαζεύεται δεν τακτοποιείται, που δεν υπακούει, που αρνείται την κοινωνία και τις ψευτιές της, που για σπίτι του έχει όλο τον κόσμο».

Ξεφύλλισα ξανά το βιβλίο, πριν από λίγες μέρες, για να το φρεσκάρω λίγο στη μνήμη μου και να ελέγξω τις πρώτες μου σημειώσεις. Δεν ξέρω αν ήταν το «άρωμα γυναίκας» που απέπνεαν τα κείμενα, η καλαίσθητη έκδοση του βιβλίου ή και οι μνήμες που ανακαλούσε η σφραγίδα του εκδότη στο εξώφυλλο, μνήμες από καλοκαιρινά μεσημέρια, όταν μικρός αλίευα «ρομάντζα του παλιού καιρού», μεσοπολεμικές εκδόσεις της Αγκυρας από τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου, αλλά τελειώνοντας την ανάγνωση απέμεινα σιγοψιθυρίζοντας παραφρασμένους στίχους του Φρανσουά Βιγιόν από την Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού:

[...] πού να είναι άραγε

η όμορφη και καλή Ρούλα

από τη Θάσο,

η αγνή και φρόνιμη Ελεν,

η μυστηριώδης Μάγδα,

όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά

η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει

Μα πού 'ναι τα χιόνια τα αλλοτινά; [...] *

***Ετσι μίλησε ο Α. Θ. Σαΐνης, για τον Βασίλη Βασιλικό, στον Πειραιά, στο PassPort, στις 23 Φεβ.2011.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ενα καπέλο γεμάτο ιστορίες
Νάματα έμπνευσης
22η έκθεση βιβλίου
Αγαπητέ μου κ. Κοτζιούλα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Ενα καπέλο γεμάτο ιστορίες
«Από τη μια Τριλογία στην άλλη...»
Νάματα έμπνευσης
22η έκθεση βιβλίου
Αγαπητέ μου κ. Κοτζιούλα
Μια επιστολή
Η κουκουβάγια-μασκότ
Αφιέρωμα Βιβλίο-Κινηματογράφος
Από την εικόνα στη δημιουργία
Συνέντευξη:Τατσόπουλος-Χαραλαμπίδης
Από τις σελίδες της λογοτεχνίας στη μεγάλη οθόνη του σινεμά
Κριτική βιβλίου
Σκηνοθέτες και σενάρια σε θαυμαστά βιβλία
Στον τόπο του άλλου
Η τρίτη ανάγνωση
Λολίτα
Από τις 4:00 στις 6:00
Η θλίψη ήταν μόνιμη παρέα της
Αφανής Αναγνώστης
Η γλώσσα είναι το αμαρτωλό μας τραγούδι
Παλεύοντας με τα κείμενα
Αφιέρωμα:Λογοτεχνία-Κινηματογράφος
Ταινίες εν ψυχρώ και εν θερμώ, δίπλα μας για πάντα
Ο Λόγος στην 7η Τέχνη
Η δεύτερη ζωή μεγάλων λογοτεχνικών έργων και όσα χάνονται στη μεταφορά
Ταινίες με διάσημους συγγραφείς που πέτυχαν το τέλειο γύρισμα
Βιβλία που έγιναν ταινίες για χειμωνιάτικα ή καλοκαιρινά σινεμά
Βιβλία και κινηματογράφος χωρίς περιττά λόγια
Μοντάροντας το Γυμνό γεύμα με μια Παγίδα
Παιδικά-εφηβικά βιβλία που έγιναν κινηματογραφικές ταινίες
Ο Πίτερ Παν και η ελληνική του καριέρα