Έντυπη Έκδοση

Αγαπητέ μου κ. Κοτζιούλα

Πολλές αλληλογραφίες εκδίδονται χωλές, με τις επιστολές τού ενός μόνο σκέλους. Είτε γιατί οι επιστολές δεν είναι προσιτές σε εκείνον που έχει την πρωτοβουλία της έκδοσης είτε γιατί δεν τις κρίνει άξιες δημοσίευσης.

 Το δεύτερο συμβαίνει συνήθως στην περίπτωση που ο ίδιος είναι και ο αποστολέας τους. Μία από τις χωλές αλληλογραφίες ήταν, μέχρι πρότινος, και η αλληλογραφία Γιώργου Κοτζιούλα - Ε. Χ. Γονατά. Το 1980, ο δεύτερος είχε εκδώσει τις επιστολές του πρώτου προς αυτόν, στις εκδόσεις Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου. Ως συγγραφέας του βιβλίου αναφέρεται ο Κοτζιούλας. Ο τίτλος είναι «Ανέκδοτα γράμματα», όπου ο Γονατάς φέρεται υπεύθυνος για «παρουσίαση-επιμέλεια-σημειώσεις». Σε κανένα σημείο δεν κάνει αναφορά στις δικές του επιστολές.

Τριάντα χρόνια αργότερα, δημοσιοποιείται το έτερο σκέλος της αλληλογραφίας. Στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Νέα Ευθύνη» (Ιαν.-Φεβ. 2011), με φιλολογική επιμέλεια του Γιάννη Παπακώστα και υπό τον τίτλο «Φιλολογικές μαρτυρίες της Κατοχής», δημοσιεύονται 15 επιστολές. Οι επιστολές Γονατά παραχωρήθηκαν από τον μοναχογιό τού Κοτζιούλα, Κώστα Κοτζιούλα, φιλόλογο και κάτοχο του πατρικού Αρχείου. Ο ίδιος και η μητέρα του, Εμορφία Κηπουρού, προ εικοσαετίας, είχαν εμπιστευθεί στον Παπακώστα το Αρχείο προς ανάδειξή του. Από αυτό προέκυψε μία μόνο έκδοση, το 1994, 114 επιστολών λογοτεχνών προς τον Κοτζιούλα, με τίτλο «Αγαπητέ Κοτζιούλα» και επιμελήτρια τη Νάση Μπάλτα. Στον πρόλογο εκείνης της έκδοσης αναφέρεται ότι οι επιστολές Κοτζιούλα ανέρχονται σε αρκετές εκατοντάδες.

Σήμερα, 55 χρόνια μετά τον θάνατο του Κοτζιούλα, στις 29 Αυγούστου 1956, το Αρχείο του, με διττό ενδιαφέρον, για τη λογοτεχνία και την ιστορία της Αντίστασης, αν όχι και τριπλό, αφού ήταν ένας από εκείνους τους λιγοστούς που έστησαν το αντάρτικο «Θέατρο στο βουνό», παραμένει αναξιοποίητο. Οι λόγοι, για όλα τα πολύτιμα και παραπεταμένα Αρχεία, είναι, λίγο-πολύ, οι ίδιοι. Οι μεν κληρονόμοι τους έχουν τις δικές τους δεσμεύσεις και προτεραιότητες. Οι δε φιλόλογοι δεν προσφέρονται, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για λησμονημένους συγγραφείς, για παρόμοια «έργα αγάπης και αλτρουισμού». Δανειζόμαστε την έκφραση από τον Νάνο Βαλαωρίτη, που, με αυτήν, χαρακτηρίζει τη φροντίδα που έδειξε ο Γονατάς για παρόμοιες εκδόσεις. Οπως και να έχει, με την παραχώρηση των επιστολών Γονατά, αντί του δημοσιεύματος, παρουσιαζόταν μια ευκαιρία για την αποκατάσταση της αλληλογραφίας Κοτζιούλα-Γονατά σε βιβλίο. Ετσι θα είχαμε μια αρτιμελή αλληλογραφία, με τις επιστολές σε χρονολογική τάξη, που θα αποκαθιστούσε τον επιστολικό διάλογο των δύο συγγραφέων στο διάστημα από 18 Σεπ. 1940 μέχρι 16 Ιαν. 1943. Πρόκειται για ένα επιστολικό σώμα 33 επιστολών: 18 του Κοτζιούλα και 15 του Γονατά. Οπως τεκμαίρεται από αναφορές στις ίδιες τις επιστολές, το σώμα δεν είναι ακέραιο. Ορισμένες επιστολές χάθηκαν ή λανθάνουν.

Η αλληλογραφία τους εμπίπτει στην κατηγορία των επιστολογράφων με μεγάλη ανάμεσά τους διαφορά ηλικίας, όπου ο πρεσβύτερος βρίσκεται εκτός Αθηνών και ο νεότερος εκτελεί παραγγελίες, μάλιστα ευτυχής να εξυπηρετεί. Τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει την αλληλογραφία Γ. Σεφέρη-Γ. Π. Σαββίδη, που παραμένει μια χωλή αλληλογραφία. Το 1924, που ο Κοτζιούλας, γεννηθείς στις 23 Απριλίου 1909, είναι μαθητής Γυμνασίου και δημοσιεύει τους πρώτους στίχους του στην εφημερίδα των Ιωαννίνων «Ηπειρωτική Ηχώ», ο Γονατάς γεννιέται. Ενώ, αφορμή για τη γνωριμία τους, το 1940, στάθηκαν τα διηγήματα που ο Γονατάς, μαθητής Γυμνασίου τότε, στέλνει στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Ως τακτικός συνεργάτης του περιοδικού ο Κοτζιούλας, τα διαβάζει, ενθουσιάζεται και στέλνει επιστολή στον συγγραφέα τους. Σχηματίζοντας την εντύπωση ότι πρόκειται για έναν ώριμο και «βασανισμένο ενήλικα», τον προσκαλεί να τον επισκεφτεί στο σανατόριο της Πάρνηθας, όπου βρίσκεται για δεύτερη φορά.

Αυτήν την πρώτη επιστολή ο Γονατάς δεν τη δημοσιεύει στο βιβλίο. Πιθανώς και γιατί θα πρέπει να πρόκειται για μια άκρως εγκωμιαστική επιστολή. Μένει ζητούμενο κατά πόσο μπορεί να σώθηκε στο Αρχείο του. Κι αυτό, όμως, είναι, προσώρας τουλάχιστον, ένα αναξιοποίητο αρχείο. Ας μη βιαζόμαστε. Εχουν περάσει μόλις πέντε χρόνια από τον θάνατό του, στις 24 Μαρτίου 2006. Ο Γονατάς, πάντως, στο εισαγωγικό «σημείωμα» του βιβλίου, συνοψίζει εκείνη την πρώτη επιστολή Κοτζιούλα και παραθέτει το τέλος της, για να ανιστορήσει, στη συνέχεια, τη σύντομη περίοδο της γνωριμίας τους. Η εν λόγω επιστολή θα πρέπει να είχε σταλεί στις αρχές Σεπτεμβρίου 1940, γιατί η πρώτη δημοσιευμένη επιστολή του Γονατά έχει ημερομηνία 18 Σεπ. 1940, όπου και δικαιολογείται για την καθυστέρηση, λόγω παραθερισμού του στην Κηφισιά. Στη δεύτερη επιστολή του, 3 Οκτ. 1940, ζητεί να του ορίσει νέα συνάντηση, αφού εκείνη «στο βουνό» δεν ευοδώθηκε. Τελικά, τον επισκέφθηκε απροειδοποίητα ο Κοτζιούλας στο σπίτι του. Η τρίτη επιστολή Γονατά, 26 Μαΐου 1941, είναι ένα σημείωμα αντί επισκεπτηρίου, που αφήνει στην ενοικιαζόμενη κάμαρα τού Κοτζιούλα στον Λυκαβηττό. Οσο για τα δύο διηγήματα του Γονατά, δεν δημοσιεύτηκαν στα «Νεοελληνικά Γράμματα», που σταμάτησαν να εκδίδονται στις 12 Απριλίου 1941.

Η κυρίως αλληλογραφία τους αρχίζει με την αναχώρηση του Κοτζιούλα, στις 13 Νοεμβρίου 1941, για τη γενέτειρά του, Πλατανούσα Αγνάντων, όπου φτάνει δύο εβδομάδες αργότερα και η πρώτη επιστολή του έχει ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1941. Φεύγει για να μην πεθάνει από ασιτία, όπως ο ομοτράπεζός του στο συσσίτιο Αναστάσιος Δρίβας, αλλά βρίσκεται «μες στην αμουσία». Γι' αυτό κατακλύζει τον αλληλογράφο του με παραγγελίες για περιοδικά και βιβλία. Αναφέρεται, όμως, εκτενώς και στη δύσκολη ζωή του χωριού και στην οικογένειά του. Εναν χρόνο πριν είχε πεθάνει ο αδελφός του, ο πατέρας του, ταχυδρόμος το επάγγελμα, λόγω υγείας είχε συνταξιοδοτηθεί, ενώ η μητέρα του αγωνιζόταν να εξασφαλίσει τα αναγκαία. Με τη "σταχομαζώχτρα" του Παπαδιαμάντη την παρομοιάζει στις περιγραφές και ανιστορήσεις του, που θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο παραγκωνισμένο πεζογραφικό του έργο, όταν ποτέ γίνει η επαναξιολόγησή του.

Ενα κοινό σημείο των δύο αλληλογράφων είναι ότι αμφότεροι καταχωρίστηκαν στις γραμματολογίες ως ποιητές. Από εκεί και πέρα, βεβαίως, οι πεζογραφικές τύχες τους αποκλίνουν, αφού, σήμερα, ο Γονατάς θεωρείται ένας από τους λιγοστούς στην ελληνική λογοτεχνία πεζογράφους του φανταστικού. Οι επιστολές του συνιστούν μοναδική μαρτυρία -«ένα είδος πολύ ενδιαφέροντος ημερολογίου», όπως παρατηρεί ο ίδιος για τις επιστολές τού Κοτζιούλα- για τον δεκαοχτάχρονο, πρωτοετή φοιτητή Νομικής, που ήταν το 1942. Ταυτόχρονα, περιγράφει από πρώτο χέρι τη λογοτεχνική ζωή τής Αθήνας εκείνη τη χρονιά της μεγάλης πείνας, όπου ο κόσμος το είχε ρίξει στο διάβασμα. Δίνει πληροφορίες για τις τιμές που ανεβαίνουν, αλλά και την αύξουσα τιμή της ρετσίνας. Περιγράφει τους περιπάτους του στους γύρω λόφους και αναφέρει τα μυθιστορήματα που απολαμβάνει γαλλιστί.

Και οι δύο αλληλογράφοι μνημονεύουν πολλαπλώς και εν εκτάσει τους κοινούς τους φίλους: τον ζωγράφο Αντώνη Κανά, τον τυπογράφο και συγγραφέα Σταύρο Τσακίρη και τον ποιητή Γιώργο Μακρή. Ενώ ο Κοτζιούλας ανησυχεί και ρωτά να μάθει και για τους πρεσβύτερους φίλους του, όπως ο Βασίλης Ρώτας. Στις υποσελίδιες σημειώσεις του βιβλίου ο Γονατάς δίνει σύντομα βιογραφικά για τα αναφερόμενα πρόσωπα. Το ίδιο και ο Παπακώστας στο δημοσίευμα. Και οι δύο, όμως, δίνουν το λογοτεχνικό στίγμα των προσώπων, παρακάμπτοντας τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση. Ως μέλος του ΕΑΜ εδιώχθη ο Κανάς. Ο Ρώτας έστησε κι αυτός «Θέατρο στο βουνό». Ενώ το δεύτερο βιβλίο τού Στάβρου Τσακίρη, όπως βρίσκουμε το όνομά του στα εξώφυλλα των βιβλίων του, είναι η νουβέλα «Μέρες και νύχτες στη Γάβδο», που εξέδωσε το 1934. Δεδομένου ότι οι επιστολές λογοκρίνονταν, ο υπομνηματισμός τους είναι πολύ πιο απαραίτητος. Στις 5 Αυγ. 1942, ο Κοτζιούλας αναφέρει ότι μόλις γύρισε από ένα εικοσαήμερο ταξίδι. Στις 22 Σεπ. 1942, στέλνει επιστολή από τα Πράμαντα, καθώς γράφει ότι βρίσκεται σε «φυσιολατρική περιοδεία» στα Τζουμέρκα και μπορεί να φτάσει μέχρι τα Γιάννινα. Οπου ταξίδια και περιοδείες μπορεί να σημαίνουν ντεμπούτο στο αντάρτικο. Από το «Αντιστασιακό Αρχείο» του έχουν εκδοθεί: «Οταν ήμουν με τον Αρη» (1974) και το «Θέατρο στα Βουνά» (1976). Ο τρίτος τόμος, που είχε προγραμματιστεί, «Ημερολόγιο 1941-1945», ποτέ δεν εκδόθηκε. Ετσι, όσα αποσιωπώνται στις επιστολές μένουν αναπάντητες απορίες.

Οσο για τη συνέχιση της παρέας τους, το φθινόπωρο του 1945, που ο Κοτζιούλας επιστρέφει στην Αθήνα, ο Γονατάς δεν δίνει καμιά πληροφορία. Ούτε ο Παπακώστας στην πρόσφατη δημοσίευση. Τελικά, δεν θα βρεθεί κάποιος φιλότιμος εκδότης για 'κείνο το κατοχικό Ημερολόγιο; *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ενα καπέλο γεμάτο ιστορίες
«Από τη μια Τριλογία στην άλλη...»
Νάματα έμπνευσης
22η έκθεση βιβλίου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Ενα καπέλο γεμάτο ιστορίες
«Από τη μια Τριλογία στην άλλη...»
Νάματα έμπνευσης
22η έκθεση βιβλίου
Αγαπητέ μου κ. Κοτζιούλα
Μια επιστολή
Η κουκουβάγια-μασκότ
Αφιέρωμα Βιβλίο-Κινηματογράφος
Από την εικόνα στη δημιουργία
Συνέντευξη:Τατσόπουλος-Χαραλαμπίδης
Από τις σελίδες της λογοτεχνίας στη μεγάλη οθόνη του σινεμά
Κριτική βιβλίου
Σκηνοθέτες και σενάρια σε θαυμαστά βιβλία
Στον τόπο του άλλου
Η τρίτη ανάγνωση
Λολίτα
Από τις 4:00 στις 6:00
Η θλίψη ήταν μόνιμη παρέα της
Αφανής Αναγνώστης
Η γλώσσα είναι το αμαρτωλό μας τραγούδι
Παλεύοντας με τα κείμενα
Αφιέρωμα:Λογοτεχνία-Κινηματογράφος
Ταινίες εν ψυχρώ και εν θερμώ, δίπλα μας για πάντα
Ο Λόγος στην 7η Τέχνη
Η δεύτερη ζωή μεγάλων λογοτεχνικών έργων και όσα χάνονται στη μεταφορά
Ταινίες με διάσημους συγγραφείς που πέτυχαν το τέλειο γύρισμα
Βιβλία που έγιναν ταινίες για χειμωνιάτικα ή καλοκαιρινά σινεμά
Βιβλία και κινηματογράφος χωρίς περιττά λόγια
Μοντάροντας το Γυμνό γεύμα με μια Παγίδα
Παιδικά-εφηβικά βιβλία που έγιναν κινηματογραφικές ταινίες
Ο Πίτερ Παν και η ελληνική του καριέρα