Έντυπη Έκδοση

Η γλώσσα είναι το αμαρτωλό μας τραγούδι

Ο επιμελητής κειμένων μετεωρίζεται ανάμεσα σ' ένα μετά -και σ' ένα πριν-: μετά τον συγγραφέα και πριν από τον αναγνώστη. Μ' άλλα λόγια μετά τον αποστολέα και πριν από τον παραλήπτη αυτής της ανεξέλεγκτης ανταλλαγής ιδεών και αισθημάτων, στρατηγικής και γύμνιας, λέξεων και σιωπής, άγχους και προσδοκίας.

 Κι αυτήν ακριβώς τη διαμεσολαβητική λειτουργία, αυτή τη λαθραία χειραψία, αυτή την ενίοτε αμφίθυμη σχέση, που μετεωρίζεται στην κόψη του τυπωθήτω, φιλοδοξούμε να χαρτογραφήσουμε με τη νέα θεματική στήλη μας.

Δώδεκα πρόσωπα, παλαιότερα και νεότερα, που σκύβουν με πάθος και συνέπεια πάνω σε κείμενα τα οποία καλούνται να οικειοποιηθούν με τον τρόπο του αφανούς αναγνώστη πριν παραδοθούν στην ευθύνη του συστηματικού ή του απλού αναγνώστη. Εξού και οι επιμελητές διασταυρώνουν κάτι από τη βάσανο της κριτικής και την απόλαυση της ανάγνωσης - κάτι που στη δεδομένη στιγμή της έκδοσης συνήθως λείπει από τον συγγραφέα, όταν βρίσκεται περικυκλωμένος από ανασφάλειες, κειμενικές και μη.

Στην ιστορία της γραφής περισσεύουν τα παραδείγματα, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, ανάμεσα σε συγγραφείς/«κρυπτοσυγγραφείς» εξάγοντας θυελλώδεις πνευματικές σχέσεις με αβέβαιη κατάληξη. Ταυτόχρονα όμως δεν έχει παρέλθει η εποχή που οι εκδότες ήταν δεινοί αναγνώστες αλλά και συγγραφείς και editors έδιναν ομηρικές μάχες για έναν χαρακτήρα, για μια παράγραφο, για μια λέξη, για μια άνω τελεία, για μια σιωπή;

Πώς ζει άραγε ο επιμελητής εκδόσεων; Στις μέρες μας σίγουρα «κατά τύχη». Ενώ μια ζωή ζούσε «κατά λάθος». Εξηγούμαι πάραυτα: όπως ο αγγειοπλάστης δουλεύει με τον πηλό, ο πυροσβέστης με τη φωτιά, ο συγγραφέας με τις λέξεις, έτσι και ο επιμελητής δουλεύει με το λάθος.

Το λάθος είναι το πάθος του. Για την ακρίβεια, το σωστό είναι το πάθος του, γι' αυτό και έχει ευαισθησία στο λάθος. Και όταν αυτό το πάθος χρονολογείται από την εποχή της τυπογραφίας, τότε μάλλον είναι χρόνιο-αιώνιο. Αν και τω καιρώ εκείνω υπήρχε μόνον ο δικός μας Ανθρωπίδης... ο διορθωτής εννοώ.

Στην εποχή μας ο επιμελητής εκδόσεων ζει μια παράλογη μοίρα, ένα ζόρικο ριζικό θα έλεγα: ενώ από τη μια τον αναγνωρίζουν επιτέλους, τον τιμούν κατά κάποιον τρόπο και βλέπει, έστω και από την κλειδαρότρυπα, το φως της δημοσιότητας -παρ' όλο που έχει μάθει πια να ζει με αυτάρκεια μες στη σπηλιά του-, από την άλλη τον παραγνωρίζουν και τον υποτιμούν κατά πολλούς τρόπους, γενικά υφίσταται τη μεγαλύτερη απαξίωση των τελευταίων τριάντα ετών - οικονομικά, ηθικά κ.τ.λ. Πριν προλάβει καλά καλά να βγει από την αφάνεια, καλείται, εκών άκων, να αναγεννηθεί από τις στάχτες του, διότι, αν και θεωρείται απολύτως απαραίτητος για τη διαδικασία παραγωγής του βιβλίου, που σημαίνει πως κινείται στο κέντρο του εκδοτικού χώρου, τελικά εξωθείται στο περιθώριο και στο σκοτάδι.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ζώντας -πιο σωστά, ασθμαίνοντας!- σε αυτή την τόσο τρυφερή, γεμάτη υπέροχες εκπλήξεις και υποσχέσεις εποχή, καλείται εκ των πραγμάτων να μετατρέψει την οδύνη του σε ωδίνες, να κάνει γέννα προσωπική και μέσα στη θυελλώδη συγκυρία της κρίσης να οξύνει την κρίση του... Παρ' ότι τώρα πια έχει «σπίτι», έχει σύλλογο -όνειρο πολλών γενιών στο παρελθόν και εφιάλτης διαφόρων προσκυνημένων σήμερα-, στις μέρες μας είναι περισσότερο γυμνός από ποτέ.

Ο επιμελητής ως επαγγελματίας είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να μετατρέψει σε βιβλίο το χειρόγραφο που του έχει δοθεί. Οφείλει να βρίσκει το λάθος -γλωσσικά, τυπογραφικά, πραγματολογικά-, αλλά και να εφευρίσκει το σωστό, να προσφέρει ιδέες εκφραστικής βελτίωσης του κειμένου, να τιμά την ανάγνωσή του ως πράξη απόλαυσης, να κινείται στους άξονες της ορθοέπειας και της καλλιέπειας (υπενθυμίζω το αυτονόητο: ο επιμελητής δεν διοργανώνει καλλιστεία λέξεων ούτε φιλοδοξεί να γίνει ο στυλίστας του συγγραφέα ούτε ξενυχτάει ψέλνοντας «Του αγίου επιθέτου δεηθώμεν»· και βέβαια υπάρχει πάντα μια κλίμακα ποιότητας και αισθητικής του λόγου, σε οποιοδήποτε υφολογικό πλαίσιο κι αν κινείται ο συγγραφέας), να λειτουργεί ως σύμμαχος του δημιουργού, να επισημαίνει νοηματικά κενά, αφηγηματικές ελλείψεις, ανακολουθίες ή υφολογικές αδυναμίες, γενικά να φροντίζει την κουζίνα του συγγραφέα ή του μεταφραστή.

Στο παρελθόν ο επιμελητής δεχόταν συχνά επιθέσεις από τους απ' έξω, επειδή, υποτίθεται, ευνούχιζε τον συγγραφέα ή ισοπέδωνε το ύφος του χρησιμοποιώντας το συντακτικό και τη γραμματική σαν το κρεβάτι του Προκρούστη. Ενώ στην εποχή μας, που ο ρόλος του έχει γίνει πια αποδεκτός, δέχεται επιθέσεις από τους από μέσα. Είναι πρόδηλο ότι η διαταραχή στον χώρο μας έχει εσωτερικευτεί. Αυτό σημαίνει πρόοδος!...

Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρκετές φορές ο επιμελητής πέφτει θύμα της θεάρεστης αυτής διαδικασίας που λέγεται αποδιοπομπαιοποίηση. Επειδή επί δεκαετίες ολόκληρες βρισκόταν στην αφάνεια, άρα ήταν αόρατος προσωπικά-επαγγελματικά, και εφόσον ως επαγγελματικός ρόλος, άμεσα εμπλεκόμενος με την έκδοση ενός βιβλίου, υπόσχεται σχεδόν τα πάντα, δηλαδή τη γλωσσική εντέλεια, την υφολογική αρμονία και την τυπογραφική αρτιότητα («βουλιάζουν όσοι σηκώνουν τις μεγάλες πέτρες», έγραφε ο Σεφέρης), επόμενο είναι να μαγνητίζει επάνω του όλα τα βέλη. Ομως εμείς οι επιμελητές δεν μπορούμε να παραπονιούμαστε, γιατί απολαμβάνουμε ένα σπάνιο προνόμιο: να μας σημαδεύουν... Είναι κι αυτό μια εξουσία.

«Η γλώσσα είναι το αμαρτωλό μας τραγούδι» - «Η γλώσσα είναι η μοίρα που δεν μπορούμε να ζήσουμε...». Αυτές είναι οι Συμπληγάδες πέτρες ή, αλλιώς, το φάρμακο που γίνεται το φαρμάκι του επιμελητή, ο οποίος έχει καταδικαστεί να φτερακεί ανάμεσά τους, μεθώντας με γλώσσα.

Επειτα από μια εικοσαετή καριέρα, παραμένω απεγνωσμένα-επιγνωσμένα αισιόδοξος. Χαίρομαι ιδιαίτερα που έχω συνεργαστεί με σημαντικούς δημιουργούς (π.χ., Μ. Δούκα, Θ. Σκάσσης, Χρ. Μπότσογλου), μεταφραστές (π.χ., Ρένα Χατχούτ, Χρ. Σακελλαροπούλου, Γ. Μαθόπουλος) και επιστημονικούς επιμελητές (π.χ., Δρ. Τσαρμακλής, Θ. Αλεξανδρίδης, Στ. Χριστογιώργος, Γ. Καπράλος), χάνοντας τον χρόνο μαζί τους για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα γλωσσικά. Επίσης νιώθω ευγνωμοσύνη προς τη Χριστίνα Γιατζόγλου, η οποία μου δίδαξε την επιμέλεια, μου πρόσφερε τις βάσεις και την ψυχική υποστήριξη που έχει ανάγκη ένας επιμελητής στα πρώτα του βήματα.

Ως κατακλείδα, αισθάνομαι την ανάγκη, παραφράζοντας τον Χέλντερλιν, να ρωτήσω και να αναρωτηθώ: «Και οι επιμελητές τι χρειάζονται σ' έναν μικρόψυχο καιρό;»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Αφανής Αναγνώστης
Παλεύοντας με τα κείμενα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Ενα καπέλο γεμάτο ιστορίες
«Από τη μια Τριλογία στην άλλη...»
Νάματα έμπνευσης
22η έκθεση βιβλίου
Αγαπητέ μου κ. Κοτζιούλα
Μια επιστολή
Η κουκουβάγια-μασκότ
Αφιέρωμα Βιβλίο-Κινηματογράφος
Από την εικόνα στη δημιουργία
Συνέντευξη:Τατσόπουλος-Χαραλαμπίδης
Από τις σελίδες της λογοτεχνίας στη μεγάλη οθόνη του σινεμά
Κριτική βιβλίου
Σκηνοθέτες και σενάρια σε θαυμαστά βιβλία
Στον τόπο του άλλου
Η τρίτη ανάγνωση
Λολίτα
Από τις 4:00 στις 6:00
Η θλίψη ήταν μόνιμη παρέα της
Αφανής Αναγνώστης
Η γλώσσα είναι το αμαρτωλό μας τραγούδι
Παλεύοντας με τα κείμενα
Αφιέρωμα:Λογοτεχνία-Κινηματογράφος
Ταινίες εν ψυχρώ και εν θερμώ, δίπλα μας για πάντα
Ο Λόγος στην 7η Τέχνη
Η δεύτερη ζωή μεγάλων λογοτεχνικών έργων και όσα χάνονται στη μεταφορά
Ταινίες με διάσημους συγγραφείς που πέτυχαν το τέλειο γύρισμα
Βιβλία που έγιναν ταινίες για χειμωνιάτικα ή καλοκαιρινά σινεμά
Βιβλία και κινηματογράφος χωρίς περιττά λόγια
Μοντάροντας το Γυμνό γεύμα με μια Παγίδα
Παιδικά-εφηβικά βιβλία που έγιναν κινηματογραφικές ταινίες
Ο Πίτερ Παν και η ελληνική του καριέρα