Έντυπη Έκδοση

Ερωτες και μηχανορραφίες

Χρήστος Χαρτοματσίδης

Μια εταίρα θυμάται

εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 360, 16 ευρώ

Εφέτος η αρχαία Ελλάδα είχε την τιμητική της στον χώρο της ελληνικής μυθιστοριογραφίας. Τον Μάιο κυκλοφόρησαν δύο πολυσέλιδα μυθιστορήματα, που απευθύνονται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, καθώς συνδυάζουν τη σοβαρή θεματολογία με μια ευτράπελη πραγμάτωση. Πρόκειται για τα «Λόγια φτερά» του Χρήστου Χωμενίδη, που ήδη σχολιάσαμε, και το καινούριο, τρίτο μυθιστόρημα, του Χρήστου Χαρτοματσίδη. Γεμάτα με κωμικοτραγικά επεισόδια και τολμηρές ερωτικές σκηνές, είναι και τα δύο γραμμένα σε μια τρέχουσα καθομιλουμένη. Οι συγγραφείς απομυθοποιούν το παρελθόν, πλάθοντας ιστορίες που παραπέμπουν, άλλοτε ευθέως και άλλοτε υπαινικτικά, σε σημερινές καταστάσεις. Παρότι αναφέρονται σε δυο απομακρυσμένες μεταξύ τους εποχές, στους ομηρικούς χρόνους ο πρώτος, στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. ο δεύτερος, τα μυθιστορήματά τους παρουσιάζουν αρκετά κοινά σημεία. Κι αυτό δεν οφείλεται σε κάποια οποιαδήποτε συγγένεια ανάμεσα στους συγγραφείς, αλλά στον τρόπο που σήμερα προσλαμβάνουμε τον αρχαιοελληνικό κόσμο. Ωστόσο, τους εμπνέουν διαφορετικά στοιχεία εκείνου του κόσμου. Τον Χωμενίδη τον σαγηνεύει ένας πρώτος αοιδός και αφηγητής, ενώ τον Χαρτοματσίδη και πάλι ένας Εμφύλιος. Στα πρώτα του διηγήματα, πριν από περίπου είκοσι χρόνια, ήταν ο τελευταίος Εμφύλιος (1947-49), ενώ τώρα μετατοπίζεται σε έναν αρχαίο, εκείνον τον μακροχρόνιο ανάμεσα σε Αθηναίους και Σπαρτιάτες. Το τραγικό στοιχείο που εμφιλοχωρεί σε μια εμφύλια σύρραξη, ιδιαίτερα όταν αυτή διαδέχεται την πανελλήνια ομοψυχία ενός νικηφόρου αγώνα ενάντια σε μια ξένη δύναμη, ανέκαθεν είλκυε τους συγγραφείς. Ο Χαρτοματσίδης, όμως, δεν αρκείται στην τραγικότητα της τελευταίας φάσης του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά την επαυξάνει, δανειζόμενος από την αρχαία τραγωδία τον γνωστό μύθο του πατροκτόνου Οιδίποδα.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφηγείται μια ιστορία μυστικής διπλωματίας, που εκτυλίσσεται τον Σεπτέμβριο του 406 π.Χ., αμέσως μετά τη ναυμαχία στις Αργινούσες. Υστερα από την πανωλεθρία του στόλου τους, οι Σπαρτιάτες υποτίθεται πως αποφασίζουν να ξεκινήσουν ειρηνευτικές διαδικασίες, ερχόμενοι σε επαφή με τον ισχυρό άντρα της εποχής, τον Αλκιβιάδη. Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος διαδραματίζεται, ως επί το πλείστον, στην αυλή του βασιλιά της Σπάρτης, Αγι του Β', όπου και γίνονται οι διαβουλεύσεις. Εκεί καταστρώνεται το σχέδιο και επιλέγεται ως επικεφαλής της αποστολής ο αρχηγός της σπαρτιάτικης υπηρεσίας πληροφοριών, όπως θα μπορούσε, μυθιστορηματική αδεία, να παρουσιαστεί η Κρυπτεία των Λακεδαιμονίων. Το δεύτερο μέρος, μετά την περιγραφή ενός επεισοδιακού ταξιδιού στο Αιγαίο, τοποθετείται σε μια άλλη βασιλική αυλή, του Θράκα Σεύθη, όπου φιλοξενείται ο Αλκιβιάδης. Μόνο που εκείνο το έτος, βασιλιάς στους πολεμοχαρείς Οδρύσες θα πρέπει να ήταν ακόμη ο φίλος των Αθηναίων Αμάδοκος. Λεπτομέρειες. Το ενδιαφέρον είναι ότι, όπως και στο μυθιστόρημα του Χωμενίδη, οι Θράκες περιγράφονται ως βάναυσοι. Ενώ, και οι δύο συγγραφείς, ειδικά σε αυτό το τμήμα της διήγησής τους, δηλώνουν πως παίρνουν τις περιγραφές από τα παραμύθια, πλάθοντας πανέμορφες πριγκίπισσες που εμπνέουν παράφορους έρωτες.

Πέρα, όμως, από ευφάνταστες περιπέτειες και πλεκτάνες, παρόμοιες μυστικές διπλωματικές αποστολές συνηθίζονται στις εμφύλιες συρράξεις. Εγιναν, μάλιστα, και κατά τον πρόσφατο Εμφύλιο, γιατί να μη συνέβησαν και στον αρχαίο. Ομως, όπως τονίζεται και στο μυθιστόρημα, δεν καταγράφονται στα επίσημα χρονικά. Στη σύγχρονη εποχή, μένουν θαμμένες στα αρχεία και έρχονται στο φως μόνο μετά τη συμπλήρωση τουλάχιστον πεντηκονταετίας. Τηρουμένων των αναλογιών, στο μυθιστόρημα καταχωνιάζονται στην αλληλογραφία μιας κατασκόπου. Ως συνήθως, αυτός είναι ένας ρόλος που αναλαμβάνουν οι μοιραίες γυναίκες, γιατί, λοιπόν, στην αρχαία Ελλάδα να μην τον επωμίζονται οι εταίρες. Για την ακρίβεια, στο μυθιστόρημα εμπλέκονται δύο. Μια περιώνυμη για το κάλλος και το πνεύμα της και μια δεύτερη, νεότερη, που, αν και δούλη, αποκαλύπτεται διπλή κατάσκοπος. Κατά τα άλλα, το πολιτικό σκηνικό στήνεται πανομοιότυπο με ένα σύγχρονο. Υπάρχουν οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές και μια μεγάλη εξωτερική δύναμη, που τότε ήταν οι Πέρσες. Εκείνοι υποστήριζαν οικονομικά τη μια πλευρά, τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι και αναδείχτηκαν νικητές, ενώ επηρέαζαν και τον τρίτο πόλο, τον θεοκρατικό, που τότε εκπροσωπούνταν από το Μαντείο των Δελφών.

Με αυτό το υλικό θα μπορούσε να στηθεί ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τον Αλκιβιάδη, 55 χρόνια μετά εκείνο του Αγγελου Βλάχου, «Ο κύριός μου Αλκιβιάδης». Ομως ο Χαρτοματσίδης δεν φιλοδοξεί, όπως ο πρόγονός του, να ζωντανέψει την εποχή του Αλκιβιάδη, αλλά να συνθέσει ένα πολιτικό θρίλερ με ίντριγκες και σκοτεινές δυνάμεις. Οπότε, για να ετοιμάσει τις πλεκτάνες χρειάζεται αρκούντως διεφθαρμένους τους Σπαρτιάτες, ενώ για να επινοήσει τις δυνάμεις του κακού είναι απαραίτητος ένας δαιμονικός γέροντας επικεφαλής του Μαντείου, που να σείει ως φόβητρο τον ιερό όφι. Το βασικό, όμως, είναι πως ο συγγραφέας ξετρύπωσε ένα «ροζ σκάνδαλο» της εποχής, που, παραδόξως, είχε απομείνει μυθοπλαστικά ανεκμετάλλευτο. Τον έρωτα του Αλκιβιάδη και της Τιμαίας, συζύγου του λακεδαιμόνιου βασιλιά, που άνθησε γύρω στο 415 π.Χ., όταν ο Αθηναίος φιλοξενούνταν στη Σπάρτη. Το ειδύλλιό τους περνάει σε δυο-τρεις σελίδες στο μυθιστόρημα του Βλάχου. Εκεί, μόλις που αναφέρεται πως ο βασιλόπαις Λεωτυχίδας ήταν νόθος γιος του Αλκιβιάδη. Αυτός, πιθανώς, ήταν και ο λόγος που τον Αγι τον Β' τον διαδέχτηκε στον θρόνο ο ετεροθαλής αδελφός του, Αγησίλαος ο Β'. Ο Χαρτοματσίδης σώζει ιστορικά συμβάντα και πολλά από τα ιστορικά πρόσωπα, μεταθέτοντας μόνο το ειδύλλιο έξι χρόνια νωρίτερα, ώστε ο βασιλόπαις στο παρόν της αφήγησης να συμπληρώνει τα δεκαπέντε. Δηλαδή, να είναι αρκετά μεγάλος, ώστε να μπορεί και στη μυστική αποστολή να συμμετάσχει και πατροκτονία να διαπράξει. Κατά τα άλλα, στο μυθιστόρημα, συμπαθείς ήρωες είναι μόνο τα μυθοπλαστικά πρόσωπα: ο αρχηγός της Κρυπτείας, από πατέρα μόνο Λακεδαιμόνιο, γέννημα και θρέμμα του Πόντου, η νεαρά εταίρα που ανιστορεί αφροδίσιες απολαύσεις και ένας αστείος ανιψιός του βασιλιά, χάρη στον οποίο οι πολεμικές αγριότητες αποκτούν κωμικό χαρακτήρα.

Ενα κοινό στοιχείο στα μυθιστορήματα του Βλάχου και του Χαρτοματσίδη είναι ο αφηγητής. Και οι δύο προτιμούν την πλάγια οπτική ενός μυθοπλαστικού προσώπου. Αντί, όμως, της στρωτής αφήγησης του υπηρέτη του Αλκιβιάδη, που υιοθετεί ο Βλάχος, ο Χαρτοματσίδης επιδιώκει μια πιο εξεζητημένη μορφή: μισο-επιστολιμαία, με τη νεαρά εταίρα να γράφει τις επιστολές, και μισο-ημερολογιακή, με τον πόντιο αρχηγό της αποστολής να κρατά σημειώσεις. Ωστόσο, ελάχιστα δεσμεύει τον συγγραφέα η μορφή, καθώς εκείνο που κυριαρχεί είναι οι διάλογοι. Παρότι στις αλληλογραφίες και τα ημερολόγια συνηθίζεται ο πλάγιος λόγος και μόνο προς έμφαση αναπαράγεται καμιά φορά αυτούσιος ένας διάλογος. Ομως, ένας συγγραφέας στηρίζεται στα προσόντα του και ο Χαρτοματσίδης γράφει θέατρο από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, με τελευταίο έργο του, το «τραγικό γκροτέσκο», «Οι εφιάλτες του δήμιου Σανσόν», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας». Κάπως έτσι μας προέκυψαν εφέτος δύο αρχαιοελληνικά μυθιστορήματα: το ένα σε χειμαρρώδη αφήγηση, το έτερο με θεατρόμορφους διαλόγους, αμφότερα με κοινό χαρακτηριστικό τη χιουμοριστική διάθεση, συχνά στα όρια του ιλαρού.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Θηράματα χωρίς καταφύγιο
Το ισλάμ της Μαργιάν Σατραπί
Το εξωφρενικό καρναβάλι της Ιστορίας
Συνταγματική ιστορία
Η ανεπάρκεια του Τζον Απντάικ
Ενας τρομοκράτης με αισθήματα
Στο ξέφωτο του Είναι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Μνήμη Ηλία Πετρόπουλου
Δοκίμιο
Ανάδειξη του δοκιμίου*
Κριτική βιβλίου
Θηράματα χωρίς καταφύγιο
Ερωτες και μηχανορραφίες
Το ισλάμ της Μαργιάν Σατραπί
Το εξωφρενικό καρναβάλι της Ιστορίας
Συνταγματική ιστορία
Η ανεπάρκεια του Τζον Απντάικ
Ενας τρομοκράτης με αισθήματα
Στο ξέφωτο του Είναι
Άλλες ειδήσεις
Σελίδες και Σιγαρέτα, ΙΙ
Ερίζοντας για τον Πόε
Μια εφημερίδα σε κάθε σπίτι;