Έντυπη Έκδοση

ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Σελίδες και Σιγαρέτα, ΙΙ

Από το Ελ Αλαμέιν στο Ελα Αλλά Μείνε. Με άλλα λόγια, αυτά του Ludwig Wittgenstein, 120 έτη μετά τη γέννησή του στα 1889: «Από κει που είμαστε πρέπει να πάμε εκεί όπου βρίσκεται η απόφαση» (βλέπε τον θαυμάσιο, μπορχεσιανό λαβύρινθο του έργου Φιλοσοφικές Παρατηρήσεις, μτφρ. Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ. Γνώση, σ. 137).

Που σημαίνει: δίνουμε τις μάχες για να φτάσουμε σε κάτι σταθερό, για να μείνουμε σε κάποιο έδαφος κατακτημένο, για να φτάσουμε σε ένα κατοικείν, να υπερβούμε μιαν ανεστιότητα, και όχι μονάχα στον χώρο αλλά και στον χρόνο, καθώς επίσης και στην ψυχική/πνευματική μας σφαίρα.

Αν την καλοεξετάσεις, και στην καλύτερη περίπτωση, η μορφολογία του εδάφους μας αποτελείται από συνήθως καλοδιαλεγμένες συνήθειες που συμβάλλουν στο να ζούμε αξιοπρεπώς την καθημερινότητά μας, να συνάπτουμε σχέσεις, να συναντιόμαστε με τους ομοίους μας. Για πολλούς από εμάς τα σιγαρέτα, τα βιβλία, οι μουσικές και οι ταινίες ήσαν οι συνήθειές μας, και σε μεγάλο βαθμό παραμένουν, η δε Σύμπτωση έρχεται ενίοτε να μας δώσει ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, να μας συγχαρεί για τις συνήθειές μας. Φέρ' ειπείν, σχεδόν ταυτόχρονα με την εκκίνηση της Αντικαπνιστικής Εκστρατείας έμελλε, συμπτωματικώς, κάποιοι από μας, μανιακοί λάτρεις του σιγαρέτου, να εμπλακούμε σε εκδοτικές δραστηριότητες που είχαν σχέση ακριβώς με το... σιγαρέτο. Συμμετείχαμε στην επανέκδοση του πονήματος Τα Τσιγάρα είναι Θεσπέσια του Richard Klein (εκδ. Οξύ), καθώς και στο συλλογικό έργο Ιστορίες Καπνού (εκδ. Μίνωας).

Στις Ιστορίες Καπνού συνθέτουν μπλουζ για τα σιγαρέτα δώδεκα απόστολοι της ελληνικής λογοτεχνίας (ανάμεσά τους οι: Αλεξάκης, Νικολαΐδου, Νόλλας, Ερση Σωτηροπούλου, Ταμβακάκης, Χωμενίδης), ενώ εικονογραφεί, πανέμορφα, ο Στάθης. Παραθέτω από τη «Σοφία» του Αλεξάκη: «Προχωρώντας προς το σπίτι συνειδητοποίησα ότι δεν είχα μόνο εγώ ανάγκη να καπνίσω. Την ίδια ανάγκη είχαν και τα χέρια μου. Παρατήρησα ότι έψαχνα μανιωδώς τις τσέπες μου. Ευτυχώς, δεν είχα πάρει τα τσιγάρα μαζί μου. Δεν είχα ούτε σπίρτα. Κατάλαβα αίφνης ότι κόβοντας το κάπνισμα θα έχανα μοιραία και τη συνήθεια να ανάβω σπίρτα. Μου άρεσε να τα ανάβω, ιδιαίτερα όταν ξυπνούσα τη νύχτα για να καπνίσω και φώτιζαν για μερικά δευτερόλεπτα το σκοτεινό δωμάτιο. Οι άνθρωποι που δεν καπνίζουν δεν ξέρουν πώς φαίνεται ο χώρος στον οποίο ζουν υπό το φευγαλέο φως ενός σπίρτου. Μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν. Το σπίρτο που ανάβεις τη νύχτα φωτίζει μια γωνιά της μνήμης σου, σου θυμίζει πού ζούσες άλλοτε, σου δείχνει έναν χώρο που δεν κατοικείται πια».

Το βιβλίο του Klein είναι το αντίστοιχο του Περί Μέθης του Κωστή Παπαγιώργη (εκδ. Καστανιώτης) στο σύμπαν του ταμπάκου. Ο καθηγητής Klein, αρειμάνιος καπνιστής, αποφασίζει να κόψει το τσιγάρο υιοθετώντας τη λίαν αποτελεσματική μέθοδο να πλέξει, ακριβώς, ένα πολυσέλιδο εγκώμιο του σιγαρέτου, να το υπερβεί διά του εκθειασμού (έλεγε ο Henry Miller: «Κάθε μυθιστόρημα είναι ο τάφος ενός έρωτος»). Στήνοντας αυτό το εξαίσιο χάρτινο αρχιτεκτόνημα-αίνος υπέρ του σιγαρέτου, ο Klein ενταφιάζει το χούι του να καπνίζει. Αποχαιρετά, αλλά με αγάπη, με πάθος, με στυλ.

Με κάτι τέτοια τεχνάσματα κόβεις το τσιγάρο. Δίνεις τη μάχη στο Ελ Αλαμέιν και φτάνεις στο Ελα Αλλά Μείνε, ναι, μείνε στο κατοικείν εκτός της νικοτίνης. Και θυμάσαι τα λόγια του Winston Churchill για κείνη τη μάχη, για κάθε μάχη: «Αυτό δεν είναι το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους, όμως είναι, ίσως, το τέλος της αρχής».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Μνήμη Ηλία Πετρόπουλου
Δοκίμιο
Ανάδειξη του δοκιμίου*
Κριτική βιβλίου
Θηράματα χωρίς καταφύγιο
Ερωτες και μηχανορραφίες
Το ισλάμ της Μαργιάν Σατραπί
Το εξωφρενικό καρναβάλι της Ιστορίας
Συνταγματική ιστορία
Η ανεπάρκεια του Τζον Απντάικ
Ενας τρομοκράτης με αισθήματα
Στο ξέφωτο του Είναι
Άλλες ειδήσεις
Σελίδες και Σιγαρέτα, ΙΙ
Ερίζοντας για τον Πόε
Μια εφημερίδα σε κάθε σπίτι;