Έντυπη Έκδοση

Ενας τρομοκράτης με αισθήματα

Γιώργος Καρτέρης

Ερωτευμένος τρομοκράτης

εκδόσεις Μελάνι, σ. 408, 18 ευρώ

Πολλοί συγγραφείς εμπνεύστηκαν από την τρομοκρατία ως κοινωνικό φαινόμενο, ως πράξη βίας, ακραίο τρόπο απονομής κάποιας ανεπίδοτης δικαιοσύνης. Ενας από αυτούς και ο εκ Μυτιλήνης ορμώμενος Γιώργος Καρτέρης, μόνιμος κάτοικος της πόλης των Σερρών, που δοκιμάστηκε εδώ και χρόνια με μεγάλη επιτυχία στην πεζογραφία, κυρίως χάρη στα μυθιστορήματά του: Ενας Παντελής και μισός, Κάτσε καλά και Ερωτες στην άκρη.

Στο εν λόγω μυθιστόρημα, το Ερωτευμένος τρομοκράτης, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι, ο Κ. στήνει την ιστορία του βασισμένος σε ένα αληθινό γεγονός: στον θάνατο του Χρήστου Τσουτσουβή και των αστυνομικών που συνεπλάκησαν μαζί του, στην περιοχή του Γκύζη, τον Μάιο του 1985. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας κρατούσε αρχείο από τα γεγονότα εκείνης της εποχής, αφού τόσο η φρασεολογία, οι ανακοινώσεις των εφημερίδων της εποχής και αρκετοί διάλογοι των ηρώων του είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της συστηματικής έρευνας που προηγήθηκε.

Κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας, ο Αγαμέμνονας, ο Δημήτρης, ο Σταμάτης, η Ελένη και η φίλη της Ηλέκτρα. Ο Σταμάτης, άθελά του, μπλέκει με τρομοκρατική οργάνωση, παρότι διαφωνεί με την όλη φιλοσοφία της ένοπλης πάλης, παγιδεύεται, τον απειλούν με απόλυση, αλλά αδυνατεί να στερήσει ανθρώπινη ζωή και να μπει στο τρομοκρατικό παιχνίδι. Αγοράζει από τον Αγαμέμνονα Τσαλαφούτη μια ήδη κλεμμένη μοτοσικλέτα, ενώ η αρχική εντολή ήταν να την κλέψει ο ίδιος. Από την άλλη, έχουμε τον Αγαμέμνονα, καρφί της Ασφάλειας, μέλος της φασιστικής οργάνωσης «Χρυσή βροχή», να σκηνοθετεί επεισόδια στον χώρο του Πολυτεχνείου παίζοντας το παιχνίδι της Αστυνομίας. Ανέραστος, μονομανής και προβληματικός στις σχέσεις του με το άλλο φύλο, έφαγε κάποτε τα μούτρα του από μία Χρύσα που τον παράτησε για έναν φιλόλογο. Ο πατέρας του Αγαμέμνονα, ο Κυριάκος -στον οποίο ο συγγραφέας αφιερώνει μια υπο-ενότητα -υπήρξε ένα είδος σαλού του χωριού κληροδοτώντας στον γιο του την ψυχοσυναισθηματική του διαταραχή. Ο Δημήτρης Κοβάνης, ο συνειδητοποιημένος εκτελεστής-τρομοκράτης της υπόθεσης, άλλοτε κυνικός κι άλλοτε ευαίσθητος, θα βρεθεί στην ιδιάζουσα περίσταση να αντιμετωπίσει εκ παραλλήλου μια κρίση παγκρεατίτιδας, μια κρίση συνείδησης κι έναν απρόσμενο, δυνατό έρωτα. Η Κατερίνα, η όμορφη, έντιμη κι ευαίσθητη νοσοκόμα, άθελά της συνδέεται με τον Δημήτρη, με τον οποίον την ενώνει ένας δυνατός έρωτας. Ένας έρωτας που θα βρει διέξοδο στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου με έναν τρόπο αναπάντεχα καθηλωτικό αλλά και πικρό συνάμα. Τέλος, η Ηλέκτρα, η τσαμπουκαλεμένη φίλη της Κατερίνας, μπόρεσε και απομακρύνθηκε από μια προβληματική σχέση, στέλνοντας αδιάβαστο κάποιον Νίκο που τη ζήλευε αρρωστημένα. Από τους δευτερεύοντες ήρωες του στόρι ξεχωρίζει ο Ιορδάνης, ο άθεος πότης που πουλάει εκκλησιαστικά είδη στο κέντρο της Αθήνας, πίνει ουίσκι σε φλιτζανάκι του καφέ για να μην προδίδει το πάθος του και βρίζει την εκκλησία και τις θεούσες. Όλα τα παραπάνω πρόσωπα, χάρη στη μαεστρία του συγγραφέα, μπλέκονται σε ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι σχέσεων, γεγονότων και αναπάντεχων περιστατικών, υφαίνοντας έτσι τον μύθο, που θα ξετυλιχτεί και θα κορυφωθεί με το ηρωικό τέλος, που, πιστεύω, είναι ο άσος στο μανίκι του συγγραφέα. Ο συμβολισμός και η αμφισημία του λήμματος «τέρας» -μεταστατικός καρκίνος στο κρανίο της Κατερίνας και τέρατα που ζουν στους κρατικούς μηχανισμούς εξουσίας- μας καθηλώνουν. Ο Κ. στην απόληξη της ιστορίας του σεβάστηκε τον εαυτό του, τους αναγνώστες του, μα πάνω απ' όλα τους ήρωές του. Οι μάσκες πέφτουν και η αδρεναλίνη χτυπάει κόκκινο. Μια απόληξη που εμπεριέχει δράση, ένταση, πάθος, αποδίδοντας λυτρωτική κάθαρση κατά τα πρότυπα αρχαίας τραγωδίας.

Η γλώσσα του Καρτέρη είναι απλή, λιτή, αλλά όχι απλοϊκή. Μακριά από το life style και τα μοδάτα μυθιστορήματα της εποχής, τον απασχολεί ένα ιδιότυπο λούμπεν περιθώριο, με πρόσωπα που ακροβατούν επικίνδυνα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Από την πρώτη κιόλας σελίδα, με την περιγραφή που κάνει για το κουτούκι της οδού Αμοργού, όπου ζουν και ανασαίνουν κάποιοι εκ των ηρώων του, μας μπάζει δυναμικά και μαστόρικα στον κόσμο τους. Ο Κ. πλέκει με υπομονή και ατελείωτες περιγραφές τα πορτρέτα των ηρώων του, που όντες παρακμιακοί κινούνται πάντα στο όριο, στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Χαρακτηριστικό της γραφής του συγγραφέα η χρήση μιας ιδιάζουσας ελλαδικής ντοπιολαλιάς, όπου θα συναντήσει κανείς το βορειοελλαδίτικο ιδίωμα, το μυτιληνιό, αλλά και τουρκικές λέξεις ενσωματωμένες στο ελληνικό λεξιλόγιο. Επίσης το βιβλίο είναι διάσπαρτο από σπαρταριστά ευφυολογήματα στους διαλόγους των ηρώων, που διαβάζονται και ως μεταποιημένα πολιτικά συνθήματα, ενώ η αποκάλυψη των τρόπων και των μεθόδων των ανθρώπων της Ασφάλειας στο να κατασκευάζουν ενόχους και να επινοούν τρομοκράτες, μας εντυπωσιάζει.

Ο Κ. χειρίζεται θαυμάσια στο κείμενό του το στοιχείο της προοικονομίας. Η συζήτηση της Ηλέκτρας με την Κατερίνα, την ώρα που πίνουν καφέ, προοικονομεί τη γνωριμία της τελευταίας με τον τρομοκράτη, παρότι ο διάλογός τους σχετικά με την κοινωνία, τον έρωτα, τις διαστροφές και την τρομοκρατία φαντάζει κάπως επιτηδευμένος. Μέχρι και η παρουσίαση του φονικού οργάνου στον επίλογο προοικονομείται κι αυτό αριστοτεχνικά μερικές σελίδες πριν. Επίσης το τετράδιο με τις σημειώσεις που ξέθαψε προς το τέλος ο Δημήτρης, προσδίδει στο μυθιστόρημα νεωτερικό ύφος, φρεσκάροντας την κλασική αφήγηση του μύθου. Παράλληλα μας φανερώνει σκέψεις, προβληματισμούς ή πολιτικά τσιτάτα ανθρώπων του «χώρου» στη δεκαετία του '80. Τέλος, οι πολιτικές και κοινωνικές απόψεις του συγγραφέα είναι διάχυτες μέσα στο βιβλίο. Ο Κ. βάζοντας στο στόμα των ηρώων του τις δικές του απόψεις, τους κάνει να φαντάζουν πολιτικοποιημένοι, συνειδητοποιημένοι, μαχητές του δικαίου και της ζωής. Παράλληλα, όμως, διατηρεί αποστάσεις από όλους και από όλα, αναγνωρίζοντας πως και οι τρομοκράτες έχουν διαβρωθεί από το σύστημα. Σοφή, κατά τη γνώμη μου, επιλογή, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα κινδύνευε να πέσει στην παγίδα της αγιοποίησης προσώπων και καταστάσεων, και ο αναγνώστης θα του καταλόγιζε ότι μεροληπτεί. Το απόσταγμα του βιβλίου είναι εντέλει τρυφερό. Μόνο η ενσυναίσθηση, η συμπόνια, η καλοσύνη των άλλων είναι το ξέφωτο στα σκοτάδια που ζούμε.

Και κάτι τελευταίο για τους ήρωες του Καρτέρη, με εξαίρεση ίσως τη διφορούμενη, προβληματική κι, εντέλει, επικίνδυνη φιγούρα του Αγαμέμνονα. Λάμπουν από αξιοπρέπεια. Γνήσιοι, αν και παρακμιακοί, χαρακτηρίζονται από ένα ιδιότυπο, προσωπικό ήθος, στο οποίο μένουν συνεπείς και ακλόνητοι μέχρι τέλους. Αναδεικνύονται πολύ πιο γνήσιοι και αυθεντικοί από τους «αληθινούς» τρομοκράτες τής προ ολίγων ετών πολιτικής επικαιρότητας, που το αλλοπρόσαλλο της συμπεριφοράς τους μόνο θλίψη και ιλαρότητα προκάλεσε ακόμα και στους «συμπαθούντες» τη δράση τους.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Θηράματα χωρίς καταφύγιο
Ερωτες και μηχανορραφίες
Το ισλάμ της Μαργιάν Σατραπί
Το εξωφρενικό καρναβάλι της Ιστορίας
Συνταγματική ιστορία
Η ανεπάρκεια του Τζον Απντάικ
Στο ξέφωτο του Είναι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Μνήμη Ηλία Πετρόπουλου
Δοκίμιο
Ανάδειξη του δοκιμίου*
Κριτική βιβλίου
Θηράματα χωρίς καταφύγιο
Ερωτες και μηχανορραφίες
Το ισλάμ της Μαργιάν Σατραπί
Το εξωφρενικό καρναβάλι της Ιστορίας
Συνταγματική ιστορία
Η ανεπάρκεια του Τζον Απντάικ
Ενας τρομοκράτης με αισθήματα
Στο ξέφωτο του Είναι
Άλλες ειδήσεις
Σελίδες και Σιγαρέτα, ΙΙ
Ερίζοντας για τον Πόε
Μια εφημερίδα σε κάθε σπίτι;