Έντυπη Έκδοση

Η δίκη του ναζισμού

Peter Weiss, «Η ανάκριση» **Σκηνοθεσία: Σταύρος Τσακίρης **Θέατρο Τζένη Καρέζη

Εμβληματικό για τα ναζιστικά εγκλήματα, το έργο του Γερμανοεβραίου Πέτερ Βάις (1916-1982) αποτελεί έργο-ντοκουμέντο, αφού προέκυψε από την εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση του συγγραφέα της δίκης για το Αουσβιτς που έγινε στη Φρανκφούρτη (20.12.1963-20.8.1965), πρώτης μεγάλης δίκης για τα εγκλήματα των ναζιστών από τη γερμανική Δικαιοσύνη. Ο σύμμαχοι διεξήγαγαν τη γνωστότερη δίκη της Νυρεμβέργης εναντίον των εγκληματιών πολέμου.

Η δίκη της Φρανκφούρτης διεξάγεται αρκετά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου και έχει την ιδιοτυπία οι είκοσι δύο κατηγορούμενοι να διαβιούν όλα αυτά τα χρόνια και να ασκούν ανενόχλητοι το επάγγελμά τους στη Γερμανία, κάποιοι μάλιστα από αυτούς σε υψηλά ιστάμενες θέσεις, θεωρώντας τον εαυτό τους ότι βρίσκεται στο απυρόβλητο.

Κατά τη διάρκεια της δίκης ακούστηκαν 359 μάρτυρες, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα ήσαν επιζήσαντες του Αουσβιτς.

Το δραματικό κείμενο

Ο Βάις κρατά σημειώσεις από τη δίκη, ενώ επισκέπτεται, κατά τη διάρκεια της αυτοψίας του ίδιου του δικαστηρίου, το στρατόπεδο συγκέντρωσης και το μουσείο του Αουσβιτς τον Δεκέμβριο του 1964. Στη συνέχεια θα εκδώσει το έργο του τον Οκτώβριο του 1965.

Η «Ανάκριση» υποτιτλοφορείται ως ορατόριο σε 11 ωδές και η κάθε ωδή φέρει ως τίτλο της ένα από τα βασανιστήρια στα οποία υπέκειντο οι έγκλειστοι του στρατοπέδου: «Ωδή για τους κανόνες επιβίωσης», «Ωδή για την καύση των νεκρών», «Ωδή για την αιώρα», «Ωδή για το θάνατο της Λίλι Τόφλερ» κ.ο.κ.

Οι μάρτυρες εκθέτουν τις συνθήκες «επιβίωσής» τους στο στρατόπεδο, τα βασανιστήρια των συγκρατουμένων τους αλλά και των ίδιων που, συχνά, είναι απορίας άξιον το πώς επιβίωσαν από αυτά. Στοιχείο, άλλωστε, που ο δικηγόρος υπεράσπισης θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί προκειμένου να διαψεύσει τις μαρτυρίες τους.

Το έργο αποφεύγει την όποια «εντοπιότητα», δηλαδή ονομαστική αναφορά του στρατοπέδου ή της εθνικότητας των κρατουμένων. Ανάγεται έτσι σε διατοπικό και διαχρονικό σύμβολο καταδίκης των ναζιστικών πρακτικών, αλλά και κάθε άλλης φασιστικής ή εθνικιστικής μορφής ιδεολογίας. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ανέβηκε στο Λονδίνο το 2007 στην παράσταση συμμετείχαν επιζώντες της γενοκτονίας στη Ρουάντα του 1994.

Θέατρο-ντοκουμέντο

Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ένας από τους πρώτους που σκηνοθέτησαν το έργο, ήδη το 1965 στο Βερολίνο, υπήρξε ο Ερβιν Πισκάτορ, ουσιαστικός εισηγητής του θεάτρου-ντοκουμέντου.

Ακολούθησαν μεγάλοι σκηνοθέτες, όπως ο Πίτερ Μπρουκ στο Λονδίνο και, κυρίως, ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν με την ιστορική σκηνοθεσία του στη Στοκχόλμη (1966), κατά την οποία τα φώτα της πλατείας έμειναν ανοικτά κατά τη διάρκεια της παράστασης έτσι ώστε οι θεατές να παραμείνουν σε εγρήγορση, ωσάν να ήσαν παρόντες στην αίθουσα του δικαστηρίου, να μην αφεθούν ούτε στιγμή στους μηχανισμούς της θεατρικής ψευδαίσθησης. Με την «μπρεχτική» τακτική του θέλησε να τονίσει τη διάσταση του ντοκουμέντου της «Ανάκρισης».

Το έργο παρουσιάζει άλλωστε επωνύμως τους κατηγορούμενους ναζί, ενώ δεν κατονομάζει τους μάρτυρες κατηγορίας. Επιπλέον, το έργο δομείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να υπάρξει εντονότερη δραματοποίηση μέσω αντιπαράθεσης μαρτύρων και κατηγορουμένων, γεγονός που δεν ακολουθήθηκε στην πραγματική ακροαματική διαδικασία.

Τέλος, ο Βάις περιέλαβε στο έργο του 18 κατηγορουμένους, εννέα μάρτυρες και τρεις δικαστές.

Η παράσταση

Ο Σταύρος Τσακίρης, στον οποίο οφείλεται πέραν της σκηνοθεσίας και η δραματουργική επεξεργασία, μείωσε σε έξι τους μάρτυρες, σε τέσσερις τους κατηγορουμένους επί σκηνής (ενώ ακούγεται μαγνητοφωνημένη η απολογία του Mulka), σε έναν το δικηγόρο υπεράσπισης και σε έναν τον ανακριτή, επιτυγχάνοντας έτσι παραστασιακή οικονομία.

Διατηρώντας τις αρχές του θεάτρου-ντοκουμέντου πρόβαλε τα πραγματικά πρόσωπα όσων εκ των κατηγορουμένων αναφέρονταν στην παράσταση, ενώ κάποιες στιγμές άναψε τα φώτα της πλατείας.

Η σκηνή (σκηνογραφία της Θάλειας Ιστικοπούλου, στην οποία ανήκουν και τα αισθητικά άρτια κοστούμια της εποχής) διαμορφώθηκε έτσι ώστε στο κέντρο της, εντός κιγκλιδώματος, να βρίσκεται το γραφείο του Ανακριτή -με το κύρος και την υποκριτική αμεσότητα αλλά και την ελεγχόμενη έκφραση αποτροπιασμού του Κώστα Καζάκου. Στο βάθος τοποθετήθηκαν έδρανα που αρχικά καταλαμβάνουν φέροντας αριθμούς οι έξι μάρτυρες (Παύλος Ορκόπουλος, Τζένη Κόλλια, Θόδωρος Γράμψας, Γιάννης Γούνας, Μαρία Τζάνη και η Εύα Κοταμανίδου -αποστασιοποιητικά αποκαλυπτικοί των φρικαλεοτήτων που υπέστησαν αλλά και, κάποιες στιγμές, κάποιοι, περιττά φορτισμένοι φωνητικά).

Ο δικηγόρος υπεράσπισης (ο σωστός στις φωνητικές εναλλαγές και συχνά σαρκαστικός Δημήτρης Καλαντζής) περιφέρεται, τέλος, γύρω από το κέντρο της σκηνής ή και στην πλατεία.

Πειστικοί στις διαδοχικές εμφανίσεις τους, διαγράφοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του καθενός αλλά εξίσου προκλητικοί, οι κατηγορούμενοι ναζί Σπύρος Τσεκούρας (Boger), Ευθύμης Ξυπολιτάς (ως εγκληματικά αφελής Kler), ο εύστοχος Κωνσταντίνος Καζάκος ως προς το φανατισμό τού ανεγκέφαλα προσηλυτισμένου στο ναζισμό Stark και ο «ειδεχθής» ως προς το προκλητικά αμετανόητο των πράξεών του Κώστας Μπάρας (Hofmann), που στο τέλος θα κραυγάσει ότι «τα εγκλήματά τους έχουν, ούτως ή άλλως, παραγραφεί».

Για να επιβεβαιώσει εκ του αντιθέτου το πλανώμενο ερώτημα: Δικάζεται ο φασισμός; Υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη που μπορεί να αποδώσει τις πραγματικές τιμωρίες που θα άξιζαν σε στυγνούς, κατά ολόκληρης της ανθρωπότητας, εγκληματίες;

Θλιβερή επικαιρότητα

Νομίζω ότι η παράσταση θέτει με τον πλέον αιχμηρό τρόπο το και σήμερα επίκαιρο πρόβλημα του φασισμού ως βαθύτερης νοοτροπίας με όλες τις ολέθριες επιπτώσεις του. Με σκηνοθεσία που παραθέτει αντικειμενικά ιστορικά γεγονότα για να οξύνει την κρίση του θεατή και ταυτόχρονα να του επισημάνει τις προσωπικές του ευθύνες απέναντι στην όποια ανοχή του για φαινόμενα σύγχρονου φασισμού.

Εχοντας παρακολουθήσει τον καταιγισμό από αποτρόπαιες φρικαλεότητες και διαπιστώνοντας το αμετανόητο των αυτουργών αλλά και τη σχετικότητα της βαρύτητας των τελικών ποινών κατανοεί ότι, πράγματι, ο φασισμός δεν δικάζεται παρά μόνο στραγγαλίζεται εν τη γενέσει του.

Υπό αυτή την έννοια, η άκρως κατατοπιστική αλλά διδακτικού χαρακτήρα σκηνική παρέμβαση στο τέλος της παράστασης του δημοσιογράφου Νίκου Μπογιόπουλου μπορεί να ενέτεινε την αίσθηση του ντοκουμέντου, αλλά μου φάνηκε ότι διέλυσε την ένταση του μηνύματος του ίδιου του έργου.

Μνεία πρέπει να γίνει, άλλωστε, στο πλήρως κατατοπιστικό πρόγραμμα της παράστασης όπου συμπεριλαμβάνεται και το αποκαλυπτικό κείμενο του Μπογιόπουλου.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Συνεντεύξεις
Παραστάσεις
Θέατρο
Κριτική θεάτρου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Ελληνίδες εικαστικοί στο Γκραν Παλέ
Θέατρο
Η δίκη του ναζισμού
Αρχιτεκτονική
«Τα μουσεία κάνουν τις πόλεις καλύτερες»
Κινηματογράφος
Τσίτσιδες και ριγμένες από το Χόλιγουντ
«Εβλεπα μικρός τον Λιμπεράτσε στην τηλεόραση»
Ηθοποιοί
Κούρσα θανάτου
TV & Media
Ερευνες για τριγωνικές σχέσεις ΜΜΕ - διαφήμισης
Στην Κρήτη η πρώτη δίκη
Γυρίσματα στο Καπανδρίτι
Βιβλίο
Λησταρχίνα η Μαρία η Πενταγιώτισσα;