Έντυπη Έκδοση

Λησταρχίνα η Μαρία η Πενταγιώτισσα;

Παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο του Βασ. Τζανακάρη «Φώτης Γιαγκούλας - Ο απέθαντος»

Ηταν νέοι, μπεσαλήδες, άγριοι κι ανελέητοι. Μπέρδευαν τη βία με την ανδρεία, το φόνο με την αγαθοεργία, τη χαμέρπεια με τη λεβεντιά.

Πολλοί σκότωναν για ψύλλου πήδημα, για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά και τρομοκρατίας, κι όσοι είχαν πάρει μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία, ούτε που ταράζονταν από τα ξεκοιλιασμένα κορμιά και τις χαίνουσες πληγές. Στα χρόνια του μεσοπολέμου, το κράτος, οι πλούσιοι, οι τσιφλικάδες και οι κάθε λογής εκβιαστές τούς αντιμετώπιζαν σαν αιμοβόρα τέρατα που έπρεπε πάση θυσία να εξουδετερωθούν.

Οι πρωταγωνιστές

Για τους φτωχούς, τους ανήμπορους και τους περιθωριοποιημένους, όμως, ήταν οι αρχάγγελοι της εκδίκησης. Ιδού οι πρωταγωνιστές των ληστρικών ιστοριών που ξεδιπλώνονται στο νέο βιβλίο του διακεκριμένου δημοσιογράφου Βασίλη Ι. Τζανακάρη, ο τίτλος του οποίου παραπέμπει στο διασημότερο όλων των ληστάρχων, στον «ωραιότερο των ορέων», που είχε για ορμητήριο και βασίλειο τον Ολυμπο: «Φώτης Γιαγκούλας - Ο απέθαντος» (εκδ. Μεταίχμιο).

Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ο Τζανακάρης το 'χει μελετήσει εξονυχιστικά. Δικό του άλλωστε είναι το «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (Καστανιώτης, 2002) -αυτός ο «απίστευτος άθλος», όπως έγραψε ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος στην «Ε»- όπου έχοντας αναδιφήσει κι αποδελτιώσει χιλιάδες σελίδες εφημερίδων της εποχής, έδινε το συναρπαστικό χρονικό του τέλους της ληστροκρατίας στην Ελλάδα, μεταξύ 1920 και 1935. Αυτή τη φορά ο συγγραφέας αντλεί το υλικό του από τα λαϊκά αναγνώσματα φυγής που γίνονταν ανάρπαστα τότε, τα βασισμένα στις νωπές ακόμα μαρτυρίες και στη σχετική μυθολογία για τους ληστές, το βίο και την πολιτεία τους, αυτά τα εικονογραφημένα φυλλάδια που μολονότι είχαν απαγορευτεί το '26, επί δικτατορίας Παγκάλου, χάρη στην εφευρετικότητα των εκδοτών τους συνέχισαν να κυκλοφορούν επί μακρόν.

Οπως διαβάζουμε στο εισαγωγικό άρθρο του Α. Δούβαρη, συνοδοιπόρου του Τζανακάρη στη μακρόχρονη περιπέτεια του περιοδικού «Γιατί», που εξέδιδε ο ίδιος στις Σέρρες, από το ληστρικό πάνθεον δεν έλειψαν οι γυναίκες -η Μαρία Πενταγιώτισσσα φέρ' ειπείν ήταν και λησταρχίνα σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση.

Εδώ, πάντως, γίνεται λόγος για άντρες, όπως για τον «μαύρο λήσταρχο» Θωμά Γκαντάρα, για τον Νίκο Σκαρτσώρα, για τον διαβόητο Καραθανάση, για τα θανατηφόρα ντουέτα των Ρετζαίων και των εξαδέλφων Κουμπή, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στον Φώτη Γιαγκούλα, που σύμφωνα με το θρύλο είχε σκοτώσει πάνω από πενήντα ανθρώπους, και ο οποίος το 1924, ένα χρόνο πριν από τη συμπλοκή που οδήγησε στον αποκεφαλισμό του, ήταν ο πιο φριχτός και ασίγαστος πονοκέφαλος του ανώτερου διοικητή Χωροφυλακής Μακεδονίας Σπύρου Καράμπελα.

Εκείνη τη χρονιά, όταν οι ελληνικές πόλεις γέμιζαν ασφυκτικά από πρόσφυγες και ο Γιαγκούλας βρισκόταν στο αποκορύφωμα της αιματηρής του δράσης, δημοσιεύθηκε και η πρώτη από τις πολλές «βιογραφίες» του, στις οποίες, όπως επισημαίνει ο Τζανακάρης, αφθονούσαν οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες, οι αντιφάσεις και οι ιστορικές διαστρεβλώσεις, πασπαλισμένες όλες τους με μια λεπτή αχλύ αίγλης. Γεννημένος γύρω στα 1900, στο χωριό Μεταξά, κοντά στα Σέρβια Κοζάνης, ο Γιαγκούλας βγήκε στο κλαρί έχοντας δολοφονήσει προηγουμένως τον ένστολο βιαστή μιας ξαδέλφης του. Στην πορεία, τρεις από τις ειδεχθέστερες δολοφονίες που του καταλόγισαν δεν τις είχε κάνει ο ίδιος, αλλά, σύμφωνα με τον Τζανακάρη, υπήρξαν και δεκάδες εγκλήματά του -ληστείες, απαγωγές και φόνοι- που έμελλε ν' αποσιωπηθούν.

Το σίγουρο είναι πως στη μυθοποίηση του αρχιλήσταρχου συνέβαλαν η ομορφιά, η μπέσα του, οι πολλές του αποδράσεις, το ότι δεν γελοιοποιήθηκε όπως άλλοι προδίδοντας στις αρχές παλιούς συντρόφους του, καθώς και το ότι έπεσε σε μάχη σώμα με σώμα, δίνοντας μια περιφρονητική απάντηση στον επικεφαλής των χωροφυλάκων που τον καταδίωκαν.

Φονικό όπλο

Γι' αυτό και οι διαδόσεις για το νεκρανάστημά του, όπως και ο φόβος αλλά και οι ελπίδες επανεμφάνισής του σαν φάντασμα, κρατήθηκαν για μεγάλο διάστημα ζωντανές. Σήμερα το κεφάλι του Γιαγκούλα όπως και η «Παρδάλα», το μαχαίρι που κρατούσε από το '17, ως φονικό όπλο αλλά και ως πολύτιμο «σύντροφο» όταν αποτραβιόταν στα βουνά, συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα εκθέματα του Εγκληματολογικού Μουσείου της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Στη λεπίδα μάλιστα της μαχαίρας οι επισκέπτες μπορούν να δουν τις ανορθόγραφες φράσεις που είχε χαράξει ο ίδιος, καταφεύγοντας στη ληστρική ιδιόλεκτο, οι οποίες σε ελεύθερη απόδοση αναφέρουν τα εξής:

«Προς όλους. Επειδή δεν μπορώ να βρω δίκιο στην δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάστηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης Δικαιοσύνης, η ονομαζόμενη "Παρδάλα", έχει τον λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους. Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και ποτέ δεν θα λησμονήσει τα ιερά της καθήκοντα για την απονομή του δικαίου».

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Παρουσίαση βιβλίου
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Ελληνίδες εικαστικοί στο Γκραν Παλέ
Θέατρο
Η δίκη του ναζισμού
Αρχιτεκτονική
«Τα μουσεία κάνουν τις πόλεις καλύτερες»
Κινηματογράφος
Τσίτσιδες και ριγμένες από το Χόλιγουντ
«Εβλεπα μικρός τον Λιμπεράτσε στην τηλεόραση»
Ηθοποιοί
Κούρσα θανάτου
TV & Media
Ερευνες για τριγωνικές σχέσεις ΜΜΕ - διαφήμισης
Στην Κρήτη η πρώτη δίκη
Γυρίσματα στο Καπανδρίτι
Βιβλίο
Λησταρχίνα η Μαρία η Πενταγιώτισσα;