Έντυπη Έκδοση

«Ακόμα και το Ολοκαύτωμα έγινε κλισέ»

Η συνέντευξη έχει τελειώσει. Η γυναίκα τού Νόρμαν Μανέα τού ισιώνει τα λιγοστά λευκά μαλλιά του, που τα πάει και τα φέρνει το πρωινό αθηναϊκό αεράκι. Μπροστά μας έχουμε έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή Ρουμάνους συγγραφείς και έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους του δυτικού λογοτεχνικού κανόνα.

Ο Μανέα, που ζει στις ΗΠΑ, εξακολουθεί να γράφει στα ρουμανικά, γιατί, όπως λέει, «η ξένη γλώσσα, η γλώσσα των λεξικών, δεν είναι η γλώσσα της ψυχής μας» Ο Μανέα, που ζει στις ΗΠΑ, εξακολουθεί να γράφει στα ρουμανικά, γιατί, όπως λέει, «η ξένη γλώσσα, η γλώσσα των λεξικών, δεν είναι η γλώσσα της ψυχής μας» Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τον είχε προνομιακό συνομιλητή του μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά τα είκοσι χρόνια που τους χώριζαν, ο Αμερικανοεβραίος νομπελίστας Σόουλ Μπέλοου (1915-2005) του «Χέρτσογκ» και του «Αδραξε τη μέρα». Απότοκος αυτής της δημιουργικής σχέσης είναι η μακρά συνέντευξη που έδωσε ο Μπέλοου στον Μάνεα, το 1999, στο Πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν της Ιερουσαλήμ, και κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 2008. Ο 74χρονος συνομιλητής μας είναι η ζωντανή ιστορία της ρουμανικής ιστορίας του εικοστού αιώνα, που περνάει κυρίως μέσα από τα ναζιστικά στρατόπεδα και το καθεστώς του Τσαουσέσκου. Βρέθηκε αρχικά στην 7η Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και ακολούθως στην Αθήνα, προσκαλεσμένος των εκδόσεων «Καστανιώτη». Ηρθε για να παρουσιάσει το αριστούργημά του, όπως το χαρακτήρισε η παγκόσμια κριτική, «Η επιστροφή του χούλιγκαν» (2003), με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Ξεκινάει από την παιδική του ηλικία στην προπολεμική Ρουμανία και ολοκληρώνεται το 1997, οπότε ο Μανέα επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο, μετά την αυτοεξορία του, το 1986, στην Αμερική. Σήμερα διδάσκει στο περίφημο αμερικανικό Κολέγιο του Μπαρτ, αλλά εξακολουθεί να γράφει στη ρουμανική γλώσσα.

Από πολύ μικρός γνώρισε την καταδίωξη και τη βία. Το 1941 ήταν ένα πεντάχρονο παιδί, που είχε γεννηθεί στο Μπουρντουγένι, κοντά στη Σουτσάβα της βόρειας Ρουμανίας. Είχε όμως την ατυχία να είναι εβραϊκής καταγωγής. Θα εγκλειστεί γι' αυτό τον λόγο στο στρατόπεδο της Τρανσνίστριας, εμπειρία που θα σημαδέψει ανεξίτηλα τη ζωή και τη λογοτεχνία του. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου και άρχισε να εκδίδει από τη δεκαετία του '60.

Στα στρατόπεδα εργασίας

«Ηταν μια μαύρη αρχή για τη ζωή μου, γιατί κόπηκε ξαφνικά και απροειδοποίητα η οικογενειακή ευτυχία. Μας καταδίωξαν και μας συνέλαβαν, γιατί ανήκαμε στην εβραϊκή εθνότητα. Φυλακιστήκαμε στο στρατόπεδο εργασίας τον Οκτώβριο του 1941 και απελευθερωθήκαμε τον Απρίλιο του 1945, από τον Κόκκινο Στρατό. Εχει περάσει πολύς καιρός από τότε, ωστόσο δεν θέλω να μιλάω γι' αυτήν την εμπειρία, γιατί θεωρώ πως ό,τι κι αν πω, όπως και αν το πω, αργά ή γρήγορα θα γίνει κλισέ. Εχουν γυριστεί τόσες ταινίες, έχουν γραφεί τόσα βιβλία...», μας λέει.

«Εχει γίνει κλισέ και το Ολοκαύτωμα;», τον ρωτάμε. «Κι αυτό έχει γίνει κλισέ, όπως και όλες οι μεγάλες ιστορικές τραγωδίες της ανθρωπότητας», απαντά. «Από το κλισέ δεν μπορεί να εξαιρεθεί ούτε η συλλογική μνήμη. Ολα αυτά που έχουν συμβεί δεν είναι ένα ψέμα, ωστόσο δεν παύουν να γίνονται, από την υπερβολική χρήση τους, κοινότοπα και κοινόχρηστα. Το θύμα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος είναι δύο φορές θύμα. Την πρώτη φορά, γιατί ζει σωματικά την καταπίεση και την καταστολή. Τη δεύτερη, γιατί η περίπτωσή του γίνεται μέρος της μνήμης των πολλών, με αποτέλεσμα να εξαφανίζεται η προσωπικότητα και η ιδιαιτερότητα του κάθε ατόμου».

Δεν συμφωνεί με τη ρήση του φιλόσοφου Τεόντορ Αντόρνο, «μετά το Ολοκαύτωμα δεν μπορεί να γραφεί ποίηση»; «Οχι, όχι. Ο Αντόρνο έχει κάνει λάθος», απαντά. «Οσο υπάρχουν άνθρωποι, η ζωή δεν τελειώνει ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και με τη λογοτεχνία. Πάντα θα γράφονται έργα που θα αναζητούν νέες εκφράσεις, νέες ευαισθησίες, νέες προοπτικές. Η γενιά του Ολοκαυτώματος έχει πεθάνει και η νεότερη γενιά δεν το έχει ζήσει. Το ζήτημα είναι να κατανοήσουμε γιατί συνέβη αυτή η τραγωδία και να διδαχτούμε από αυτή. Και δεν είναι όλα τα βιβλία που αναφέρονται σ' αυτή ισάξια. Εχουμε καλά, λιγότερο καλά και κακά βιβλία, λογοτεχνικά ή απομνημονεύματα».

Αποστρέφεται τον χαρακτηρισμό του πολιτικού συγγραφέα, γιατί δεν θέλει απλώς και μόνο να ανήκει στην κατηγορία του αντιφρονούντα, ένα δημιούργημα πριν και μετά την πτώση των πρώην λαϊκών δημοκρατιών. «Δεν ήταν ποτέ μέσα στους στόχους μου, ακόμη και όταν το έφεραν τα πράγματα να γράψω για μια πολιτική πραγματικότητα που αγγίζει τον εφιάλτη. Ο καλλιτέχνης είναι πάντα απέναντι στη χειραγώγηση της δημόσιας ζωής, χωρίς ωστόσο να ξεχνάει ποτέ ότι πρωτεύον γι' αυτόν είναι η δουλειά του».

Η ξένη γλώσσα δεν έχει ψυχή

Τι είναι, λοιπόν, η «Επιστροφή του χούλιγκαν»; Ενα μυθιστόρημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία ή μία αυτοβιογραφία με μυθοπλαστικά στοιχεία; «Είναι ενδιαφέρον να σας πω με ποιους υπότιτλους κυκλοφόρησε. Στην Αμερική ως "Απομνημόνευμα", στη Γερμανία ως "Αυτοβιογραφία", στην Ιταλία ως "Μία ζωή", στην Ισπανία ως μυθιστόρημα. Στη Ρουμανία τούς παρακάλεσα να μην τυπώσουν υπότιτλο. Ανήκει σ' ένα μικτό λογοτεχνικό είδος. Εμπεριέχει μυθιστορηματικά στοιχεία, ημερολογιακές σημειώσεις, αναμνήσεις από τη ζωή της οικογένειάς μου. Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν, δεν υφίσταται ένας δεδομένος λογοτεχνικός κανόνας», είναι η απάντησή του.

Κύριος εχθρός, με τον οποίο «πολεμάει» αυτό το μεγάλο βιβλίο, είναι η μορφή του δικτάτορα Τσαουσέσκου. Το καθεστώς του, λέει ο Νόρμαν Μανέα, «ήταν ένας συνδυασμός δυστυχίας και τρόμου. Η Ρουμανία πολιτικά δεν μοιάζει με Ελλάδα, δεν διαθέτει "Αριστερά φτερά", η παράδοσή της ανήκει στη Δεξιά, στον εθνικισμό και στον φασισμό. Ετσι, τα "αριστερά φτερά" που απέκτησε επί Τσαουσέσκου ήταν ένας μηχανισμός τρομοκρατίας και χειραγώγησης».

Ολοκληρώνοντας τη συνομιλία μας, μας εξηγεί την επιμονή του να γράφει στη ρουμανική γλώσσα. «Εφυγα γύρω στα πενήντα από τη Ρουμανία για την Αμερική, με ενδιάμεσο σταθμό επί δύο χρόνια το Βερολίνο. Ηταν δύσκολο ως συγγραφέας ν' αλλάξω. Μόνο σε μία γλώσσα μπορούμε να αισθανθούμε και να γράψουμε, τη μητρική, με την οποία μεγαλώσαμε και συνειδητοποιήσαμε την κάθε ηλικιακή μας περίοδο. Η ξένη γλώσσα, η γλώσσα των λεξικών, δεν είναι η γλώσσα της ψυχής μας».

Info: Κυκλοφορούν ακόμη τα βιβλία του: «Ο μαύρος φάκελος» («Καστανιώτης»), «Υποχρεωτική ευδαιμονία» και «Περί γελωτοποιών. Ο δικτάτορας και ο καλλιτέχνης» («Αγρα»). *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Ιράν
Απελευθερώστε αμέσως τον Παναχί
Εικαστικά
Η εικόνα της κάτοψης ως άσκηση μνήμης
Φωτογραφία
Κάθε «τόπος» έχει τον δικό του φωτογράφο
Εμψυχώνοντας τους νέους
Μουσική
Ερχεται ο Οζι και το «Scream» του
Θέατρο
Αναζητώντας το «νέο» στο σύγχρονο θέατρο
Λογοτεχνία
«Ακόμα και το Ολοκαύτωμα έγινε κλισέ»
Τηλεόραση
Βλαστοκύτταρα, εταιρείες και... μισές αλήθειες
Τα οικονομικά μέτρα και οι ανατροπές
Ιδιοκτήτες ραδιοσταθμών εναντίον τεχνικών