Έντυπη Έκδοση

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η Αθηναϊκή Ταβέρνα του Γιώργου Πίττα

Υπάρχουν ορισμένοι χώροι και σημεία στην Αθήνα που βλέπουμε πολύ συχνά και η βεβαιότητα για τη συνέχεια της ύπαρξής τους είναι τόσο βαθιά που μας κάνει να μην τα σκεφτόμαστε καθόλου ή να αναβάλλουμε συνεχώς τη στιγμή να τους ρίξουμε μια πιο ερευνητική ματιά ή να αναζητήσουμε τον ρόλο τους στην καθημερινή μας ζωή και να γνωρίσουμε την πορεία τους μέσα στον χρόνο.

Ουζερί ο «Απότσος» Ουζερί ο «Απότσος» Πρόκειται ως επί το πλείστον για δημόσιους χώρους, ιστορικά κτήρια, δρόμους με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, διάφορα καταστήματα που είτε αποτελούν κομμάτια της ιστορίας τής πόλης είτε, εξαιτίας της προσωπικότητας του ανθρώπου που τα κατέχει ή τα διευθύνει, έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για μια μερίδα ανθρώπων και για ολόκληρη την Αθήνα.

Οι ίδιοι αυτοί χώροι ακολουθώντας συνήθως την εξέλιξη των τεχνικών αλλά και των συνηθειών του κόσμου αλλάζουν - άλλοτε ριζικά, οπότε χάνουν τον αέρα του χώρου που τα σήμαινε και σβήνουν από τη μνήμη, και άλλοτε καταφέρνουν να διατηρήσουν μια αύρα ικανή να χρωματίζει την ατμόσφαιρά τους. Βασικό στην περίπτωση της διατήρησης είναι η αισθητική και το βίωμα και για τούτο υπεύθυνος δεν είναι μόνον ο άνθρωπος που έχει ταυτιστεί με τον χώρο, αλλά και οι άλλοι που έρχονται σε επαφή συχνά μαζί του.

Ενα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της Αθήνας, και μάλιστα διαχρονικό αφού στηριζόταν στην τροφή, το ποτό και τη διασκέδαση, είναι οι ταβέρνες, για τις οποίες όλοι ήταν σίγουροι πως δεν θα χαθούν ποτέ από το κέντρο της πόλης ή τις γειτονιές της. Μπορεί βέβαια να άλλαζαν κάποια πράγματα στο εσωτερικό τους, όπως, για παράδειγμα, οι συσκευές μαγειρεύματος ή η απουσία των βαρελιών από τον τοίχο, αλλά οι περισσότερες παρέμειναν οι ίδιες και κυρίως δεν άλλαζε η κουζίνα τους, η οποία στηριζόταν στην πείρα και στην έμπνευση του ταβερνιάρη και αποτελούσε το μεγάλο κεφάλαιο της ταβέρνας και χάρη σε αυτήν καθιερώνονταν οι ταβέρνες σε ευρύτερο από τη γειτονιά που εξυπηρετούσαν χώρο στην πόλη.

Εν ολίγοις, η αθηναϊκή ταβέρνα, αν και εξελισσόταν συνεχώς μέσα στα χρόνια που περνούσαν, ουδέποτε έμεινε ένας στάσιμος, ως μουσειακή γωνιά της πόλης, χώρος, αλλά πάντα ήταν η κεντρική σκηνή της ελληνικής λαϊκής διασκέδασης και της κοινωνικής ζωής.

Σε αυτόν ακριβώς τον χώρο μπήκε πριν από πολλά χρόνια ο Γιώργος Πίττας και ύστερα από συστηματική έρευνα τα τελευταία είκοσι χρόνια, με επιτόπιες επισκέψεις σε όλες σχεδόν τις ταβέρνες της Αθήνας και των γειτονικών περιοχών, συνεντεύξεις με ταβερνιάρηδες και θαμώνες, φωτογραφίσεις και αποδελτίωση δημοσιευμάτων από παλαιές εφημερίδες και περιοδικά, αναγνώσεις βιβλίων και αναζήτηση φωτογραφιών από συρτάρια, δημιούργησε ένα μοναδικό βιβλίο, το οποίο πέρα από την αξία του για την ιστορία της πόλης μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει και τον οδηγό γνωριμίας με τις αθηναϊκές ταβέρνες σήμερα.

Ο Γιώργος Πίττας πιάνει το νήμα της ιστορίας της ταβέρνας ξεκινώντας από τα καπηλειά της αρχαίας Αθήνας και αφού παραθέσει σταθμούς από την πορεία της κατά τους επόμενους αιώνες στις μεγάλες πόλεις της Μεσογείου, και ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, αρχίζει την ιστορία της αθηναϊκής ταβέρνας από το σημείο ακριβώς όπου ξεκίνησε η ζωή της πόλης: την αρχαία αγορά, που είναι πλέον το Μοναστηράκι και η Πλάκα, το υποτυπώδες κέντρο της πρωτεύουσας της Ελλάδας που έγινε κράτος μετά την Επανάσταση του 1821, όπου αρχίζουν να συγκεντρώνονται πληθυσμοί από κάθε γωνιά της χώρας. Στις λιτές και φτωχικές εγκαταστάσεις εκείνης της εποχής όπου εξυπηρετούνταν οι άνθρωποι της εργασίας και τα λαϊκά στρώματα, καταφτάνουν και οι νεοφερμένοι, και οι ταβέρνες εξελίσσονται σε χώρους συνάντησης επαρχιωτών, ανταλλαγής πληροφοριών, αναζήτησης εργασίας, διασκέδασης και κατά τις προεκλογικές περιόδους, σε κέντρα πολιτικών ζυμώσεων και αντιπαραθέσεων, με συχνή την εμφάνιση πλανόδιων μουσικών που παίζουν λαϊκά όργανα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το 1920, που η Αθήνα μεγαλώνει και ο πληθυσμός της αλλάζει, ανοίγουν ταβέρνες σε πολλές γειτονιές, και αυτές που βρίσκονται στο κέντρο καθιερώνονται ως οινομαγειρεία, όπου τρώνε ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, μεσαία στρώματα, φοιτητές, καταστηματάρχες, έμποροι, επισκέπτες της πόλης. Στα χρόνια αυτά μάλιστα τις ανακαλύπτουν οι διανοούμενοι και η αστική τάξη και οι ταβέρνες εγκαταλείπουν σιγά σιγά τα υπόγεια και εμφανίζονται στα ισόγεια ή στα ημιυπόγεια των καινούριων νεοκλασικών κατοικιών.

Παράλληλα ζωγραφίζονται οι τοίχοι τους με έντονα χρώματα, διακοσμούνται με λαϊκές τοιχογραφίες, θέματα από την ελληνική μυθολογία, φιγούρες κανταδόρων και αποκτούν σφραγίδα καθαριότητας, ενώ κατά την περίοδο αυτή μπαίνουν στην ταβέρνα μουσικά όργανα (κιθάρα, μαντολίνο, μπουζούκι, κλαρίνο), που συνοδεύουν, ανάλογα με την περίπτωση, τραγούδια νησιωτικά, δημοτικά, ανατολίτικα ή επτανησιακές καντάδες.

Τα χρόνια που ακολουθούν μέχρι το 1940 η Ελλάδα αλλάζει ριζικά εξαιτίας των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι φέρνουν και επιβάλλουν νέες συνήθειες, όπως γλέντια και γιορτές σε ταβέρνες και τα συνοδεύουν με τη μουσική τους. Σημαντικό γεγονός θεωρείται η είσοδος των γυναικών στην ταβέρνα, που από μαγέρικο με περιστασιακή μουσική από πλανόδιους οργανοπαίχτες γίνεται τόπος φαγητού και διασκέδασης με μουσική. Με βάση δε την κοινωνική προέλευση των πελατών και το είδος της μουσικής αρχίζουν τότε να μπαίνουν σε κατηγορίες, όπως ταβέρνα με αθηναϊκή καντάδα, με ρεμπέτικη μουσική, με νησιωτική, με δημοτική μουσική. Παράλληλα η ταβέρνα γίνεται ο αγαπημένος χώρος των διανοουμένων, η παρουσία των οποίων χαρακτηρίζει ορισμένες από αυτές, οι οποίες έγιναν ιστορικά στέκια.Ο Βάρναλης αποτυπώνει το κλίμα της εποχής με τους «Μοιραίους».

Από το 1940 ώς το 1974 η Ελλάδα μπαίνει σε μια μακρά περίοδο τραγικών γεγονότων: Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, αποκατάσταση με το σχέδιο Μάρσαλ, Ανένδοτος, άνοιξη του '60 και τέλος, δικτατορία. Οπως είναι επόμενο, οι ταβέρνες προσαρμόζονται σε κάθε περίοδο και όσες έμειναν ανοιχτές κατά την περίοδο της Κατοχής εξυπηρετούσαν τον κόσμο με ό,τι μπορούσε να βρει ο ταβερνιάρης στην ανύπαρκτη τότε αγορά και καταγράφτηκαν ως εστίες συνάντησης και ανταλλαγής πληροφοριών.

Παρά τις δυσκολίες και το βαρύ κλίμα μετά την Απελευθέρωση, οι Αθηναίοι ξεκινούν με ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον και οι ταβέρνες, με τη σειρά τους, ανασυγκροτούνται και σιγά σιγά ξαναβρίσκουν τις προπολεμικές τους δόξες. Παράλληλα δε, με την άνθηση της ταβέρνας ξεφυτρώνουν «σαν μανιτάρια» τα νυχτερινά κέντρα, προσανατολισμένα στον αμερικανικό τρόπο διασκέδασης, ενώ προς το τέλος της δεκαετίας του '40 οι επιτυχίες των πρωταγωνιστών του ρεμπέτικου φέρνουν τον κόσμο κοντά σε αυτό το είδος της μουσικής. Ανοίγουν τότε μαγαζιά που άφησαν ιστορία και απ' όπου πέρασαν και όλα τα μεγάλα ονόματα της λαϊκής μουσικής, που ερμήνευσαν μοναδικές επιτυχίες, καθώς και σπουδαία πρόσωπα από τον χώρο της τέχνης, του θεάτρου, του κινηματογράφου, που αποτελούν μαγνήτη για το κοινό που θέλει να τα δει από κοντά.

Την περίοδο αυτή, στις λαϊκές ταβέρνες σε κάθε φτωχογειτονιά της Αθήνας πλανόδιοι οργανοπαίχτες παίζουν με το μπουζουκάκι τους τις γνωστές επιτυχίες και περί τα τέλη της δεκαετίας του '50 καταφτάνει το τζουκ μποξ, που μπαίνει σε όλες σχεδόν τις ταβέρνες, κι έτσι ο καθένας μπορεί να επιλέξει τους δίσκους με τα τραγούδια της αρεσκείας του. Παράλληλα όμως οι ταβέρνες που στεγάζονταν σε παλιά κτήρια της πόλης, με αυλές και κήπους, γίνονται τα πρώτα θύματα της ανοικοδόμησης καθώς γκρεμίστηκαν και πολύ γρήγορα στη θέση τους υψώθηκαν πολυκατοικίες.

Στη δεκαετία του '60 που ακολούθησε, παρατηρείται μια πρωτοφανής άνθηση της οικονομίας αλλά και της τέχνης σε όλες τις εκφράσεις της, ενώ αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο διακατέχει όλα τα στρώματα του πληθυσμού της Αθήνας και της Ελλάδας. Οι παραδοσιακές ταβέρνες όμως «δεν σηκώνουν» πλέον τα καινούρια τραγούδια, τα αρχοντορεμπέτικα και τα λοιπά λαϊκά τραγούδια των ανερχόμενων κοινωνικών τάξεων, και οι μουσικοί εγκαθίστανται σε μεγάλα κοσμικά κέντρα. Η απόκτηση, στην αρχή, μοτοσυκλέτας και κατόπιν αυτοκινήτου οδηγεί τους κατοίκους της πόλης σε μακρινές γειτονιές και σε εξοχές, όπου και δημιουργείται ένας νέος τύπος ταβέρνας, η εξοχική.

Η ανοδική πορεία της Ελλάδας σταματάει όμως το 1967 και η χώρα μπαίνει στον «γύψο». Εκείνη την εποχή, που η διασκέδαση των νεόπλουτων και των ωφελημένων κοινωνικών στρωμάτων μεταφέρεται στα «μπουζούκια» της παραλίας, με νέα έθιμα και ήχους, στους χώρους της λαϊκής ταβέρνας οι φοιτητές και οι άνθρωποι του μόχθου τραγουδούσαν τα παλιά ρεμπέτικα, τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη, του Μίκη Θεοδωράκη, τα αντάρτικα, τις μπαλάντες του Μάνου Λοΐζου. Στις ταβέρνες των Εξαρχείων, στην Πλάκα, στο Κουκάκι, στον Κολωνό και σε άλλες γειτονιές της Αθήνας και στις συνοικίες της Καισαριανής, του Βύρωνα, της Νέας Ιωνίας τραγουδιούνταν οι καημοί της ξενιτιάς, οι ανομολόγητες αγάπες, οι ανολοκλήρωτοι έρωτες, τα συναισθήματα της καθημερινότητας, αλλά και οι ελπίδες της λευτεριάς, σφυρηλατώντας το κλίμα του αντιδικτατορικού αγώνα.

Από τη Μεταπολίτευση και μετά, οι νέες γενιές ανακαλύπτουν τα παλιά ρεμπέτικα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εκατοντάδες ρεμπέτικες κομπανίες, που φιλοξενούνται σε ταβέρνες, πολλές φορές με μαγαζάτορες νέας γενιάς. Η διασκέδαση στις νεοπαραδοσιακές ταβέρνες, στα ουζάδικα, στα οινομαγειρεία, στα μαγέρικα της γειτονιάς ξανάφερε τη λαϊκή διασκέδαση στην παλιά της μορφή, όπου το φαγητό, η συζήτηση, τα καλαμπούρια, το τραγούδι, το γλέντι, το ξεφάντωμα και ο χορός αποτελούσαν μια αδιάσπαστη ενότητα και απέβλεπαν στην τόνωση της παρέας και των ανθρώπινων σχέσεων γενικότερα. Ολα αυτά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή εξέλιξη των σύγχρονων κέντρων διασκέδασης.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του ο Γιώργος Πίττας καταγράφει και περιγράφει διακόσιες ταβέρνες που αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα από αυτές που υπήρχαν σε κάθε γειτονιά της Αθήνας, ενώ αναφέρεται σε 30 καθαρά ειδικές περιπτώσεις, από τις οποίες οι περισσότερες λειτουργούν ακόμη.

Το κριτήριο γι' αυτό τον κατάλογο ήταν να βρίσκονται σε συνοικίες με ιστορία, να έχουν αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, να χαρακτηρίζονται από μια αξιοσημείωτη αντίληψη διακόσμησης, να κυριαρχεί η προσωπικότητα του ταβερνιάρη, να σερβίρονται λαϊκά φαγητά και να επικρατεί ένα περιβάλλον και μια ατμόσφαιρα από τον κόσμο της παλιάς ταβέρνας. Να μην αποτελεί δηλαδή το ταβερνείο απλώς έναν χώρο φαγητού, αλλά να λειτουργεί σαν ένα μέρος - τόπος συνδετικού ιστού μιας κοινωνίας. Κοινές ιδεολογίες, κοινός τρόπος διασκέδασης, κοινοί καημοί, άποψη για τη ζωή κατασταλαγμένη από βιωματική εμπειρία, άνθρωποι που έχουν πιο πολλά να τους ενώνουν παρά να τους χωρίζουν.

Αναφέρεται επίσης εκτενώς στα κοινά χαρακτηριστικά της αθηναϊκής ταβέρνας σήμερα, τα οποία διαμορφώνουν και καθορίζουν την ταυτότητά και την ιδιαιτερότητά της και τα οποία είναι: η τοποθεσία και οι γειτονιές όπου βρίσκεται, το κτήριο στο οποίο έχει εγκατασταθεί, ο τύπος, η εσωτερική διαρρύθμιση και η διακόσμησή της, η προσωπικότητα του ταβερνιάρη, το κρασί και το φαγητό, η διασκέδαση και η ιστορία της καθεμιάς. Στο Παράρτημα, τέλος, που κλείνει το βιβλίο, αναφέρεται στην ταβέρνα στον κινηματογράφο, ενώ αποδελτιώνει ιδιαίτερα κείμενα που έγραψαν άνθρωποι του πνεύματος, καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι για την αθηναϊκή ταβέρνα.

Καταλήγοντας δε, σημειώνει πως με κανέναν τρόπο το θέμα της αθηναϊκής ταβέρνας δεν εξαντλείται στις σελίδες του συγκεκριμένου βιβλίου, αλλ' αυτό μπορεί να αποτελέσει μια καλή αρχή για μια ευρύτερη και πιο εξαντλητική στο μέλλον προσέγγιση.

Τι λέει ο Πίττας για την ταβέρνα

Είναι προφανές, λέει ο Γιώργος Πίττας, ότι στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα ο ρόλος της αθηναϊκής ταβέρνας ως τρόπου διασκέδασης μειώνεται με ρυθμούς απειλητικούς. Η λεγόμενη πολυπολιτισμικότητα στη γεύση έχει δημιουργήσει στον γευσιγνωστικό ορίζοντα μια κατάσταση όπου η διεθνής κουζίνα, από την Ασία, την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, έχει κατακλύσει τους χώρους εστίασης. Από την άλλη, υπάρχει στις μέρες μας ο καταμερισμός της διασκέδασης: θα φάμε σε κάθε είδους in βραβευμένα εστιατόρια, θα ακούσουμε μουσική των σούπερ σταρ στις μεγάλες αρένες, θα χορέψουμε σε κάποια must clubs ή στα μαζικά «ελληνάδικα».

Η κατάρρευση των ιδανικών της καταναλωτικής κοινωνίας, με σαφή στοχοπροσήλωση στην καριέρα, στον πλούτο, στην επίδειξη και στην ατομική κοινωνική εξέλιξη, χωρίς ίχνος κοινωνικού ενδιαφέροντος και συλλογικής δράσης, η συνειδητοποίηση ότι ο καταναλωτικός τρόπος ζωής δεν μπορεί να είναι το πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς, αλλά και η οικονομική ύφεση, ίσως αποτελέσουν ένα καλό πλαίσιο για την επιστροφή στη γνήσια χαρά και στη φιλοσοφία της ταπεινής παλιάς ταβέρνας.

Ισως είναι ευκαιρία να επιστρέψουμε στις αξίες της διασκέδασης ενός κόσμου λιγότερο μίζερου, λιγότερο δήθεν, λιγότερο εγωκεντρικού και πολύ πιο γενναιόδωρου, πιο γλεντζέ, πιο πονετικού και πιο αγαπησιάρικου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Ταξίδι σ' έναν κόσμο που ξεθωριάζει
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Η Αθηναϊκή Ταβέρνα του Γιώργου Πίττα
Ταξίδι σ' έναν κόσμο που ξεθωριάζει
Συνέντευξη: Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Γράφω και μεταφράζω εξαιτίας ενός στοιχήματος
Κριτική βιβλίου
Μυθιστόρημα τεκμηρίων
Εξάψεις μέσα σε χρυσό της Πανσελήνου
Παλιοί και νεότεροι θεατρικοί κριτικοί
Εν τη ρίμα του λόγου / Τρίτη Ανθολογία
Ερωτική ποίηση
Πριν από το τέλος του κόσμου
Η φυλακή του φύλου και η «εμφιαλωμένη» φαντασία
Συνέντευξη: Χρυσόστομος Κονιδάρης
Ο εκδοτικός οίκος είναι σαν τον φούρνο
Ευρείας κατανάλωσης
Πού πας χωρίς αγάπη; Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε
Θέατρο
Θνησιγενής και ένδοξη θεατρικότητα
Οψεις της ανάγνωσης
Το παιχνίδι είναι ανοιχτό
Διαγωνισμός «Ταξιδεύουμε στην Ελλάδα μ' ένα βιβλίο»
Κλείσε θέση μ' ένα βιβλίο
Οι δύο μανάδες μας
Η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου
Από τις 4:00 στις 6:00
Εγραφε μουσική για λυπημένους
Άλλες ειδήσεις
Η κάθαρση έπεται
Αλλοπαίδεια