Έντυπη Έκδοση

ΔΥΟ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ταξίδι σ' έναν κόσμο που ξεθωριάζει

Γιώργος  Πίττας

Η Αθηναϊκή Ταβέρνα

εκδόσεις Ινδικτος, 2η έκδοση σ. 365, ευρώ 38

Ο συγγραφέας της Αθηναϊκής Ταβέρνας ανήκει σε αυτή την κατηγορία των ανθρώπων που δεν «βολεύονται» σε μία ιδιότητα. Που βρίσκουν τον τρόπο να είναι ταυτόχρονα πολλά πράγματα. Ετσι, στην περίπτωση του Γιώργου Πίττα η ιδιότητα του επιστήμονα και του επιχειρηματία δεν αντιστρατεύτηκε μια συγγραφική δραστηριότητα που ήδη αριθμεί τρία βιβλία: τα Σημάδια του Αιγαίου, μια καταγραφή του πολιτισμού των νησιών του αρχιπελάγους, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ποταμός, ενώ το 2008 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Πάρος, οδοιπορικό στον τόπο και τον χρόνο. Η Αθηναϊκή Ταβέρνα είναι το τρίτο σε σειρά βιβλίο του συγγραφέα.

Ο Γιώργος Πίττας ανήκει στη γενιά των «εκδρομέων του '60», τη γενιά της «αντιπαροχής», που πατάει πάνω σε δύο κόσμους: εκείνον των πατεράδων και των παππούδων μας, «...τότε που η ζωή δεν άλλαζε κάθε δύο, κάθε τρία χρόνια, αλλά βάδιζε με την ησυχία της στα ίδια σοφά μονοπάτια του καιρού», όπως θα έλεγε και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, και βέβαια πατάει και στον σημερινό μας κόσμο, αυτόν τον θλιβερά μοναχικό τον κόσμο της ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης, της απόλυτης αποξένωσης.

Με τέτοιες προσλαμβάνουσες ο Πίττας αναπολεί, νοσταλγεί, αναζητά και προσπαθεί με την πένα του να περισώσει, χρησιμοποιώντας ως όχημα την αθηναϊκή ταβέρνα, τα σπαράγματα ενός τρόπου ζωής και διασκέδασης που έχουν από καιρό ξεθωριάσει.

«...Το βιβλίο Αθηναϊκή Ταβέρνα δεν διαμορφώθηκε από την αρχή σε μια προκαθορισμένη αρχιτεκτονική. Η κεντρική ιδέα της έρευνας ήταν μια ρομαντική προσπάθεια να αποτυπωθούν με λόγο και με εικόνα ο χώρος και ο κόσμος της ταβέρνας που σιγά σιγά έσβηνε», σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογό του.

Ο λόγος για την αθηναϊκή ταβέρνα λοιπόν, ιδωμένης όμως κυρίως ως χώρο αλληλεπίδρασης ανθρώπων και ανθρώπινων συναισθημάτων κατεξοχήν, ως χώρο ανθρώπινης επικοινωνίας, επικοινωνίας που συχνά δημιουργεί μέθεξη. Σε αντιδιαστολή με τις νεοταβέρνες των ημερών μας, με τα ρεζερβέ και την περιχαράκωση, η παλιά αθηναϊκή ταβέρνα λειτουργούσε ως χώρος κοινωνικής συνοχής, ναός της παρεΐστικης αντίληψης.

Επί είκοσι χρόνια ο Πίττας παρατηρεί και καταγράφει ιστορικές ταβέρνες της πρωτεύουσας, όχι μόνο με την ιδιότητα του μελετητή, αλλά και αυτή του μύστη, μέσα από μια διαδικασία που, όπως ο ίδιος αναφέρει, προέβλεπε και την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων κρασιού και βέβαια των ανάλογων μεζέδων. Σε μια γιορτή εμπειριών και τριγλυκεριδίων. Επικουρούμενος από τον φωτογραφικό φακό του Τάκη Ροϊδάκη, στο βιβλίο αποτυπώνονται ιστορικές ταβέρνες της πόλης, ορισμένες από τις οποίες μέχρι την έκδοση του βιβλίου είχαν ήδη κλείσει, πρόλαβαν ωστόσο να καταγραφούν.

Το βιβλίο ξεκινά με την πορεία της αθηναϊκής ταβέρνας έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε και εξελίχτηκε από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους έως τις ημέρες μας. Από τα πρώτα κρασοπουλειά που μετατράπηκαν σε μαγειρεία για τον εργατόκοσμο έως την εξέλιξη στην ταβέρνα που γνωρίζουμε και είτε σώζονται ώς τις μέρες μας είτε σώζονται ως ζωντανή μνήμη.

Σε αυτή την πορεία ο Πίττας συνδέει την εξέλιξη της ταβέρνας με σημαντικά ιστορικά γεγονότα του τόπου που διαμόρφωσαν το ύφος της, όπως για παράδειγμα τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εδώ ο αναγνώστης θα βρει αναφορές για τις σχέσεις της ταβέρνας με την καντάδα, το δημοτικό τραγούδι και το ρεμπέτικο αργότερα, που λειτούργησε κατεξοχήν σε χώρους ταβερνών, για να φτάσει ώς τις ημέρες της Μεταπολίτευσης. Θυμάστε βέβαια «κόμμα και ρετσίνα και άσματα επινίκια...».

Στο δεύτερο μέρος ο αναγνώστης θα συναντήσει μια καταγραφή των πιο χαρακτηριστικών ταβερνείων ταξινομημένων ανά αθηναϊκή συνοικία, με έμφαση στις ιστορικές συνοικίες της πόλης: ταβέρνες της Πλάκας, του Ψυρρή, της Νεάπολης, των Πετραλώνων, του Μεταξουργείου, αλλά και των Αμπελοκήπων, του Παγκρατίου, της Κυψέλης και της Καισαριανής.

Στο τρίτο μέρος -που προσωπικά ξεχωρίζω- ο συγγραφέας εστιάζει και καταγράφει τις τριάντα πιο ξακουστές ταβέρνες της Αθήνας με κριτήρια που έχουν να κάνουν με το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, την εσωτερική διακόσμηση, ακόμη, ακόμη την προσωπικότητα του ταβερνιάρη, ώστε σαν σύνολο να οδηγούν σε ένα περιβάλλον που παραπέμπει στον κόσμο της παλιάς αυθεντικής ταβέρνας. Εδώ ο αναγνώστης θα συναντήσει τον θρυλικό «Απότσο», της οδού Πανεπιστημίου, με έτος ίδρυσης το 1900, που διάνυσε σχεδόν έναν αιώνα ζωής πριν κλείσει οριστικά το 1997. Και ποιος δεν πέρασε από εκεί! Θα βρει επίσης και την ταβέρνα «Αθηναϊκόν», με έτος ίδρυσης το 1932, που συνέδεσε και το όνομά της εκτός των άλλων και με το κίνημα των φίλων του Λευτέρη Παπαδόπουλου, τους γνωστούς «Λευτεριστές».

Δεν λείπει η ταβέρνα του «Δαμίγου», με έτος ίδρυσης το 1864, στην Πλάκα, στέκι, μεταξύ άλλων, του Ορέστη Μακρή και του Μάνου Κατράκη.

Η ταβέρνα του «Ψαρρά», στην ίδια επίσης συνοικία, με έτος ίδρυσης το 1898, η «Λεύκα» στη Νεάπολη, με ιστορία που ξεκινά στις αρχές του 20ού αιώνα.

Κάποιες από αυτές είναι ακόμη εν πλήρει δράσει, άλλες έχουν από καιρό είτε κλείσει είτε μετατραπεί σε άλλους χώρους ή άλλες χρήσεις.

Στο τέταρτο μέρος ο συγγραφέας επιχειρεί έναν απολογισμό της έρευνάς του αναζητώντας τα κοινά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν και καθορίζουν την ταυτότητα της αθηναϊκής ταβέρνας. Τοποθεσία, κτίριο, τύποι ταβέρνας, εσωτερική διαρρύθμιση και διακόσμηση, «ο ταβερνιάρης», το κρασί και το φαγητό που σερβίρονται ή ο τύπος διασκέδασης.

Το βιβλίο κλείνει με το Παράρτημα, που καλύπτει τη θέση της ταβέρνας στον ελληνικό κινηματογράφο, συνοδευμένο από φωτογραφικό υλικό, με χαρακτηριστικές φωτογραφίες από ταινίες και γυρίσματα που είχαν ως φυσικά σκηνικά τους ταβέρνες.

Το δεύτερο μέρος του Παραρτήματος φιλοξενεί κείμενα που γράφτηκαν με αφορμή αναμνήσεις ή περιστατικά που σχετίζονταν με ταβέρνες. Εδώ φιλοξενούνται κείμενα του Δημήτρη Ψαθά, του Γιάννη Καιροφύλα, του Μέντη Μποσταντζόγλου, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και άλλων.

Πλήθος φωτογραφιών αποτυπώνουν όχι μόνον κτήρια αλλά και ανθρώπινες καταστάσεις, ενώ για κάθε αναφερόμενη ταβέρνα υπάρχουν σχόλια που σχετίζονται με την ιστορία της, διάσημους θαμώνες και άλλα στοιχεία που έχουν συνδεθεί κατά καιρούς με τον χώρο.

Δύσκολο το εγχείρημα του Γιώργου Πίττα, που το φέρνει όμως σε πέρας με εντιμότητα και ευαισθησία, καταφέρνοντας όχι μόνο να περισώσει ιστορικούς χώρους εμπέδωσης της ανθρώπινης επικοινωνίας... αλλά και να μας ταξιδέψει σ' ένα ταξίδι ψυχής που λειτουργεί λυτρωτικά στη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα, αναδεικνύοντας αξίες όπως αυτή της επικοινωνίας και της κοινωνικής συνοχής, που σήμερα τείνουν να χαθούν και που όμως τόσο πολύ χρειαζόμαστε.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Η Αθηναϊκή Ταβέρνα του Γιώργου Πίττα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Η Αθηναϊκή Ταβέρνα του Γιώργου Πίττα
Ταξίδι σ' έναν κόσμο που ξεθωριάζει
Συνέντευξη: Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Γράφω και μεταφράζω εξαιτίας ενός στοιχήματος
Κριτική βιβλίου
Μυθιστόρημα τεκμηρίων
Εξάψεις μέσα σε χρυσό της Πανσελήνου
Παλιοί και νεότεροι θεατρικοί κριτικοί
Εν τη ρίμα του λόγου / Τρίτη Ανθολογία
Ερωτική ποίηση
Πριν από το τέλος του κόσμου
Η φυλακή του φύλου και η «εμφιαλωμένη» φαντασία
Συνέντευξη: Χρυσόστομος Κονιδάρης
Ο εκδοτικός οίκος είναι σαν τον φούρνο
Ευρείας κατανάλωσης
Πού πας χωρίς αγάπη; Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε
Θέατρο
Θνησιγενής και ένδοξη θεατρικότητα
Οψεις της ανάγνωσης
Το παιχνίδι είναι ανοιχτό
Διαγωνισμός «Ταξιδεύουμε στην Ελλάδα μ' ένα βιβλίο»
Κλείσε θέση μ' ένα βιβλίο
Οι δύο μανάδες μας
Η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου
Από τις 4:00 στις 6:00
Εγραφε μουσική για λυπημένους
Άλλες ειδήσεις
Η κάθαρση έπεται
Αλλοπαίδεια