Έντυπη Έκδοση

Συνέβη στην Ελλάδα

Τι ήταν αυτό που ένωνε τον Γουσταύο Φλομπέρ, τον Μαρκ Τουέιν και τον Λε Κορμπιζιέ;

Με το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», ταινία που βασίστηκε στο βιβλίο του Λουί ντε Μπερνιέ, είδαμε την Ελλάδα μέσα από τα μάτια των Ιταλών. Με το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», ταινία που βασίστηκε στο βιβλίο του Λουί ντε Μπερνιέ, είδαμε την Ελλάδα μέσα από τα μάτια των Ιταλών. Μα το λοιμοκαθαρτήριο του Πειραιά. Ο πρώτος και ο τρίτος «απόλαυσαν» τη φιλοξενία του, από την οποία διέφυγε ο δεύτερος. Πράγματι σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, και οι τρεις ήρθαν διά θαλάσσης στην Ελλάδα, μαγεμένοι κατά κύριο λόγο από το όραμα της Ακρόπολης. Ο Φλομπέρ και ο Λε Κορμπιζιέ την είδαν νόμιμα, ο Τουέιν... σκαστός από το καράβι. Το ίδιο όραμα αλλά και γενικότερα αυτό της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας έχει αποτυπωθεί σε χιλιάδες σελίδες. Μυθιστορήματα, ταξιδιωτικές αναμνήσεις, μονογραφίες, φέρουν το άρωμα της χώρας, ενίοτε και τη δυσωδία της.

«Η θέα του Παρθενώνα» γράφει ο Φλομπέρ στο «Γράμματα από την Ελλάδα 1850-51» (μετάφραση Νίκου Αλιφέρη, εκδόσεις «Αγρα») «είναι από τα λίγα πράγματα σε τούτη τη ζωή που χαράχτηκαν τόσο βαθιά μέσα μου. Κόβω το λαιμό μου πως ποτέ δεν υπήρξε τίποτα πιο ζωντανό, πιο ρωμαλέο και πιο φυσικό».

Ομως εκείνο που τον ξετρελαίνει στην Ακρόπολη είναι ένας γυναικείος κορμός, που περιγράφει ως εξής: «Τι βυζιά! Θεέ και Κύριε! Τι βυζί! Στρογγυλό σαν μήλο, φουσκωτό, άφθονο, ξέχωρο από το άλλο, βαρύ στο χέρι. Εδώ η γόνιμη μητρότητα και η ερωτική γλύκα που σε κάνουν να λιώνεις». Ακολουθεί στη συνέχεια μια πραγματεία περί διαφορετικών σχημάτων στηθών και σε αρμονία μ' αυτά αντιστοίχων ερωτικών στάσεων.

Το βιβλίο βρίθει περιγραφών. Ανάμεσά τους αυτή του Κανάρη («Δεν ήξερε να βάλει ούτε την υπογραφή του ο υπουργός Ναυτικών»), της Αμαλίας, της οποίας τη θυμηδία προκάλεσε αφού φορούσε φέσι, αλλά και του... απόπατου ενός χωριάτικου σπιτιού: «Βρίσκεται στο μέσο του κοτετσιού που πιάνει ένα ολόκληρο δωμάτιο. Για να φτάσεις μέχρι την τρύπα είσαι σχεδόν υποχρεωμένος να δώσεις μάχη με τις γαλοπούλες».

Οσο για τα ενθύμια που πήρε μαζί του ο συγγραφέας, έγραφε σχετικά στη μητέρα του που θα συναντούσε στην Ιταλία: «Φέρνουμε μαζί μας δυο μαρμάρινα κομμάτια από την Ακρόπολη της Αθήνας και από το ναό του Επικουρείου Απόλλωνος».

Ο Τουέιν πήρε μέρος, το 1867, σε μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα ως απεσταλμένος της εφημερίδας Alta California. Στο «Καν καν, γάτες και πόλεις της στάχτης (μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδόσεις «Ασβός»), αναφέρεται στην ελληνική εμπειρία του γράφοντας κατ' αρχήν: «Επιτέλους, μπήκαμε στο αρχαίο λιμάνι του Πειραιά. Στο βάθος, πέρα από την κυματιστή αττική πεδιάδα, διακρινόταν ένας μικρός λόφος με τετράγωνη κορυφή και κάτι άλλο πάνω του, το οποίο τα κιάλια μας σύντομα αποκάλυψαν ότι ήταν τα ερειπωμένα οικοδομήματα της Ακρόπολης των Αθηναίων, και εκείνο που ξεχώριζε ανάμεσά τους ήταν ο σεπτός Παρθενώνας. Τόσο εξαίσια καθαρή και διάφανη είναι η ατμόσφαιρα που κάθε κίονας αυτού του ευγενούς οικοδομήματος φαίνεται με το τηλεσκόπιο».

Και ενώ ανυπόμονος προσμένει πώς και πώς την αποβίβαση, έρχονται τα κακά μαντάτα. Πρέπει να μείνουν έντεκα μέρες σε καραντίνα. Ο πλοίαρχος αποφασίζει να αποπλεύσουν την επομένη για την Κωνσταντινούπολη και ο Τουέιν μαζί με άλλους τρεις συνταξιδιώτες του βγαίνουν στην ακτή και φτάνουν ποδαρόδρομο και συνοδεία σκύλων στην Αθήνα, όπου δωροδοκώντας τους φύλακες της Ακρόπολης, βρίσκονται πια «στο χορταριασμένο και γεμάτο σκόρπια μάρμαρα άπλωμα πίσω από τον Παρθενώνα. Περίμενα σχεδόν να δω τους αθηναίους ήρωες που ζούσαν πριν από είκοσι αιώνες να ξεπετάγονται μέσα από τις σκιές».

Φεύγοντας κλέβουν σταφύλια από τ' αμπέλια δίπλα στο δρόμο, τους πιάνουν οι αγρότες, αλλά ήδη έχουν πετάξει τα κλοπιμαία και έχουν μόνο... ενθύμια, αφού «οι αγριάνθρωποι μας πλησίασαν και έψαξαν έναν μπόγο που κρατούσε ο δρ Μπιρτς στο χέρι του, και τον έβρισαν όταν είδαν πως δεν είχε τίποτε άλλο μέσα εκτός από μερικές ιερές πέτρες που είχε μαζέψει στον Λόφο του Αρεως».

Ο Λε Κορμπιζιέ αφού κι αυτός πέρασε μερικές μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο το 1911 («Βρομερή καραντίνα σ' ένα έρημο νησί στο μέγεθος μιας μεγάλης πλατείας. Καραντίνα ηλίθια ενάντια σ' όλους τους νόμους της λογικής: εστία χολέρας»), δίνει διαφορετικές εικόνες από τη χώρα, μέσα στο «Κείμενα για την Ελλάδα» (μετάφραση Γιώργος Σημαιοφορίδης, εκδόσεις «Αγρα»).

Η πρώτη του επαφή με το Αγιον Ορος είναι μυσταγωγική: «Το πρώτο βράδυ που αποβιβαστήκαμε στο λιμανάκι της Δάφνης, νόμισα πως κατέβαινα σε κάποιο αλλοτινό νησί, που κάθε χνάρι του ορθώνεται γεμάτο μνήμες, γεμάτο ποίηση βγαλμένη από τη λατρεία πραγμάτων που χάθηκαν για πάντα». Οταν όμως φτάνει στις Καρυές γράφει: «Παπάδες ρυπαροί, σακατεμένοι και ακόλαστοι, ίσως και προσβεβλημένοι από λέπρα, σωριασμένοι στην άκρη των δρόμων, ζητάνε ικετευτικά ελεημοσύνη. Τόσο η τεμπελιά όσο και η διαστροφή -ποιος ξέρει;- μαρτυράνε το λόγο που τους οδήγησε εκεί».

Περιγράφοντας την Ακρόπολη το 1914, σημειώνει: «Η Ακρόπολη, που η επίπεδη κορυφή της φέρει τους ναούς, προσελκύει το ενδιαφέρον, όπως το μαργαριτάρι μέσα στην αχιβάδα του. Ψαρεύουμε την αχιβάδα αποκλειστικά για το μαργαριτάρι. Οι ναοί αποτελούν την αιτία αυτού του τοπίου. Τι φως! Κάποιο μεσημέρι είδα τα βουνά να ανασαλεύουν όπως ο ζεστός αέρας μέσα σ' ένα σκεύος με λιωμένο μολύβι».

Πριν τον πόλεμο η Ελλάδα γίνεται ο τόπος συνάντησης δύο ιερών τεράτων της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, του Λόρενς Ντάρελ και του Χένρι Μίλερ. Ο πρώτος προσκαλεί τον δεύτερο που βρισκόταν στο Παρίσι, στην Κέρκυρα (ήλθε και με προτροπή της συντρόφου του Αναΐς Νιν) κι από εκεί κατεβαίνουν στην Αθήνα, όπου ο Χατζηκυριάκος - Γκίκας, ο Σεφέρης και ο Γιώργος Κατσίμπαλης θα γίνουν η παρέα τους.

«Η ιστορία αρχίζει στην Υδρα, στο σπίτι του Γκίκα. Θυμάμαι πως ήμουν περιτριγυρισμένος από την κυρία Χατζηκυριάκου, τον Κατσίμπαλη, την Ασπασία, τον Σεφεριάδη (Γιώργο Σεφέρη) και τις καμαριέρες. Η ατμόσφαιρα ήταν μεστή, γόνιμη για όλα», έγραφε ο Μίλερ στις «Πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα» (στον ίδιο τόμο με τον «Κολοσσό του Μαρουσιού», μετάφραση Ιωάννα Καρατζαφέρη, εκδόσεις «Μεταίχμιο»).

Να πώς αναφέρεται ο Μίλερ στον «Κολοσσό του Μαρουσιού» (το έργο που εμπνεύστηκε από τη φυσιογνωμία του Κατσίμπαλη) σε ό,τι αφορά τον Γκίκα: «Κι ύστερα, μια μέρα, ο Σεφεριάδης κι ο Κατσίμπαλης με παρουσίασαν στο ζωγράφο Γκίκα. Μια νέα Ελλάδα μου φανερώθηκε: η πεμπτουσιακή Ελλάδα που ο καλλιτέχνης είχε αντλήσει από τη βρομιά κι από το χάος του χρόνου, του τόπου, της ιστορίας. Ο κόσμος αυτός που με έκανε να ιλιγγιώ με τα ονόματά του, τις χρονολογίες του, τους μύθους του μου παρουσιάστηκε σαν ένα πολυεδρικό όραμα. Ο Γκίκας είναι τοποθετημένος στην καρδιά όλων των εποχών, στο στήθος αυτής της Ελλάδας που συνεχίζεται από μόνη της, που δεν έχει μήτε σύνορα ούτε όρια, που δεν γερνάει».

Κι ο Γκίκας με τη σειρά του δίνει μέσα από ένα κείμενο του το στίγμα του Μίλερ: «Αντίθετα με άλλους φιλέλληνες, ο Μίλερ αυτοπυρπολήθηκε με άμεσο ενθουσιασμό, χωρίς λογοκρισία και έλεγχο». Σημειώστε πως η αλληλογραφία ανάμεσα στους δυο άντρες, το 1940-1947, περιέχεται στο «Χρονικό Φιλίας» που σε επιμέλεια Ιωάννας Κριτσέλη-Προβίδη, εκδόθηκε το 1992 από τον «Καστανιώτη».

Τους πρώτους μήνες του 1941 ο Ντάρελ έστειλε στον Μίλερ ένα καθοριστικό γράμμα από την Ελλάδα. «Μοιάζει ειρωνεία», έγραφε, «αλλά χθες το απόγευμα το σύννεφο διαλύθηκε και είδα όλο το ''Βιβλίο των Νεκρών'' μπροστά στα μάτια μου σαν απαγορευμένη έξοχη πόλη. Είμαι έτοιμος να το αρχίσω τώρα».

Το «Βιβλίο των νεκρών» ήταν ο προσωρινός τίτλος γι' αυτό που τελικά ονομάστηκε «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» και που έμελλε ν' αρχίσει να γράφεται στα 1953. Βιβλίο και με ελληνικές αναφορές, αφού υπάρχουν σ' αυτό και ο «νεαρός πολεμιστής, που ζει την αιωνιότητα κλεισμένος στο γυάλινο φέρετρό του» (Αλέξανδρος) αλλά και ο γέροντας ποιητής (Καβάφης). Ομως είναι δύο τα κατ' εξοχήν ελληνικά βιβλία του συγγραφέα, η υπέροχη «Θαλάσσια Αφροδίτη» (μετάφραση Νίκου Σακαλίδη, εκδόσεις Κανάκη) και τα «Ελληνικά νησιά» (μετάφραση Ελεάνα Πανάγου, εκδόσεις «Μεταίχμιο»).

Στην πρώτη περίπτωση ο Ντάρελ αναφέρεται στα Δωδεκάνησα, κατά κύριο λόγο στη Ρόδο, όπου έζησε στη διάρκεια της βρετανικής διοίκησης από το 1945 έως το 1947. Επιφορτισμένος με την ευθύνη μιας εφημερίδας (στα ελληνικά, τουρκικά και ιταλικά, όσοι και οι πληθυσμοί των νησιών), περιγράφει το τοπίο και τους ανθρώπους (ιταλοί άποικοι, ντόπιοι Ελληνες και Τούρκοι), ερωτεύεται και ακόμα απορεί, για τους λόγους που και οι αγράμματοι (οι περισσότεροι) αγοράζουν εφημερίδα, ώσπου μαθαίνει ότι το... χαρτί υγείας και περιτυλίγματος είναι σπάνιο.

Γι' αυτόν ο Τούρκος είναι αργός, ντροπαλός, απομονωμένος και πολύ καχύποπτος, ο Ιταλός έντονα σεμνός, με σχεδόν θηλυκό χαρακτήρα, έμφυτη καλαισθησία και σεμνότητα και ο Ελληνας τρομερός, ευμετάβλητος, θορυβώδης, φλύαρος και περήφανος.

Για ό,τι αφορά τα «Ελληνικά νησιά» δεν έχουμε να κάνουμε με έναν τουριστικό οδηγό, αν και η αρχική διάθεση ήταν να γραφεί ένα βιβλίο που θα έδινε πληροφορίες στον ξένο ταξιδιώτη. Ομως τα «Νησιά» αποτελούν ένα έργο σε συνεχή κίνηση, όπως γράφει στο επίμετρο του βιβλίου η διδάκτωρ Συγκριτικής Λογοτεχνίας Βαρβάρα Παπασταύρου. Ο Ντάρελ «περιγράφει με τον πιο απλό τρόπο ακόμα και τα πιο δύσκολα πράγματα. Με μια δόση ελαφρότητας και χιούμορ, κάτω από μια αυστηρή δική του οπτική γωνία, δεν διστάζει να πει ακόμα κι όσα πονάνε την ψυχή του Ελληνα».

Και οι Ιταλοί; Πώς μας είδαν οι Ιταλοί; Υπάρχει βέβαια το πασίγνωστο «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» του Λουί ντε Μπερνιέ (μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου, εκδόσεις Ψυχογιός), υπάρχει όμως και το «Στρατιά "σ' αγαπώ''» του Ρέντζο Μπιαζόν (μετάφραση Παναγιώτης Τσιαμούρας, «Ελληνικά Γράμματα») που δίνει μια κάπως λιγότερο μελό (παρά τη σφαγή των Ιταλών) πραγματικότητα από το πρώτο.

«Sagapo» πρόφεραν αυτές τις δυο λέξεις οι ιταλοί φαντάροι, στη διάρκεια της Κατοχής. Ηταν η μεραρχία «Sagapo» που στάθμευε στη Νότια Ελλάδα και στα νησιά κι ήταν ο τρόπος που είχαν τα μέλη τους για να κάνουν το «άνοιγμά» τους στις Ελληνίδες.

Βιβλίο σπαρακτικό, δεν περιέχει άλλο από τα βιώματα του συγγραφέα του στη διάρκεια της Κατοχής. Εχοντας σταθμεύσει κατά κύριο λόγο στην Κρήτη, ο Μπιαζόν έγραψε ένα βιβλίο για τον πόνο και τον έρωτα. Ο πόνος για τον στρατιώτη, που ίσως να είναι και αντιφασίστας, μπορεί να προκληθεί από τις ψείρες, την αρρώστια, τη μοναξιά, το τραύμα από μια σφαίρα, το φόβο του θανάτου, τον ίδιο το θάνατο. Κι έτσι το μόνο αντίδοτο σ' αυτόν, ώστε να νιώσει ζωντανός, είναι ο έρωτας. Πώς ζούσαν οι Ιταλοί στρατιώτες στο νησί; Κάνοντας κοπιώδεις πορείες, σταθμεύοντας σε ανεμοδαρμένες ακτές, υποφέροντας από τον ήλιο και τις μύγες, πίνοντας τσικουδιά, παίζοντας σπάνια σαν τα παιδιά στη θάλασσα, πεθαίνοντας εν τέλει.

Ενα μόλις χρόνο πριν φύγει από τη ζωή, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ είχε τη χαρά να ξαναπιάσει στα χέρια του φρεσκοτυπωμένη τη «Ρούμελη» (πρώτη έκδοση 1966) στη θαυμαστή μετάφραση της Λίνας Κάσδαγλη (από τον «Κέδρο»). Από τις ηρωικές μορφές της Αντίστασης κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο άνθρωπος που οργάνωσε την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε στην Κρήτη το 1944, ο Φέρμορ, ο Πάντι, ο Παντελής ή ο καπετάν Μιχάλης, παρέμεινε ώς το τέλος ερωτευμένος με την Ελλάδα. Η «Ρούμελη», όπως και η «Μάνη» (τρεις εκδόσεις, πρώτη Αθήνα, 1972 σε μετάφραση Μαρτίνας Μασβούλα-Τσιφόρου, δεύτερη «Κέδρος» και τρίτη ΔΟΛ σε μετάφραση Τζανή Τζανετάκη), όπου είχε επιλέξει να ζει, είναι βιβλία εμβληματικά για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ηταν ο Φέρμορ ο ξένος που έγινε δικός μας, που βυθίστηκε στις πηγές του ελληνισμού και που οι μονομανίες του κάποτε οδήγησαν τον Κατσίμπαλη να γράψει στον Σεφέρη: «Τάχα θ' ανακαλύψει Κουτσόβλαχους και στη Μάνη;» 7

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ο σκληρός του Μαϊάμι
Ρέκβιεμ για έναν εξεγερμένο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Σιλβί Γκιλέμ
«Σύντροφος της μπαλαρίνας είναι ο πόνος»
Κινηματογράφος
Αιματηρές οικονομίες
Με «πρώτη ύλη» τα σκουπίδια
Ευρωπαϊκό σινεμά στα θερινά
Οπερα
Το μανιφέστο της ανηθικότητας
Θέατρο
Ο Σοφοκλής στον Λίβανο
Αποδομώντας τον Σέξπιρ
Παρακαλώ, περάστε στην ταράτσα
Πενήντα χρόνια ΚΘΒΕ
Συναυλίες
Το καλοκαίρι των νέων
Τα εισιτήρια ... κόπηκαν
Εικαστικά
Δύο δρόμοι για τον σουρεαλισμό
Μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι
Αφιλόξενα τα μουσεία
Σούνιο: Ο ναός της αδιαφορίας
Λογοτεχνία
Συνέβη στην Ελλάδα
Ο σκληρός του Μαϊάμι
Ρέκβιεμ για έναν εξεγερμένο
Άλλες ειδήσεις
Καλλιεργώντας τα αμπέλια 2.500 χρόνια πριν