Έντυπη Έκδοση

Η αρπαγή της σαγήνης και η κατασκευή του «φυσικού»

Jean Baudrillard

Η εκλειπτική του σεξ

μτφρ. Νικόλας Χριστάκης

εκδόσεις Futura, σ. 59, ευρώ 5,20

Η σκηνή της γοητείας θα είναι πάντα η σκηνή της αποπλάνησης, της εκτροπής μας στον τόπο του Αλλου. Μια εκτροπή που αντιστρέφει τις μορφές και διασαλεύει όλα τα σημεία. Είναι αυτός ο εκθηλυσμός του παιγνιδιού. Η θηλυκότητα ως «η αρχή της αβεβαιότητας», για τον Baudrillard, ως η αποπλάνηση του αρσενικού, η αποπλάνηση όλων των δυνατών ταυτοτήτων. Αυτή άλλωστε είναι και η συνθήκη της θηλυκής σεξουαλικότητας, το ότι δεν αναγνωρίζεται σε καμιά αλήθεια, σε καμιά δομική ταυτότητα, αλλά σ' αυτή μόνο την «κυριαρχία της αποπλάνησης»· εδώ και το υπερβολικό νόημα του τραβεστί. Αν το θηλυκό για τον Baudrillard έχει κάποια αλήθεια, αυτή δεν βρίσκεται στην καθαρότητα της γραφής του, όπως επιζητούσε ο φεμινιστικός λόγος, αλλά σ' αυτή την παρενδυτικότητά του. Γοητευμένο έτσι το ερωτικό υποκείμενο, υπονομεύει τη στατικότητά του, αποξηλώνεται σταδιακά απ' όλες τις μορφικές του καθηλώσεις και διατίθεται εξ ολοκλήρου στη σκηνή του άλλου. «Το αρχικό έγκλημα θα 'ναι πάντα η γοητεία».

Στην «Εκλειπτική του σεξ», ο Baudrillard σκέφτεται πάνω σ' αυτό το φαινομενικά παράδοξο σχήμα της απόσυρσης του πόθου μέσα στο περιβάλλον της απελευθέρωσής του. Ενώ εδώ και δεκαετίες πολλαπλασιάζεται ο σεξουαλικός λόγος και επιδεινώνονται οι εκδηλώσεις του, στην πραγματικότητα αυτό που εκλείπει είναι η ίδια η σεξουαλική ηδονή. Ο Baudrillard μάλιστα φτάνει στο σημείο να την αναγνωρίζει στα όρια αυτής της ολικής απώλειάς της. Με τη σεξουαλική απελευθέρωση, η ηδονή επιδεινώθηκε τόσο που ξέφυγε από τις διαστάσεις του σαρκικού πόθου. Εγινε περισσότερο η δυνητικότητα της ηδονής παρά η δυνατότητά της. Είναι αυτή η θηλυκοποίηση που θα πορνογραφήσει τον κόσμο στον ορίζοντα της ολικής του διαθεσιμότητας, αυτής της εμβληματικής του έκχυσης.

Η πορνογραφία είναι γένους θηλυκού, γι' αυτό και η καταφυγή σ' αυτή του αρσενικού. Είναι η ακραία αρσενική φαντασίωση της διάνοιξης του κόσμου. Η ψυχαναγκαστική διάρρηξη αυτού του ίδιου του πραγματικού, η εκτεχνίκευσή του. Στο πορνό δεν υπάρχει ο ορίζοντας του πόθου. Υπάρχει μόνο η θεαματικότητα των σωμάτων, η εκπραγμάτισή τους. Το ερωτικό βλέμμα όμως δεν ανήκει στην κατηγορία του ορατού, αλλά στην κατηγορία της κρυπτωνυμίας, στο σύμπαν των αποκρύψεων. Ο άλλος είναι το μυστικό του, ένα αδιάθετο σύμπαν που διασαλεύει το σύμπαν των δικών μου νοημάτων. Ο άλλος δεν είναι ποτέ εξ ολοκλήρου ορατός, είναι ορατό το μυστικό του, αυτή η απόκοσμη λάμψη του. Ο πόθος έτσι δεν εγγράφεται στην προσέγγιση, αλλά στον ηλεκτρισμό της απόστασης, στα διασταυρούμενα μηνύματα, σ' αυτό το ταχυδρομείο του βλέμματος. Στην πορνογραφία, όπου οι αποστάσεις καταλύονται, τα υποκείμενα δεν είναι διαθέσιμα, δεν εκκινούν, δεν συνευρίσκονται, συγχρωτίζονται μόνο. Μια ολική εκδραμάτιση που θα γίνει αυτή η «απομάγευση του κόσμου» (Ρ. Virilio). Η πραγματοποίηση της επιθυμίας μέσα στην ηδονή στερεί από την επιθυμία τον πραγματικό της ορίζοντα, αυτή τη σαγήνη του φαντασιακού. Η μιντιακή καταγραφή, η πολιτική γεγονοτολογία, ο ψευδονατουραλισμός της σύγχρονης τέχνης, η γενικευμένη εμπορευματοποίηση, όλα μαζί πλέον υπερθεματίζουν σ' αυτή την αντικειμενοποίηση των σχέσεων, στην ειρωνική αποκάλυψη ενός εκπραγματισμένου ορίζοντα, εν τέλει σ' αυτό το game over του παιχνιδιού.

Η πορνογραφία εγγράφεται για τον Baudrillard σ' αυτή την πεπρωμένη ανατομία του Φρόιντ, επικεντρωμένη στο αντρικό σώμα, στον φαλλό, και διαθλασμένη στο γυναικείο. Πού να 'ναι άραγε αυτό το σημείο G; Το πορνογραφικό σώμα είναι το σώμα που έχει αναθέσει έτσι την πυρετική του έξαψη στη διαμεσολάβηση του τεχνικού του εξιμπισιονισμού. Στον ορίζοντα αυτής της τεχνικότητας, το παιχνίδι δεν γίνεται μεταξύ των ταυτοτήτων, στο πεδίο δηλαδή της διαφοράς, αλλά στην υπερβολή των σημείων. Ο άλλος εκθέτει πάνω του όλα τα κουμπιά των ερεθισμών μου. Μια «φουσκωτή» ύπαρξη, όπως οι κούκλες των sex shops, που αναλαμβάνουν αδιάφορα κάθε φορά το ρόλο τους.

Η σύγχυση μεταξύ ερωτικής και σεξουαλικής χειρονομίας είναι αυτή που επέβαλε την πορνογραφική σκέψη. Το ερωτικό συμβάν είναι το αδιανόητο ενός οργασμικού «Εμείς». Ενα «Εμείς», αδύνατο για τον Lacan, που εγγράφει όμως το ερωτικό υποκείμενο στον ορίζοντα του «Εσύ», στη σκηνή της απεύθυνσής του. Ο έρωτας δεν είναι έτσι η μηχανικότητα μιας σωματικής κίνησης όσο αυτή η ολική απώλεια του συνειδητού. Ο Αλλος αποδομεί το «Εγώ» μου, τον πυρήνα όλων των δυνατοτήτων μου. Το πρόβλημα του Αλλου, με αυτό το κεφαλαίο Α της ετερότητάς του, είναι αυτό το πραγματικό που μου εγείρει η ίδια η ερωτική μου πραγματικότητα, η ουδέποτε επαληθεύσιμη και μηδέποτε αντικειμενοποιήσιμη. Μια χειρονομία που θα ανθίσταται πάντοτε στην ταυτοποίησή της, στον θετικισμό της κάθε διαλεκτικής. Η σεξουαλικοποίηση έτσι δεν είναι παρά αυτή η αντικειμενοποίηση του έρωτα, η εκπραγμάτισή του, αυτό το μηδενικό του ίχνος. Και είναι γι' αυτόν τον λόγο που στερεί από το ερωτικό υποκείμενο την ύπαρξή του, την υπαρκτική του διακινδύνευση μπροστά στην έλξη του Αλλου, που το καθιστά εντέλει μια ανεκπλήρωτη ύπαρξη, εγκαταλειμμένη στη συνείδησή της, όταν η γλώσσα θα 'ναι πάντα και μόνον αυτό: η γλώσσα του Αλλου.

Ιωσήφ Μποτετζάγια

Η ιδέα της φύσης

εκδόσεις Κριτική, σ. 259, ευρώ 21

«Η φύση δεν είναι και τόσο φυσική όσο φαίνεται. Αντίθετα είναι μια βαθιά ανθρώπινη κατασκευή». Μ' αυτή τη συμβαντική θέση του William Cronon, ο Ιωσήφ Μποτετζάγια εισάγει τον αναγνώστη του σ' αυτή την «ιδέα της φύσης». Μια θέση πράγματι ριζοσπαστική, που ο Slavoj Zizek θα την πάει στα άκρα: «Η φύση δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ, ήταν πάντα μια επινόηση του ανθρώπου». Μια αμφισβήτηση αυτής της φυσικής πραγματικότητας που μας πηγαίνει μέχρι εκείνες τις εκ θεμελίων αποδομήσεις του Πραγματικού της φιλοσοφικής σκέψης του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα. Αυτό που στέκει απέναντί μας και πριν από μας, σχεδόν αναλλοίωτο μες στους αιώνες, δεν είναι παρά μια πολιτισμική και εν τέλει «κοινωνική κατασκευή». Ενα πεδίο ανοιχτό στη νοηματοδότησή του, ένα υπο-κείμενο σ' αυτή την «αλήθεια» του κόσμου. Αυτός ο φυσικός κόσμος που περιβάλλει τον άνθρωπο, δίχως να εξαντλεί την αντικειμενικότητά του, γίνεται έτσι ο τόπος μιας ιδέας, το περιβάλλον μιας διαλεκτικής σχέσης, το αντι-κείμενο διαφόρων πολιτισμικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, διαφορετικών πάντα σε κάθε εποχή. Μια κοσμική ιδέα ανοιχτή στην επαναδιαπραγμάτευσή της, σ' αυτόν τον ίλιγγο του Πολιτικού.

Στη σύγχρονη εποχή μας, το οικολογικό ζήτημα μας φέρνει αντιμέτωπους, εκ νέου, μ' αυτό το «Πραγματικό» ίχνος της Φύσης. Μ' αυτό το ανοιχτό ερώτημα της Φύσης. Εζησε ποτέ ο άνθρωπος σε αρμονία μαζί της; Υπήρξε ποτέ η Φύση αμόλυντη και παρθένα; Υπάρχει δυνατότητα επιστροφής σ' αυτόν το χαμένο παράδεισο; Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι σύγχρονα. Ο Rousseau καλούσε ήδη απ' την εποχή του σ' αυτή την επιστροφή και ο Heidegger, αντιστεκόμενος στην εκτεχνίκευση της νεωτερικότητας, μιλούσε γι' αυτό το φυσικό θεμέλιο τού Είναι, μέσα απ' την ξύλινη πάντα καλύβα του, στο δάσος του Todtnauberg. Ο Μποτετζάγια είναι σαφής: «Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή στην οποία ο άνθρωπος να έζησε σε αρμονία με τη φύση. Και στο παρελθόν το περιβάλλον ήταν αντικείμενο υποβάθμισης και εκμετάλλευσης, στον ίδιο ή και χειρότερο βαθμό απ' ό, τι είναι σήμερα. Είναι μια ιδέα, γιατί τα "παρθένα", "άγρια", "υποβαθμισμένη", "όμορφη", "Μητέρα" Φύση δεν συνιστούν παρά επιθετικούς προσδιορισμούς που επιλέγει και κατασκευάζει ο ανθρώπινος παρατηρητής ή η κοινωνία γενικότερα». Μια ιδεολογικοποιημένη λοιπόν ιδέα, που επιχειρεί ο συγγραφέας να εξιστορήσει, να ανιχνεύσει αυτές τις «πολλές φύσεις» μέσα στον ρου της Ιστορίας. Ξεκινώντας απ' τους αρχαίους πολιτισμούς, τις μονοθεϊστικές θρησκείες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, και τις μεσαιωνικές κοσμολογίες περί «ζωντανής φύσης», έως αυτό το μηχανιστικό μοντέλο των Νέων Χρόνων, που διαρκεί μέχρι τις μέρες μας και από πολλούς τού χρεώνεται η σύγχρονη «οικολογική καταστροφή», μέχρι κι αυτές τις ρομαντικές ιδέες της επιστροφής, τον αμερικανικό υπερβατισμό αλλά και αυτή τη δαρβινική θεώρηση της φύσης ως ένα πεδίο αέναων μαχών. Ενας εργαλειακός λόγος που εγγράφει σ' αυτό το σώμα του Πραγματικού, ένα βίαιο νόημα.

Αλλά ήδη είμαστε όμως στον χώρο του Αδυνάτου. Το Πραγματικό, μας έδειξε ο Lacan, όπως και αυτή η σκηνή της αναπαράστασής του, είναι εικόνες μετέωρες. Η φύση έτσι είναι Αδύνατη, όπως και η επιστροφή μας σ' αυτή. Ο «πρωτογονισμός» του Rousseau, η ξύλινη καλύβα του Thoreau, αυτή τη φορά στη λίμνη Walden, οι σκοτεινές πάντα δρυάδες των ρομαντικών, η νεομυθολογία του «ευγενούς άγριου» που ελαφροπατά πάνω στη γη, είναι όλα αυτά σκηνές της σαγήνης, δηλαδή σκηνές της απώλειας [Baudrillard]. Τόποι μιας αδύνατης επιστροφής. «Η Αρκαδία», όπως καταλήγει ο Μποτετζάγια, «δεν υπήρξε ποτέ». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Παράλογοι φόβοι και ενύπνιοι εφιάλτες
Το «ημερολόγιο εθίμων» του Ανδρέα Ταρνανά
Ανάμεσα στον ψεύτικο και αληθινό εαυτό
Απαντα
Στην καρδιά του σκότους και πάλι
Το φαίνεσθαι και το είναι
Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο
Στη λογική της θλιμμένης ύπαρξης
Με άρωμα Γαλλίας και Πορτογαλίας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)
Ο Rainer Fetting στην Berlinische Galerie
Κριτική βιβλίου
Παράλογοι φόβοι και ενύπνιοι εφιάλτες
Το «ημερολόγιο εθίμων» του Ανδρέα Ταρνανά
Η αρπαγή της σαγήνης και η κατασκευή του «φυσικού»
Ανάμεσα στον ψεύτικο και αληθινό εαυτό
Απαντα
Στην καρδιά του σκότους και πάλι
Το φαίνεσθαι και το είναι
Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο
Στη λογική της θλιμμένης ύπαρξης
Με άρωμα Γαλλίας και Πορτογαλίας
Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
«Κασσάνδρα»
Αλογο μέσα σε τραμ
Αξιώματα
Μουσική
Αρχηγική σχέση με το τραγούδι
Πραγματικός μαέστρος