Έντυπη Έκδοση

Απόσπασμα από το αδημοσίευτο μυθιστόρημα της Ζέτας Κουντούρη, Πίστωση χρόνου, από το κεφάλαιο

«Κασσάνδρα»

Σου έχει συμβεί να πρωτοσυναντάς κάποιον και να νομίζεις πως τον έχεις γνωρίσει και σε μιαν άλλη, προηγούμενη ζωή; Μέρη που επισκέφτεσαι για πρώτη φορά να τα αναγνωρίζεις, να σκέφτεσαι ενδόμυχα ότι πίσω από το λόφο κυλάει ένα ορμητικό ποτάμι δίπλα σ' ένα μισογκρεμισμένο εκκλησάκι, και να είναι έτσι;

Εμένα μου συνέβαινε συχνά, πολύ συχνά, κυρίως όταν ήμουνα μικρή. Ηταν μια αίσθηση παράξενη που με αναστάτωνε. Αραγε, αναρωτιόμουνα, έτσι νιώθουν όλοι ή μονάχα εγώ;

Και μαζί σου, θυμάμαι, το είχα αισθανθεί.

Σε είχε φέρει ο πατέρας σου στη σχολική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, «η κόρη του καινούργιου διευθυντή», σιγομουρμούριζαν και σκουντιόντουσαν αναψοκοκκινισμένα τα άλλα παιδιά. Εσύ είχες πάρει για την περίσταση ένα ντροπαλό, λίγο ακατάδεχτο ύφος, και δε σήκωνες τα μάτια σου για να μας κοιτάξεις. Φορούσες ένα μπλε βελούδινο φουστάνι με μαύρα λουστρίνια και λευκές ψηλές κάλτσες. Εμένα η καρδιά μου σκίρτησε. Την ξέρω, συλλογίστηκα. Θαμπές εικόνες, σαν μέσ' απ' όνειρο, στριφογύριζαν μέσα μου. Ηταν και θα γίνει ξανά η καλύτερη φίλη της ζωής μου.

Χαμογελάς; Αν το ήξερες πως ήμουνα παλαβή δε θα με έκανες παρέα; Νομίζεις πως δεν το είχα καταλάβει; Παρ' όλα αυτά, αρκετές φορές προσπάθησα να σου ανοίξω την ψυχή μου, ποτέ όμως δεν τα κατάφερα. Ισως δεν ήξερα και τι ακριβώς θα μπορούσα να σου έλεγα. Ηταν τόσα πολλά αυτά που κρατούσα μέσα μου.

Περπατούσα τις νύχτες στους δρόμους και κοιτούσα ψηλά στον ουρανό. Εβλεπα σημάδια που οι άλλοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν. Οταν ήταν να συμβεί κάτι σημαντικό η καρδιά μου χτυπούσε παράξενα, το στομάχι μου μ' έσφιγγε. Νομίζω πως γεννήθηκα με την αίσθηση αυτή. Πως ήμουνα διαφορετική από τους άλλους. Αυτό με γοήτευε και με τρόμαζε ταυτόχρονα.

Κάποιες φίλες μου απ' τη γειτονιά, στις οποίες είχα αποτολμήσει να το εμπιστευτώ σ' εκείνα τα αθώα, παιδικά χρόνια, είχαν εντυπωσιαστεί. Ζητούσαν λεπτομέρειες. Αν είναι δυνατόν!

Μια μέρα, καθώς κουβεντιάζαμε, τους είχα αναφέρει πως σύντομα θα πέθαινε ο Δαμιανός, ένα τετράχρονο αγοράκι που μοιραζόμασταν με την οικογένειά του την ίδια αυλή, πολύ πριν ακόμη προσβληθεί από λευχαιμία. Ηταν ένα χαρούμενο κοκκινομάλλικο πιτσιρίκι που μας έπαιρνε το κεφάλι με τις φωνές και τα γέλια του. Δεν με πίστεψαν. Πρώτα με αποπήραν και ύστερα το 'ριξαν στην πλάκα. Για αρκετό καιρό με κορόιδευαν.

Οταν όμως αργότερα μαθεύτηκε πως το παιδί αρρώστησε και χαροπάλευε, τρελάθηκαν. Αρχισαν να με ρωτάνε, να ζητάνε πληροφορίες για τις δικές τους ζωές, για τη δική τους υγεία, για το μέλλον τους... Δάγκωνα τη γλώσσα μου.

Προσπάθησα να τους εξηγήσω πως δεν ήμουνα μάγισσα. Δεν είχα για όλα απαντήσεις. Μόνο για ορισμένους ανθρώπους ένιωθα μέσα μου ένα φτερούγισμα, μια προειδοποίηση για το καλό ή για το κακό. Σαν ήταν μάλιστα να συμβεί κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο έβγαζα συνήθως κι ένα σημάδι αχνό, σε σχήμα σταυρού, στο αριστερό μου χέρι. Στο χέρι της καρδιάς.

Τη νύχτα που πέθανε ο Δαμιανός έπιασα και τους το έδειξα. Ακόμη και σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα τους. Από τότε αποκτήσαμε εκείνο το ξεχωριστό δέσιμο που έχουν όσοι μοιράζονται ένα φοβερό μυστικό, έτσι τουλάχιστον ένιωθα εγώ. Οποτε θέλαμε να πούμε κάτι σχετικό μ' αυτά, μιλούσαμε συνθηματικά, με γρίφους, γκρρ... τρρ.... φρρ..., τα ξέρεις τώρα τα παιδιά. Η επικοινωνία μας εκείνο τον καιρό γινόταν μ' ένα πάθος που άγγιζε το παραλήρημα.

Στη συνέχεια όμως δεν ξέρω τι μεσολάβησε, θα το μαρτύρησαν μάλλον στους γονείς τους κι εκείνοι θα τους είπαν «μακριά από την παλαβιάρα, μακριά». Επαρχία, ο κόσμος κλειστός, φοβάται τις λωλάδες. Πιθανόν μέσα τους να είχε φωλιάσει κι ο φόβος. Στην αρχή αραίωσαν, με τον καιρό σταμάτησαν εντελώς να με κάνουν παρέα. Μου κόστισε! Τα βράδια ξαγρυπνούσα κι έκλαιγα. Και ορκίστηκα να μην αναφέρω ποτέ ξανά το παραμικρό.

Λίγο καιρό αργότερα ήρθες στα μέρη μας εσύ.

Τι έλεγε για όλα αυτά η «κοντέσα»; Πώς σου ήρθε; Σιγά να μην της τα είχα πει. Θα είχε κάνει αίτηση να με κλείσουν σε κανένα άσυλο ως «μη έχουσα σώας τας φρένας».

Πώς σου ήρθε τώρα η «κοντέσα»; Χρόνια είχα να συλλογιστώ με αυτό το όνομα την πολυαγαπημένη μου αδερφούλα. Μολονότι εξακολουθεί να της ταιριάζει γάντι. Θυμάσαι; Οι δυο μας μόνον τη φωνάζαμε έτσι. Εδώ βρώμαγε από την πείνα το χνότο μας κι αυτή ξύπναγε πρωί πρωί κι αρνιόταν να πάει στο σχολείο αν δεν έβρισκε φρεσκοσιδερωμένη την μπλε ποδιά και τη λευκή της κορδέλα. Καμιά επαφή με την πραγματικότητα, ούτε τότε ούτε και σήμερα. Και τώρα, όταν τη δεις, θα σου δώσει την εντύπωση πως δεν έχει γεννηθεί εδώ, δεν είναι ντόπια, όπως εμείς, αλλά πως μόλις έφτασε αφήνοντας προσωρινά τη μόνιμη κατοικία της στο Μπάκιγχαμ για να επισκεφτεί τους ταπεινούς συγγενείς που ζουν στα μέρη μας. Εχει βγάλει βέβαια απίστευτα λεφτά!

Είναι φορές που τη λυπάμαι. Ο,τι κι αν έχει κάνει, όπως κι αν δουλεύει το μυαλό της, εγώ τη λυπάμαι. Εχεις γίνει μάνα, καταλαβαίνεις τι σου λέω. Εκείνη δεν έκανε παιδιά, παρ' όλο που δοκίμασε διάφορες θεραπείες. Κυκλοφορούν επίμονα φήμες ότι σκότωσε τον πρώτο της άντρα, κακόβουλες βέβαια, όμως θα φτάσουν στ' αυτιά σου, δεν είναι μυστικό. Την πέρναγε περίπου είκοσι πέντε χρόνια, ένας ήδη μεσόκοπος, ευγενής και καλοβαλμένος κύριος την εποχή που εκείνη ήταν μόλις είκοσι επτά ετών. Της άνοιξε όλες τις πόρτες. Εντομολόγος, κυνηγούσε στην περιοχή κάμπιες και άλλα σιχαμερά ζωύφια και του προέκυψε καθ' οδόν και η δικιά μας, κάπως βλαμμένος και του λόγου του, καλό όμως ανθρωπάκι, εκτός από χρήματα είχε και όλα τα άλλα για τα οποία η «κοντέσα» μας ψόφαγε. Δεινός κολυμβητής και ιστιοπλόος. Κι όμως πνίγηκε! Η αδερφή μου κοιμόταν όταν ήρθε η αστυνομία να την ειδοποιήσει. Βρέθηκε αργότερα κάποιος από τη γειτονιά που κατέθεσε ότι τα χαράματα τους είχε δει να φεύγουν μαζί από το σπίτι. Την τελευταία στιγμή όμως το αναίρεσε, είπε πως δε θυμόταν τίποτα και πως εκείνη τη νύχτα ψηνόταν στον πυρετό. Ενας αφερέγγυος αλκοολικός που, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, τη γούσταρε κι αυτή του είχε ρίξει χυλόπιττα.

Και με τον Σταύρο δεν τα πάμε καλά τελευταία. Πέρα που χαρτοπαίζει κι έχει χάσει τεράστια ποσά -αν έχεις το Θεό σου, διευθυντής σε τράπεζα να χαρτοπαίζει- για ένα μεγάλο διάστημα διατηρούσε κι ερωμένη. Τους έπιασα μια Πρωτοχρονιά που ήμασταν οικογενειακώς ταξίδι να βγάζουν τα μάτια τους στις τουαλέτες, μα ήταν ακόμη, βλέπεις, οι κόρες μου μικρές... Την άρπαξα απ' τα μαλλιά κι άρχισα να ουρλιάζω. «Τι της βρήκες της παλιοπ.......ς;». Μες στην αλλοφροσύνη και στους λυγμούς μου έβγαλα την μπλούζα και το σουτιέν μου και του έδειχνα γυμνά τα στήθια μου, το μόνο ωραίο πράγμα που υπήρχε πάνω μου, ενώ τα δικά της ήταν μικρά και μαραμένα, σαν ψόφια. Τα έχω δει, τα καλοκαίρια στην παραλία ξετσιτσιδωνόταν και τα έλιαζε.

Δεν ξέρω γιατί σου τα διηγήθηκα όλα αυτά, ίσως επειδή τρελάθηκα πάλι ή επειδή είχαμε τόσα χρόνια να συναντηθούμε, και είσαι ο μόνος άνθρωπος...

Πρέπει όμως να σου εκμυστηρευτώ πως τελευταία φοβάμαι. Πριν από λίγο καιρό ένας επιχειρηματίας αυτοκτόνησε, τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Χάλασε ο κόσμος, μεγάλο σκάνδαλο, ο τύπος είχε μπλέξει με τοκογλύφους και του είχαν βγάλει το σπίτι σε πλειστηριασμό. Τον είχε η εφημερίδα σε μια φωτογραφία με τη γυναίκα του να κοιτάζονται στα μάτια και να χαμογελάνε, δεν είχαν παιδιά κι έδειχναν τόσο αγαπημένοι. Παρατηρούσα αυτή τη γυναίκα και τη λυπόμουνα, όταν ξαφνικά τράβηξε το βλέμμα της απ' αυτόν και το κάρφωσε όλο νόημα πάνω μου, σαν να προσπαθούσε να με προειδοποιήσει για κάτι. Μ' έπιασε τότε εκείνο το παλιό φτερούγισμα, ένα δείλιασμα, χρόνια είχα να το αισθανθώ... Επειτα από λίγες μέρες, κοίτα, βγήκε πάλι αυτό το σημάδι στο αριστερό μου χέρι, αρνιόμουνα να το πιστέψω, πήγα στο γιατρό και μου έγραψε φάρμακα, «αλλεργία είναι, κυρία μου», μου είπε, «μην ανησυχείτε», πάει όμως μια βδομάδα και δε λέει ακόμη να υποχωρήσει... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
Αλογο μέσα σε τραμ
Αξιώματα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)
Ο Rainer Fetting στην Berlinische Galerie
Κριτική βιβλίου
Παράλογοι φόβοι και ενύπνιοι εφιάλτες
Το «ημερολόγιο εθίμων» του Ανδρέα Ταρνανά
Η αρπαγή της σαγήνης και η κατασκευή του «φυσικού»
Ανάμεσα στον ψεύτικο και αληθινό εαυτό
Απαντα
Στην καρδιά του σκότους και πάλι
Το φαίνεσθαι και το είναι
Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο
Στη λογική της θλιμμένης ύπαρξης
Με άρωμα Γαλλίας και Πορτογαλίας
Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
«Κασσάνδρα»
Αλογο μέσα σε τραμ
Αξιώματα
Μουσική
Αρχηγική σχέση με το τραγούδι
Πραγματικός μαέστρος