Έντυπη Έκδοση

ΔΙΗΓΗΜΑ

Αλογο μέσα σε τραμ

Βρισκόμουν μέσα σε κάποιο τραμ. Νομίζω το 11, Ιπποκράτους-Κολοκυνθού... Γεμάτο μέχρι τα μπούνια. Φίσκα. Στεκόμουν στον διάδρομο όρθιος ανάμεσα σε άλλους όρθιους επιβάτες, όταν κάποια στιγμή διέκρινα μέσα στο βαγόνι ένα άλογο. Στην καλύτερη θέση ένα άλογο!

Ενα άλογο, που εκείνη τη στιγμή, σηκώθηκε από τη θέση του, βγήκε στο διάδρομο κι άρχισε να πηγαινοέρχεται απειλητικά ανάμεσα στους συνωστιζόμενους. Κατευθύνθηκε μέχρι την άκρη του βαγονιού, έκανε μια στροφή που λίγο έλειψε να τσαλαπατήσει μερικούς και στη συνέχεια, κινήθηκε προς την άλλη άκρη και πάλι το ίδιο, ξανά και ξανά. Αρχισε να κόβει βόλτες... στον διάδρομο του τραμ. Βολτάριζε, σαν τους φυλακισμένους. Τα τεράστια και ισχυρά καπούλια του, τα πισινά του ποδάρια, οι πεταλωμένες του οπλές φάνταζαν σαν φονικά όργανα και προκαλούσαν σ' όλους μας τρόμο.

«Αν αρχίσει να κλοτσά, χαθήκαμε όλοι, Οδυσσέα...»

Ευτυχώς κινιόταν με μεγάλη επιδεξιότητα και ευελιξία χωρίς να προκαλεί κακό σε κανέναν, αλλά και με μια αναίδεια σαν να ήτανε αυτό το άλογο ο μοναδικός επιβάτης, σαν να ήτανε ολόκληρο το βαγόνι δικό του... Το τραμ ολόκληρο! Συμπεριφερόταν όπως νικητής αγώνων αρματοδρομίας...!

Παραξενεύτηκα λιγάκι και τάχατες ρώτησα χαμηλόφωνα: «Από πότε μπαίνουν και άλογα στα τραμ;»

«Γιατί να μην μπαίνουν άλογα, εφ' όσον μπαίνουν και άλλα ζώα;», είπε κάποιος, όχι επιθετικός τύπος όπως αρχικά φάνηκε, μάλλον συγκαταβατικός...

«Πού είναι ο τραμβαγέρης;», ρώτησα επιτακτικά, σαν να είχα την πρόθεση να του συστήσω να επιβάλει την τάξη.

«Τραμβαγέρης δεν υπάρχει», είπε η φωνή που είχε μιλήσει προηγουμένως.

«Αν αφηνιάσει χαθήκαμε όλοι μας, Οδυσσέα...»

Κάθε φορά που, στο βολτάρισμά του, περνούσε ξυστά δίπλα μου, ευτυχώς χωρίς να μου προξενήσει αμυχή, σχεδόν χωρίς να με αγγίζει, ίσα ίσα που μου 'κανε αέρα η πλούσια ουρά του, εγώ φοβόμουνα. Σκέψου, σκέφτηκα, να μας πλημυρίσει ξαφνικά στην κοπριά του, ν' αρχίσει να τα κάνει εδώ μέσα και να πνιγούμε στο σκατό του! Ή να αφηνιάσει και να αρχίσει να πηδά πάνω απ' τους επιβάτες και να μας τσαλαπατήσει όλους. Κοίταζα να δω, αν υπήρχε τρόπος να το συγκρατήσει κανείς...

Τελικά χλιμίντρησε ηχηρά κάνα δυο φορές σαν να ήθελε κάτι να πει και γύρισε στη θέση του, κάθισε και παρέμεινε εκεί σιωπηλό, δίπλα σε μια αμέριμνη και αδιάφορη, περασμένης ηλικίας, χοντρούτσικη κυρία, που δεν φάνηκε να την ενοχλεί η γειτνίαση με τον συνεπιβάτη άλογο. Τελείως αδιάφορη, κοίταζε προς τα πεζοδρόμια με τους περαστικούς, τα μικρομάγαζα της οδού Κολοκυνθούς που φεύγαν προς τα πίσω. Χαμπάρι η κυρία... Αυτό με καθησύχασε...

«Εδώ στα λημέρια που 'μαστε, σκέψου καλύτερα την Κίχλη, Οδυσσέα...»

Ενα απότομο φρενάρισμα στην πλατεία Μεταξουργείου, μέχρις ακινησίας του οχήματος και συνεχόμενο κουδούνισμα του τραμ, ναι, τα τραμ κουδουνίζουν σε ώρα ανάγκης, περίπου όπως τα ποδήλατα, μας συντάραξε όλους. Μας λύγισε μπροστά. Οι όρθιοι μ' ένα απότομο πηδηχτό βηματάκι πέσαμε στα πισινά και στις πλάτες των μπροστινών μας. Το καθιστό άλογο ταράχτηκε κι αυτό σύγκορμο.

«Τώρα με τσαντίσατε», είπε και πετάχτηκε απ' τη θέση του, κοίταξε έξω που είχαν αρχίσει να χαζεύουν και να μαζεύονται οι περαστικοί, και με αφρούς στο στόμα κινήθηκε προς την έξοδο του οχήματος, προτιθέμενο προφανώς να κατέβει. Περνώντας μπροστά μου κοντοστάθηκε, με κοίταξε αλογίσια. «Ναι, κύριε! Εμείς είμαστε που σέρναμε στην αρχή τα τραμ, όταν μετέφεραν στα Πατήσια ευπρεπείς κυρίους και σεμνές καλοθρεμμένες κυρίες, σήμερα όμως τα πράγματα αλλάξανε. Γκέγκε;» είπε επιτιμητικά, και στην προφανή έκπληξή μου, εξήγησε υπεροπτικά. «Σήμερα οι κύριοι δεν είναι ευπρεπείς, οι κυρίες δεν είναι σεμνές. Ολες τους, και καλοθρεμμένες και κακοθρεμμένες. Καιροί της παρακμής... και μείς αδράξαμε τον λόγο, αναλάβαμε τις ευθύνες μας... Κάποιος έπρεπε να το κάνει», συμπλήρωσε και κατέβηκε βιαστικό να αναμιχθεί με τον όχλο που είχε αρχίσει να συνωστίζεται.

Φρίκη...!

«Ολα καλά, αλλά όχι να μιλάνε και τα άλογα... Και με τέτοιο τρόπο!», ακούστηκε μια φωνή.

«Χέσ' τονε τον τρόπο, το ότι μίλησε και μόνο σημαίνει σφαγείο», είπε ένας γουλί κουρεμένος με κρανίο γυαλί.

«Εμείς φταίμε που τα εξημερώσαμε», πρόσθεσε ένας τρίτος.

«Εξημερώσαμε και εκπολιτίσαμε!», διευκρίνισε μια νέα φωνή.

«Κατέβηκε;» ρώτησε ψιθυριστά μια φωνούλα μες στο τραμ, μέσα στην περισυλλογή και την ησυχία που είχε προκαλέσει σε όλους μας εκείνο το «εξημερώσαμε και εκπολιτίσαμε». Ητανε η ηλικιωμένη χοντρούλα απάθεια, που τώρα είχε καρφώσει με αγωνία το βλέμμα της πάνω μας, προς κάθε κατεύθυνση, εκλιπαρώντας μιαν απάντηση.

«Καλά... κι εσείς, κυρία μου, δεν δώσατε δυάρα όταν το άλογο καθότανε δίπλα σας... Σαν να το θεωρούσατε το πιο λογικό πράγμα του κόσμου...», είπα εγώ.

«Καλέ τι λέτε... εμένα μου κόπηκε η ανάσα... πάγωσα απ' τον φόβο μου που 'ρθε και κάθισε δίπλα μου... Λένε πως τ' άλογα προαισθάνονται τον θάνατο... είναι αλήθεια;...»

«Είναι μεγίστη ασέβεια», είπε ένας ηλικιωμένος ξερακιανός, ίδιος ο Δον Κιχώτης... «Πρέπει να τιμωρηθεί... Οι θεοί...»

«Ναι... τώρα χέστηκ' ο Δίας! Τι γίνεται, θα ξεκινήσουμε καμιά φορά;», επενέβη ρωτώντας ένας βιαστικός μεροκαματιάρης.

«Η γλώσσα είναι δώρο των θεών, κύριοι... προνόμιο των ανθρώπων...», συνέχισε ο ηλικιωμένος σε αυστηρό τόνο.

«Στα παπάρια μας...»

«Τι; στα παπάρια μας;;; Voila,... γι' αυτό φτάσαμε εδώ που φτάσαμε... Αίσχος... αφήστε με να κατέβω. Κάντε χώρο, γαϊδούρια... Αίσχος...», φώναζε υστερικά ο Δον Κιχώτης, σπρώχνοντας βίαια προς την έξοδο.

«Οχι και γαϊδούρια, ρε κύριος!» διαμαρτυρήθηκε ο μεροκαματιάρης.

«Είσθε κακοαναθρεμμένος, κύριε», είπε μια με σφιχτά χείλια και υπεροπτικό βλέμμα.

«Ποιος είναι κακοαναθρεμμένος, μωρή καργ...» εξερράγη ο μεροκαματιάρης που ένιωσε να είναι παραλήπτης εκείνου του «κακοαναθρεμμένου»...

Πάνω στο «καργ...» του μεροκαματιάρη άνοιξε με κρότο η πόρτα του τραμ και μ' ένα σάλτο πρόβαλε το μισό άλογο μες στο βαγόνι. Πέταξε σαν το πουλί.

«Δεν ήταν τίποτα», είπε μόλις μπήκε ολόκληρο μέσα. «Ενας μεθυσμένος... Παραλίγο να τον πάρουμε σβάρνα... Να ξεκινήσουμε, παιδιά...», συμπλήρωσε και προχώρησε προς τη θέση του. Η χοντρούλα δίπλα, ανέκφραστη έγειρε προς το παράθυρο και με βλέμμα απλανές άρχισε πάλι να κοιτάζει το τίποτα. Επήλθε ησυχία και το τραμ ξεκίνησε. Πήρε τη Λένορμαν...

«Πάλι τη γλιτώσαμε, Οδυσσέα». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
«Κασσάνδρα»
Αξιώματα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)
Ο Rainer Fetting στην Berlinische Galerie
Κριτική βιβλίου
Παράλογοι φόβοι και ενύπνιοι εφιάλτες
Το «ημερολόγιο εθίμων» του Ανδρέα Ταρνανά
Η αρπαγή της σαγήνης και η κατασκευή του «φυσικού»
Ανάμεσα στον ψεύτικο και αληθινό εαυτό
Απαντα
Στην καρδιά του σκότους και πάλι
Το φαίνεσθαι και το είναι
Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο
Στη λογική της θλιμμένης ύπαρξης
Με άρωμα Γαλλίας και Πορτογαλίας
Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
«Κασσάνδρα»
Αλογο μέσα σε τραμ
Αξιώματα
Μουσική
Αρχηγική σχέση με το τραγούδι
Πραγματικός μαέστρος