Έντυπη Έκδοση

Μια εικαστική αναδρομή στο Βερολίνο των τελευταίων 35 χρόνων

Ο Rainer Fetting στην Berlinische Galerie

Ηταν αρχές της δεκαετίας του '80. Μεσουρανούσε το new wave και ο David Bowie είχε γίνει επιτέλους γνωστός στην Ελλάδα χάρη στο «Cat People» ή «Γκαζολίν», όπως επέμεναν να το αποκαλούν οι νεόκοποι «οπαδοί» του.

Η επαφή με τις καλλιτεχνικές εξελίξεις εξακολουθούσε να επιτυγχάνεται μόνο μέσα από τις σελίδες των περιοδικών. Οι φίλοι μου αρνιούνταν να αποδεχτούν ότι έμπαιναν στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, επιμένοντας πεισματικά να παραμένουν τινέιτζερ σε ένα περιβάλλον που ευνοούσε την ανωριμότητα και αναδείκνυε την ευδαιμονία σε ύψιστη προτεραιότητα. Ηταν, με άλλα λόγια, η κατάλληλη στιγμή για την αναχώρησή μου για Βερολίνο, μια πόλη που δημιουργούσε τέχνη και ζούσε μαζί της σε κάθε ανήλια γωνιά και πλακόστρωτη πλατεία.

Το εστιατόριο της Φώφης Ακριθάκη ήταν ένα από τα καλλιτεχνικά στέκια που τότε γνώριζε μεγάλες πιένες. Βρισκόταν στο ισόγειο ενός επιβλητικού κτηρίου, σε έναν από τους πιο όμορφους δρόμους στην καρδιά της χωρισμένης από το Τείχος πόλης, τη Fasanenstrasse. Η ιστορία του έχει αποτυπωθεί στη μνήμη των θαμώνων του, ακόμη και στη μνήμη αυτών που δεν το έζησαν αλλά το έμαθαν από διηγήσεις άλλων. Ανάμεσα στα προσεκτικά επιλεγμένα έργα τέχνης που στόλιζαν τους τοίχους του εκείνη την εποχή, ήταν και ένας πίνακας του ελάχιστα γνωστού ακόμη Rainer Fetting.

Ο γεννημένος το 1949 στο Βίλχελμσχαφεν της βορειοδυτικής Γερμανίας ζωγράφος και γλύπτης ήταν ένας από τους ιδρυτές της «αυτοβοηθούμενης γκαλερί καλλιτεχνών», που είχε ανοίξει στη Moritzplatz της συνοικίας Κρόιτσμπεργκ η ομάδα που έγινε γνωστή ως Neue Wilde (Νέοι Αγριοι) ή και Moritzboys (από το όνομα της πλατείας στην οποία στεγαζόταν η γκαλερί), με πυρήνες κάποιους φοιτητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της πόλης: τον Salome, τον Bernd Zimmer, τον Helmut Middendorf και μερικούς άλλους που δεν κατάφεραν να γίνουν διάσημοι.

Τα ταμπλό τους ήταν μεγάλου μεγέθους, οι πινελιές τους εξπρεσιονιστικές, τα χρώματά τους έντονα. Επηρεασμένοι από την ιταλική «τρανσαβανγκάρντια» ζωγράφιζαν αυθόρμητα και με πάθος την άποψή τους για θέματα όπως ο φόβος ή η σεξουαλικότητα και έδειχναν εντυπωσιασμένοι από τα ψυχρά φώτα «νέον» που συχνά ενσωμάτωναν στους πίνακές τους. Η δίψα για ζωή ήταν ακόρεστη. Το μύριζες στον αέρα της πόλης που δεν κοιμόταν ποτέ.

Ο Ράινερ Φέτινγκ δεν ένιωσε ποτέ βολικά με τον χαρακτηρισμό «Νέοι Αγριοι», που τον θεωρούσε δυσφημιστικό. Αφουγκράστηκε τις φοιτητικές εξεγέρσεις, τις καταλήψεις κτηρίων, το ομοφυλόφιλο κίνημα και συνέχισε το έργο του επικεντρωμένος σε σκηνές από τους δρόμους της πόλης, απεικονίσεις του περιβόητου Τείχους, ακόμη και πορτρέτα. Οπως συμβαίνει συνήθως, οι πρώτες εκθέσεις του ήταν ομαδικές. Με επιμελητή τον Χρήστο Ιωακειμίδη βρέθηκε να λαμβάνει μέρος στην έκθεση με γενικό τίτλο «New Spirit in Painting», που διοργανώθηκε στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου και τον καθιέρωσε. Ακολούθησαν ατομικές εκθέσεις, σχεδόν κάθε χρονιά μετά το 1982, σε ονομαστές γκαλερί της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Μεταξύ 1983 και 1994 μάλιστα, όποτε ένιωθε πως το Βερολίνο τον κατέθλιβε, ζούσε κατά διαστήματα στη Νέα Υόρκη, όπου πρωτοπήγε με μια υποτροφία. «Ηταν τότε που πολλοί νέοι καλλιτέχνες συναντιόμασταν στο εστιατόριο Exil ή στην ντισκοτέκ Dschungel», λέει. «Παντού έβλεπες τους ίδιους ανθρώπους και ταυτόχρονα διαπίστωνες πως ο παλιός κύκλος των φίλων χανόταν σταδιακά. Με την επιτυχία ήρθε και ο φθόνος. Μπορεί να ήμουν ο τελευταίος της παρέας που είδε τα έργα του σε γκαλερί, όταν όμως συνέβη αυτό, ήταν στις καλύτερες. Υστερα από μια περιοδεία στη Γαλλία με τον Salome και τον Luciano Castelli, ήρθαν και τα προβλήματα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά».

Ο Ζαλομέ (πραγματικό όνομα Wolfgang Ludwig Cihlarz) ήταν για ένα διάστημα, στα μέσα της δεκαετίας του '70, σύντροφος του Φέτινγκ και ένας από τους εικαστικούς που είχε ενεργό συμμετοχή στο ομοφυλόφιλο κίνημα. Προκειμένου να χρηματοδοτεί τις σπουδές του, δούλευε στο καφέ Anderes Ufer, τότε που ένας από τους θαμώνες του ήταν ο David Bowie. Παράλληλα με τη ζωγραφική είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για τη μουσική και μαζί με τον Λουτσιάνο Καστέλι είχε ιδρύσει το πανκ συγκρότημα Geile Tiere, που έκανε διάφορα σοκαριστικά για την εποχή happenings. Ο Ράινερ Φέτινγκ έπαιζε ντραμς στις συναυλίες τους στο Μπορντό και στο Παρίσι με τίτλο «Opera par hasard», αν και προτιμούσε τη μουσική των Rolling Stones («εκφράζουν με τη μουσική τους αυτό που θέλω να πω με τη ζωγραφική μου») και του Jimi Hendrix, που αργότερα ζωγράφισε. Από το 1979 χρονολογείται η σειρά των έργων του με τίτλο «Ντράμερ και Κιθαρίστας» -μία από τις τέσσερις ενότητες της έκθεσης- που εμπνεύστηκε βλέποντας συναυλίες των Richard Hell & The Voidoids και των Police, παρόλο που έβρισκε το πανκ και το new wave στεγνό και ψυχρό. «Ηταν η αισθητική του γκρίζου, του μονότονου». Οπως άλλωστε και στη ζωγραφική εκείνη την εποχή υπερίσχυε η άποψη «το κόκκινο χρώμα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε όταν γεράσουμε».

Ο Φέτινγκ ξεκίνησε μαθαίνοντας την τέχνη του επιπλοποιού και αφού εργάστηκε για λίγο ως εθελοντής στο σκηνογραφικό τμήμα του θεάτρου της γενέτειράς του, πήγε στο Βερολίνο προκειμένου να σπουδάσει ζωγραφική και να ξεφύγει από το μικροαστικό περιβάλλον που χαρακτήριζε τις κωμοπόλεις της Δυτικής Γερμανίας. Αργότερα ανακάλυψε και το ταλέντο του στη γλυπτική, το οποίο αναγνωρίστηκε επίσημα το 1996 με το ύψους 3,40 μέτρων και βάρους 500 κιλών μπρούντζινο άγαλμα του Βίλι Μπραντ, που βρίσκεται σήμερα στο Willy-Brandt-Haus (κεντρικά γραφεία της SPD) του Βερολίνου. «Ποτέ μου δεν μπόρεσα να πάρω στα σοβαρά τους συμφοιτητές μου που μιμούνταν τους καθηγητές τους ή καλλιτέχνες όπως ο Josef Beuys και ο Cy Twombly, που ήταν στη μόδα την εποχή που σπούδαζα. Για μένα υπήρξαν σημαντικοί οι εκπρόσωποι της σχολής "Die Brucke" (Η Γέφυρα) και ο εξπρεσιονισμός ολόκληρης της Ιστορίας της Τέχνης. Ο Βελάσκεθ, ο Γκόγια, ο Ελ Γκρέκο, ο Βαν Γκογκ, ο Πικάσο... Ηθελα να ξαναδώσω μορφή σ' αυτό που οι Αμερικανοί καλλιτέχνες εξέφραζαν με αφηρημένο τρόπο. Ημουν πολύ επηρεασμένος από τον Mark Rothko και τον Willem de Kooning».

Το όνομα του Φέτινγκ διατηρήθηκε στην επικαιρότητα, σε αντίθεση με πολλούς από τους ομότεχνους φίλους του πριν από τριάντα χρόνια. Πρόσφατα ένας από τους πίνακές του με θέμα το Τείχος του Βερολίνου πουλήθηκε έναντι 125.000 ευρώ. «Ο καλλιτέχνης πρέπει να παρατηρεί τους ανθρώπους και όχι να στέκεται ο ίδιος στο επίκεντρο. Εχω ανάγκη να ζωγραφίζω καινούργια πράγματα», λέει επιβεβαιώνοντας τον ισχυρισμό πολλών ειδικών ότι πρόκειται για έναν «εικαστικό χρονογράφο».

Η έκθεση στην Berlinische Galerie (Alte Jakobstrasse 124-128), που θα διαρκέσει μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου, παρουσιάζει 40 έργα του 61χρονου σήμερα ζωγράφου που καλύπτουν τη χρονική περίοδο των τελευταίων 35 χρόνων. Παράλληλα, καινούργια έργα του παρουσιάζονται στην γκαλερί Deschler (Auguststrasse 61).

Εκτός από το εστιατόριο της Φώφης έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν τόσο το Exil όσο και η Dschungel.**

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά
Σχετικά θέματα: Εικαστικά
Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)
Ο Rainer Fetting στην Berlinische Galerie
Κριτική βιβλίου
Παράλογοι φόβοι και ενύπνιοι εφιάλτες
Το «ημερολόγιο εθίμων» του Ανδρέα Ταρνανά
Η αρπαγή της σαγήνης και η κατασκευή του «φυσικού»
Ανάμεσα στον ψεύτικο και αληθινό εαυτό
Απαντα
Στην καρδιά του σκότους και πάλι
Το φαίνεσθαι και το είναι
Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο
Στη λογική της θλιμμένης ύπαρξης
Με άρωμα Γαλλίας και Πορτογαλίας
Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
«Κασσάνδρα»
Αλογο μέσα σε τραμ
Αξιώματα
Μουσική
Αρχηγική σχέση με το τραγούδι
Πραγματικός μαέστρος