Έντυπη Έκδοση

Ennio Morricone

Πραγματικός μαέστρος

Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει για πόσες κινηματογραφικές ταινίες έχει γράψει μουσική, αλλά σίγουρα ένας αριθμός γύρω στις 500 θα πλησίαζε αρκετά την πραγματικότητα και αυτό αυτομάτως θα σήμαινε ότι έγραφε περίπου κάθε μήνα μουσική για κάποια ταινία.

Οι περισσότεροι συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής ελπίζουν κατά βάθος να μπορέσουν κάποτε να γράψουν ένα αναγνωρίσιμο μουσικό θέμα, όπως π.χ. το θέμα του Henry Mancini για την ταινία Ο Ροζ Πάνθηρας. Ο Ennio Morricone δεν χρειάστηκε να ανησυχεί γι' αυτό, αφού το κατάφερε από τα πρώτα του βήματα στον κινηματογράφο και το επανέλαβε αργότερα αρκετές φορές.

Ανάμεσα στους σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε υπάρχουν ονόματα με εντελώς διαφορετικό τρόπο σκηνοθεσίας, όπως οι Bernardo Bertolucci, Terrence Malick, Brian de Palma, Roman Polanski, George Lautner, Mauro Bolognini, Franco Zeffirelli, Pedro Almodovar, Francis Girod, Pier Paolo Pasolini, Henri Verneuil, Giuseppe Tornatore και Gillo Pontecorvo.

Τα πρότυπα που ακολούθησε ο μεγάλος ιταλός συνθέτης ήταν ο Max Steiner και η μουσική που έγραψε για ταινίες όπως Οσα παίρνει ο άνεμος, Κινγκ Κονγκ, ο Erich Wolfgang Korngold με τα Adventures Of Robin Hood και The Sea Hawk, ο Miklos Rozsa και τα Ben-Hur, Jungle Book και Ιβανόης, ο Dimitri Tiomkin και ο Bernard Herrmann. Η ταινία που τον έκανε όμως να αγαπήσει την κινηματογραφική μουσική ήταν Ο Χιτών του 1954 με την εκπληκτική μουσική του Alfred Newman και η πρώτη επαφή του με αυτήν ήταν όταν το 1959 ο συνθέτης Mario Nascimbene τού ανέθεσε να ενορχηστρώσει τη μουσική που είχε γράψει για την ταινία Morte di Un Amico.

Ανάλογες επιρροές είχαν βέβαια και οι John Williams, Jerry Goldsmith, John Barry και Elmer Bernstein.

Ο Morricone γεννήθηκε στη Ρώμη στις 10 Νοεμβρίου του 1928. Γιος τρομπετίστα της τζαζ, του Mario Morricone, ο Ennio έγραψε για πρώτη φορά μουσική σε ηλικία 6 ετών και οι γονείς του, διακρίνοντας το ταλέντο του, αποφάσισαν να τον στείλουν να σπουδάσει μουσική, όταν έγινε εννέα ετών, στην Εθνική Ακαδημία τής Σάντα Σεσίλια.

Σε ηλικία 18 ετών και λίγο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, παίρνει το πτυχίο στην τρομπέτα και γράφει το πρώτο του έργο για φωνή και πιάνο με τον τίτλο Il Mattino (Το Πρωινό).

Στις αρχές της δεκαετίας του '50, παράλληλα με τα κλασικά του έργα, που ήταν συνήθως για φωνή και πιάνο, θα αρχίσει να γράφει μουσική ως επένδυση σε ραδιοφωνικά προγράμματα.

Στη συνέχεια, οι συνεργασίες του με καλλιτέχνες όπως οι Renato Rascel, Mario Lanza, Rita Pavone, Eduardo Vianello, Milva, Gianni Morandi, Mina κ.ά., τον έκαναν γνωστό στους ποπ μουσικούς κύκλους και τον καθιέρωσαν έναν ως από τους σημαντικότερους συνθέτες και ενορχηστρωτές στη δεκαετία του '60. Παράλληλα άρχισε να γράφει μουσική για κινηματογραφικές ταινίες που συνήθως ήταν ιταλικές εκδοχές των αμερικανικών ταινιών western και είχαν για σκηνοθέτη τον φίλο και παλιό συμμαθητή του Sergio Leone, ο οποίος πριν αρχίσει να ασχολείται με τα western είχε σκηνοθετήσει το 1961 την ταινία Ο Κολοσσός Της Ρόδου και το 1962 ήταν βοηθός του Robert Aldrich στο φιλμ Σόδομα Και Γόμορρα.

Η συνεργασία του με τον Leone περιελάμβανε ταινίες όπως το Για μια χούφτα δολάρια (1964), στην οποία σχεδόν όλοι όσοι συνεργάστηκαν χρησιμοποίησαν ψευδώνυμα πλην του Clint Eastwood, ο οποίος μέχρι τότε είχε στο ενεργητικό του μόνο την παρουσία του στην τηλεοπτική σειρά Rawhide (το ψευδώνυμο του Morricone ήταν Dan Savio), Μονομαχία στο Ελ Πάσο (1965), Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (1966), Κάποτε στη Δύση (1968), Το όνομά μου είναι κανένας (1973) κ.ά.

Στην ίδια περίοδο κινηματογραφική επιτυχία γνώρισαν οι αναλόγου περιεχομένου ταινίες άλλων σκηνοθετών όπως Ενα πιστόλι για τον Ρίνγκο (1965), Η επιστροφή του Ρίνγκο (1965), Ναβάχο Τζο (1966) κ.ά.

Η μουσική που έγραψε ο ιταλός συνθέτης γι' αυτές τις ταινίες βοήθησε καθοριστικά στον χαρακτήρα τους και ο Morricone με τον ήχο του ξεχώριζε απόλυτα από άλλους συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής εκείνη την εποχή.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ήχου που δημιούργησε ο Morricone στις ταινίες western έπαιξε ένας άλλος παιδικός του φίλος, ο Alessandro Alessandroni, ο οποίος σφύριζε και έπαιζε κιθάρα, ενώ το συγκρότημά του, Cantori Moderni, που αρχικά είχαν το όνομα Four Caravels και ήταν φανατικοί θαυμαστές των Αμερικανών Four Freshmen, έκανε τα φωνητικά. Την ίδια χορωδία χρησιμοποίησε πρόσφατα ο Danger Mouse στο άλμπουμ Rome.

Σ' αυτήν την περίοδο δημιουργίας, ο Morricone προσπαθούσε να αναπαράγει με τη μουσική του τον ήχο των ζώων, με ιδιαίτερη ροπή στο ουρλιαχτό του coyote (είδος λύκου της Αμερικής).

Η σοπράνο Edda Dell' Orso με τη συμμετοχή της στο Κάποτε στη Δύση έδωσε χαρακτήρα όπερας στη μουσική, όπως άλλωστε και τα περισσότερα από τα πλάνα αυτής της ταινίας καθώς και ο Franco DeGemini, που έπαιζε τη φυσαρμόνικα στην ίδια ταινία, έδιναν τον ξεχωριστό ήχο που ήθελε ο Morricone.

Ο ίδιος δεν πιστεύει ότι ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός στη ζωή του και φέρνει μάλιστα σαν παράδειγμα συνθέτες κλασικής μουσικής, όπως ο Bach και ο Mozart, λέγοντας ειδικά για τον δεύτερο ότι κατάφερε να έχει ιδιαίτερα πλούσιο σε αριθμό έργα παρά το σχετικά μικρό χρόνο που δραστηριοποιήθηκε ως συνθέτης και τον θάνατό του σε νεαρή ηλικία.

Στη δεκαετία του '70 ξεχώρισαν για διάφορους λόγους η μουσική που έγραψε για τις ταινίες Σάκο και Βανσέτι (1971) το πολιτικό δράμα με τη συμμετοχή της Joan Baez σε δύο τραγούδια, Η πόλη της βίας που καθιέρωσε τον Charles Bronson σε ένα διαφορετικό ρόλο με μεγάλη απήχηση στην Ευρώπη, Η μάχη του Αλγερίου και το Days Of Heaven (1978), που του χάρισε και την πρώτη του υποψηφιότητα για τα Οσκαρ.

Η αποστολή (1986), Οι αδιάφθοροι (1987), Σινεμά ο Παράδεισος (1988) και Bugsy (1991) είναι μερικές ακόμα ταινίες για τις οποίες έγραψε ο Morricone εντυπωσιακή μουσική και του χάρισαν και οι τέσσερις την υποψηφιότητα για τα Οσκαρ. Η πέμπτη και τελευταία του υποψηφιότητα για το ίδιο βραβείο ήταν το 2000 με την ταινία Malena.

Η επιρροή της μουσικής του Morricone στη σύγχρονη εποχή καλύπτει όλα τα μουσικά είδη και εκτός των συνθετών κινηματογραφικής μουσικής, όπως οι Hans Zimmer και Michael Nyman, που είναι από αυτούς που τον αναφέρουν συχνά, έχουμε καλλιτέχνες του ροκ, της ηλεκτρονικής μουσικής και του χιπ χοπ, όπως οι Muse, ο Jay-Ζ, Metallica να χρησιμοποιούν αποσπάσματα από μουσικές του, άλλοι όπως οι Υο-Υο Ma, John Zorn, Dulce Pontes και Amii Stewart να ηχογραφούν ολόκληρα άλμπουμ με μουσική του, με αποκορύφωμα την κυκλοφορία του άλμπουμ We Al Love Ennio Morricone, το 2007 με τη συμμετοχή ονομάτων εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους, όπως και η ευρεία γκάμα της μουσικής του συνθέτη, ανάμεσά τους οι Metallica, Andrea Bocelli, Celine Dion, Quincy Jones, Υο-Υο Ma, Roger Waters, Chris Botti, Renee Fleming, Herbie Hancock και Bruce Springsteen που κέρδισε μάλιστα και ένα βραβείο Γκράμι γι' αυτήν τη συμμετοχή. Το άλμπουμ αυτό κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με την απονομή ειδικού βραβείου Οσκαρ από την ακαδημία κινηματογραφικής μουσικής στη Αμερική, που θέλησε να αποκαταστήσει τη μη βράβευσή του μέχρι τότε. Στην απονομή συναντήθηκε για πρώτη φορά έπειτα από 40 χρόνια και με τον Clint Eastwood.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Σχετικά θέματα: Μουσική
Αρχηγική σχέση με το τραγούδι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)
Ο Rainer Fetting στην Berlinische Galerie
Κριτική βιβλίου
Παράλογοι φόβοι και ενύπνιοι εφιάλτες
Το «ημερολόγιο εθίμων» του Ανδρέα Ταρνανά
Η αρπαγή της σαγήνης και η κατασκευή του «φυσικού»
Ανάμεσα στον ψεύτικο και αληθινό εαυτό
Απαντα
Στην καρδιά του σκότους και πάλι
Το φαίνεσθαι και το είναι
Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο
Στη λογική της θλιμμένης ύπαρξης
Με άρωμα Γαλλίας και Πορτογαλίας
Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
«Κασσάνδρα»
Αλογο μέσα σε τραμ
Αξιώματα
Μουσική
Αρχηγική σχέση με το τραγούδι
Πραγματικός μαέστρος