Έντυπη Έκδοση

Η έμφυτη ανάγκη μας να ελέγχουμε την πραγματικότητα μας στρεσάρει

Επιπλέοντας στον ωκεανό του άγχους

Οι περισσότεροι από εμάς βιώνουν το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών σαν μικρή τραγωδία.

Συχνά η επιστροφή στην αφόρητη καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων δεν γεννά μόνο αισθήματα θλίψης ή νοσταλγίας για τους χαμένους εαρινούς παραδείσους, αλλά και μεγάλη ψυχολογική ένταση, αγωνία ή και πανικό: τα τυπικά, δηλαδή, συμπτώματα του άγχους. Ειδικότερα φέτος, εξαιτίας της οικονομικής και εργασιακής ανασφάλειας, τα συνήθη «φθινοπωρινά» αισθήματα άγχους επιτείνονται και γίνονται ακόμη πιο δυσβάσταχτα.

Η φετινή επιστροφή από τα θαλάσσια λουτρά αναμένεται λοιπόν να προκαλέσει μια μαζική καταβύθιση στον ωκεανό του στρες. Συνεπώς η κατανόηση των υποκειμενικών μηχανισμών και του βιοψυχολογικού υπόβαθρου αυτών των δυσάρεστων και βλαπτικών αισθημάτων θα μπορούσε να συμβάλει ίσως όχι στη «λύση» τους, αλλά στην καλύτερη, δηλαδή περισσότερο συνειδητή, αντιμετώπισή τους.

Μολονότι το άγχος είναι ο μόνιμος και ανεξάλειπτος σύντροφος του ανθρώπινου είδους, μόνο σχετικά πρόσφατα -μόλις πριν από τρεις δεκαετίες!- η επιστήμη άρχισε να κατανοεί τους εμπλεκόμενους ψυχολογικούς μηχανισμούς και κυρίως το νευροβιολογικό τους υπόστρωμα. Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι το άγχος και όλα τα αρνητικά συναισθήματα που αυτό συνεπάγεται δεν αποτελούν αποκλειστικό «προνόμιο» του είδους μας: η ψυχολογική ένταση, η ανασφάλεια και η αγωνία αποτελούν επίσης τυπικές αντιδράσεις των περισσότερων ζωικών ειδών όταν αντιμετωπίζουν στρεσογόνους καταστάσεις.

Στον κλοιό του στρες

Κάθε πραγματική ή κατά φαντασίαν απειλή (φυσικές ή προσωπικές καταστροφές, κοινωνική βία, απώλεια αγαπημένων προσώπων κ.λπ.) μας προκαλεί τις τυπικές αντιδράσεις του άγχους: ταχυκαρδία, εφίδρωση, ξηροστομία, τέντωμα των μυών, παγωμάρα. Ολα, δηλαδή, τα σωματικά συμπτώματα της έντονης αγωνίας ή του πανικού που βιώνουμε.

Οπως όμως έχει αποδειχθεί από πλήθος ψυχοφυσιολογικών ερευνών, στα άτομα με χρόνια συμπτώματα άγχους η ύπαρξη μιας πραγματικής απειλής είναι περιττή, αφού η επικέντρωσή τους σε καταστροφικές σκέψεις γεννά από μόνη της μια κατάσταση διαρκούς ανησυχίας και ανασφάλειας.

Εξαιρετικά αποκαλυπτικές αυτού του αναμφισβήτητου σήμερα γεγονότος ήταν οι πρωτοποριακές έρευνες του Thomas Borkovec στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια στις ΗΠΑ. Με μια σειρά από πρωτότυπα πειράματα αυτός ο ψυχολόγος απέδειξε τη δεκαετία του 1980 ότι η εμμονή σε αρνητικές και αγχογόνους σκέψεις αποτελεί τον κοινό παρονομαστή κάθε μορφής άγχους. Και ειδικότερα αυτού που οι ειδικοί περιγράφουν ως «γενικευμένη αγχώδη διαταραχή» ή GAD (Generalized Anxiety Disorder).

Πρόκειται για μια πολύ διαδεδομένη ψυχοσωματική διαταραχή που πλήττει, όλο και πιο συχνά, τους πολίτες των πιο ανεπτυγμένων κοινωνιών: πάνω από το 3% του πληθυσμού των ΗΠΑ, ενώ εξίσου διαδεδομένη είναι και στις χώρες της Ε.Ε.

Ηδη όμως από τη δεκαετία του 1990 οι μελέτες του Douglas Mennin είχαν αποκαλύψει ότι η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή σχετίζεται στενά με την έμφυτη ανάγκη των ανθρώπων να σκέφτονται, να σχεδιάζουν και, εν τέλει, να ελέγχουν το μέλλον. Τα άτομα που υποφέρουν από χρόνια συμπτώματα άγχους, υποστηρίζει ο Mennin, βλέπουν τον κόσμο ως έναν τόπο εξαιρετικά επισφαλή και επικίνδυνο· και με το άγχος τους αντιμάχονται τα αισθήματα ανασφάλειας που τους γεννά.

Εξάλλου, όπως επιβεβαίωσαν και πολλές μετέπειτα έρευνες, όσοι άγχονται υπερβολικά είναι πεπεισμένοι ότι η εμμονή τους για κάποια καταστροφικά σενάρια τους δίνει την ψευδαίσθηση ότι έτσι μπορούν να ελέγξουν και να αποφύγουν την κατάσταση που βιώνουν ως απειλή.

Δυστυχώς, όμως, το υπερβολικό άγχος κάνει περισσότερο κακό παρά καλό: με το να σκέφτεται και να ξανασκέφτεται τα ίδια δυσάρεστα πράγματα ο αγχωτικός καταλήγει να αυτοπαγιδεύεται σε πρότυπα συμπεριφοράς καταφανώς αδιέξοδα και ιδιαιτέρως βλαπτικά για την ψυχική και τη σωματική του υγεία.

Θεραπεύοντας τα συμπτώματα

Η συνεχής ψυχική ένταση και η ατέρμονη επαγρύπνηση οδηγούν τελικά στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα: οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις άγχους δεν προκαλούν απλώς ψυχικές διαταραχές· πολύ συχνά οδηγούν σε σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσεις και σε μόνιμες νευρολογικές δυσλειτουργίες.

Μολονότι αρχικά οι χρόνια αγχωτικοί καταφεύγουν στις κρίσεις άγχους και πανικού είτε για να ελέγξουν τα καταστροφικά τους συναισθήματα είτε για να διαχειριστούν τους πιο μύχιους φόβους τους, στο τέλος «χάνουν την μπάλα»: η επίμονη επανάληψη των αγχωτικών προτύπων συμπεριφοράς εγγράφεται τελικά στις βαθύτερες εγκεφαλικές τους δομές, με αποτέλεσμα να αμβλύνονται σημαντικά και μόνιμα οι φυσιολογικές συναισθηματικές αντιδράσεις τους (βλ. ειδικό πλαίσιο).

Στην απελπισμένη, όσο και μάταιη προσπάθειά του να είναι πάντα έτοιμος και προετοιμασμένος για το χειρότερο, ο αγχωτικός καταλήγει να απολέσει (εξαιτίας ακριβώς του υπερβολικού άγχους) κάθε ικανότητα να αντιδρά στις τραυματικές καταστάσεις που πραγματικά συναντά. Παρατεταμένες περίοδοι άγχους αμβλύνουν και αποδυναμώνουν τους εγγενείς φυσιολογικούς μηχανισμούς που διαθέτει κάθε άνθρωπος για να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις απειλητικές ή καταστροφικές καταστάσεις.

Τα τελευταία χρόνια η συνήθης ιατρική πρακτική για την αντιμετώπιση των παθολογικών συμπτωμάτων του άγχους είναι η χορήγηση αντικαταθλιπτικών φαρμακευτικών ουσιών. Για παράδειγμα, κάποια αντικαταθλιπτικά, όπως το Zoloft και το Prozac, έχουν αποδειχτεί αρκετά αποτελεσματικά επειδή αυξάνουν τα επίπεδα συγκέντρωσης του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη στον εγκέφαλο. Σε άλλες περιπτώσεις είναι πιο ενδεδειγμένη η χορήγηση ειδικών αγχολυτικών, όπως το Βάλιουμ και το Xanax: φαρμακευτικές ουσίες που καταστέλλουν τη δράση ενός άλλου νευροδιαβιβαστή, του GABA.

Προφανώς, τα φάρμακα αυτά δεν θεραπεύουν τα αίτια των αγχωτικών διαταραχών, αλλά απλώς απαλύνουν ή, στην καλύτερη περίπτωση, εξαλείφουν πρόσκαιρα τα καταστροφικά τους συμπτώματα. Για την ώρα μόνο ένας επιτυχής συνδυασμός φαρμακευτικής και ειδικής ψυχοθεραπευτικής αγωγής (όπως π.χ. η γνωστική-συμπεριφοριστική θεραπεία) ενδέχεται να προσφέρει μια πιο μόνιμη λύση στα προβλήματα των αγχωτικών.

Εκτός από τη βαθύτερη κατανόηση των νευροψυχολογικών μηχανισμών του άγχους, είναι σήμερα εξίσου επιτακτική η ανάγκη να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις στρεσογόνους καταστάσεις: να πάψουμε, δηλαδή, να μετατρέπουμε τις προσωπικές μας ανησυχίες ή τις κοινωνικές μας ανασφάλειες σε ψυχοσωματικά προβλήματα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Επιστήμη & Τεχνολογία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Επιστήμη & Τεχνολογία της έντυπης έκδοσης
Άλλες ειδήσεις
Επιπλέοντας στον ωκεανό του άγχους
Οι αγχολυτικοί μηχανισμοί που κρύβουμε μέσα μας