Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Πεντάλ

  • Ποτέ μέχρι τώρα στην ιστορία της

    [...] Το κράτος έχει χρεοκοπήσει, είπα, πάνω σ' αυτό έγνεψε ναι με το κεφάλι, η κυβέρνηση είναι διεφθαρμένη, είπα, οι σοσιαλιστές, που είναι ήδη δεκατρία χρόνια τώρα στην κυβέρνηση, έχουν εκμεταλλευτεί στον ακρότατο βαθμό την εξουσία αυτή και έχουν καταστρέψει ολοσχερώς το κράτος.

    Καθώς μιλούσα, η ξενοδόχος έγνεφε ναι με το κεφάλι και κοίταζε μια εμένα και μια έξω από το παράθυρο. Ολοι ήθελαν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, είπα, μα τώρα βλέπουμε ότι ίσα ίσα αυτή η σοσιαλιστική κυβέρνηση έχει κατασπαταλήσει τα πάντα, τη λέξη κατασπαταλήσει την είχα σκόπιμα ξεστομίσει ευκρινέστερα απ' όλες τις άλλες και δεν ντράπηκα καν που τη χρησιμοποίησα, επανέλαβα τη λέξη κατασπαταλήσει σε σχέση με τη χρεοκοπία του κράτους υπό τη σοσιαλιστική μας κυβέρνηση και άλλες πολλές φορές και είπα επιπλέον ότι ο καγκελάριος είναι ένας ποταπός, πανούργος, επιπόλαιος άντρας, που εκμεταλλεύτηκε τον σοσιαλισμό μόνο σαν όχημα για τη διεστραμμένη του λαχτάρα για εξουσία, όπως άλλωστε ολόκληρη η κυβέρνηση, είπα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εξουσιομανείς, χαμερπείς και ανενδοίαστοι, το κράτος, το οποίο είναι αυτοί οι ίδιοι, είναι γι' αυτούς τα πάντα, είπα, ο λαός τον οποίο κυβερνούν δεν σημαίνει γι' αυτούς τίποτε. Είμαι αυτός ο λαός και αγαπώ αυτό τον λαό, μα δεν θέλω να έχω καμία σχέση μ' αυτό το κράτος, είπα. Η χώρα μας δεν έφτασε ποτέ μέχρι τώρα στην ιστορία της σε τέτοια κατάντια, είπα, ποτέ μέχρι τώρα στην ιστορία της δεν κυβερνήθηκε από πιο χαμερπείς, και συνεπώς πιο χωρίς χαρακτήρα και πιο αμβλύνους ανθρώπους. Μα ο λαός είναι κουτός, είπα, και είναι υπερβολικά αδύναμος για ν' αλλάξει μια τέτοια κατάσταση, είπα, την παθαίνει ίσα ίσα με τέτοιους επιπόλαιους εξουσιομανείς ανθρώπους, όπως αυτοί που είναι τώρα στην κυβέρνηση. Πιθανόν και οι επόμενες εκλογές δεν πρόκειται ν' αλλάξουν τίποτε στην οικτρή αυτή κατάσταση, είπα, γιατί οι Αυστριακοί είναι άνθρωποι της συνήθειας και συνηθίζουν και τον βάλτο στον οποίο τσαλαβουτούν ήδη επί πάνω από μία δεκαετία. Ο κακομοίρης ο λαός, είπα. Και με τη λέξη σοσιαλισμός την παθαίνουν πάντοτε πάνω απ' όλα οι Αυστριακοί, καίτοι όλοι ξέρουν ότι η λέξη σοσιαλισμός έχει χάσει την αξία της. Οι σοσιαλιστές δεν είναι πια σοσιαλιστές, είπα, οι σημερινοί σοσιαλιστές είναι οι καινούργιοι εκμεταλλευτές, όλα ψεύτικα, είπα στην ξενοδόχο

    (...)

    Ο ποδηλάτης παραθέριζε στον κόλπο της Σούγιας στη νότια Κρήτη (τα γύρω χωριά αποτελούν αδιάψευστο παράδειγμα της κατασπατάλησης του δημοσίου χρήματος) και άνοιξε στην παραλία το βιβλίο Ο Αποτυχημένος του Τόμας Μπέρνχαρντ σ' αυτήν ακριβώς τη σελίδα όλως τυχαίως - ορκίζεται στον Θεό! Ανάμεσα σε 187 σελίδες, έτυχε και άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 133, όπου ο Μπέρνχαρντ σούρνει τα εξ αμάξης στην αυστριακή σοσιαλιστική κυβέρνηση το 1983, κοντά τριάντα χρόνια πριν, όταν εμείς εδώ στην Ελλάδα δρέπαμε τους «καρπούς» της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησής μας. Και το κακό δεν κράτησε σ' εμάς μόνο δεκατρία χρόνια, ούτε και το αντιλαμβανόμασταν τότε ως κακό -αντιθέτως μάλιστα. Εάν τότε διαβάζαμε τη σελίδα 133, θα μειδιούσαμε αυτάρεσκα. Αλλά, κατά το αρχαίο γνωμικό, «μηδενί συμφοράν ονειδίσεις· κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον». Βέβαια, σύμφωνα με τον Μπέρνχαρντ, ο αυστριακός λαός είναι απλώς κουτός, αδύναμος και άνθρωπος της συνήθειας, που εκτός των άλλων ξοδεύει μ' αξιοθρήνητο ρουτινιέρικο τρόπο τα Σαββατοκύριακά του. Δεν ξέρω αν στην Ελλάδα μπορούμε να περιοριστούμε σ' αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Κάθε λαός διαθέτει εκτός από τα κοινά ανθρώπινα ελαττώματα και τα ίδια της εθνικής του ιδιοσυστασίας. Ο αυστριακός λαός, που και σε όλα του σχεδόν τα βιβλία τον περνάει γενεές δεκατέσσερις ο Μπέρνχαρντ, χαρακτηρίζεται, όπως λέει ο συγγραφέας, από κουταμάρα, αδυναμία και συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται ομοιότυπα. Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε το ίδιο ακριβώς και για τους Ελληνες, εκτός αν διευρύνοντας την έννοια της λέξης «κουταμάρα» εννοήσουμε και την κοντόθωρη και ωφελιμοθηρική αντιμετώπιση του παρόντος.

    Ο ελληνικός λαός καυχάται για την εξυπνάδα του, που την εννοεί κυρίως ως καπατσοσύνη. Ο καπάτσος στην Ελλάδα χαίρει εκτιμήσεως και χρησιμεύει σαν πρότυπο, αλλιώς μοντέλο. Ο έλληνας πολίτης έχει μπερδέψει το αντικείμενο χρήσεως με το καταναλωτικό - η σύγχυση υπέρ του καταναλωτικού, εννοείται. Ο έλληνας πολίτης δύσκολα αντιλαμβάνεται διαστάσεις άλλες από του υπερμεγέθους, το οποίο βλακωδώς ταυτίζει με το μεγαλείο: ένα τεράστιο σπίτι, ένα πελώριο αυτοκίνητο, μια τεράστια εκκλησία, ένα πελώριο δημαρχιακό μέγαρο, μια τεράστια μερίδα, ένας υπέρβαρος άνθρωπος. Υστερα έχουμε την προσήλωσή του στην αριθμητική πράξη του πολλαπλασιασμού κατά ποσότητα, χάρη στην οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις, πιασμένες στο δόκανο της πελατειακής σχέσης, αδυνατούν φέρ' ειπείν να προστατεύσουν το φυσικό περιβάλλον της χώρας, και προωθούν στρεβλά μοντέλα ανάπτυξης: πολλά σπίτια, πολλά αυτοκίνητα, πολλοί δρόμοι, πολλά ρούχα και παπούτσια, πολλά βιβλία, πολλά ράφια, πολλές εκδηλώσεις, πολλοί βουλευτές, πολλά πανηγύρια, πολύ μάρμαρο. Το «λίγο» ο Ελληνας το αντιμετωπίζει ως αρετή που οφείλει να έχει ή να την αποκτήσει η Φύση και τα εν αυτή: λίγα δέντρα, λίγα ποτάμια, λίγες ζωντανές θάλασσες, λίγα άγρια ζώα και φυτά, λίγα σπάνια πουλιά, λίγα δύσβατα μονοπάτια. Οι ελληνικές κυβερνήσεις και οι έλληνες πολίτες στην πλειονότητά τους πασχίζουν να φτιάξουν τον κόσμο κατ' εικόνα όχι του Λόγου, όπως κάνει η σύγχρονη Φυσική, αλλά του λόγου τους. Ο πρώτος νόμος της θερμοδυναμικής δεν αφορά τον Ελληνα, που πιστεύει ότι μπορείς να παράγεις ενέργεια από το τίποτα και να εξαφανίσεις την υπάρχουσα με το τίποτα.

    ΤΕΛΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΜΟΤΣΑ

    Μια μοναχική μπουλντόζα μάχεται με τον λόφο της

    σαν ποιητής, σαν όλους που δουλεύουν εδώ μονάχοι.

    Μια βαριά λαχτάρα ώριμων σύκων

    έλκει την οροφή του δειλινού στο επίπεδο της γης.

    Η φωτιά έχει φάει πια τ' αγκάθια

    και για τον θάνατο δεν μένει τίποτα παρά

    να ζαρώσει σαν απογοητευμένες φλόγες.

    Μπορώ να παρηγορηθώ: μια μεγάλη αγάπη

    μπορεί να είναι και μια αγάπη για το τοπίο.

    Μια βαθιά αγάπη για πηγάδια, ένα πάθος για λιόδεντρα

    ή το σκάψιμο, όπως με τις μοναχικές μπουλντόζες.

    Οι σκέψεις μου πάντοτε στιλβώνουν την παιδική μου ηλικία

    μέχρι που γίνεται σαν ένα σκληρό διαμάντι

    άθραυστο για να χαράξει

    το φτηνό γυαλί της ωριμότητάς μου.

    ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΡΩΤΗΘΗΚΕ ΚΑΝΕΙΣ

    Πάει καιρός που δεν ρωτήθηκε κανείς

    ποιος έζησε σ' αυτά τα σπίτια, ποιος μίλησε για τελευταία φορά,

    ποιος ξέχασε το σακάκι του μέσα σε τούτα τα δωμάτια.

    Ποιος έμεινε. (Αλήθεια, γιατί δεν έφευγε;)

    Ενα δέντρο νεκρό στέκει μέσα στα ολάνθιστα. Ενα δέντρο νεκρό.

    Πανάρχαιο λάθος, ακατάληπτο,

    στα σύνορα της χώρας. Ξεκίνημα

    στον χρόνο κάποιου άλλου. Μικρή σιωπή,

    παραλήρημα της κόλασης και του κορμιού.

    Το τέλειωμα του τέλους ξεκινάει με ψιθύρους.

    Από το μέρος τούτο πέρασε ο άνεμος

    κι ένα παιδί προσέχει με περίσκεψη το γέλιο του ανθρώπου.

    δύο ποιήματα του εβραίου Γεχούντα Αμιχάι (1924-2000), το πρώτο μεταφρασμένο από τον Βασίλη Καραβίτη και το δεύτερο, από τον Τάκη Μενδράκο... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)
Ο Rainer Fetting στην Berlinische Galerie
Κριτική βιβλίου
Παράλογοι φόβοι και ενύπνιοι εφιάλτες
Το «ημερολόγιο εθίμων» του Ανδρέα Ταρνανά
Η αρπαγή της σαγήνης και η κατασκευή του «φυσικού»
Ανάμεσα στον ψεύτικο και αληθινό εαυτό
Απαντα
Στην καρδιά του σκότους και πάλι
Το φαίνεσθαι και το είναι
Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο
Στη λογική της θλιμμένης ύπαρξης
Με άρωμα Γαλλίας και Πορτογαλίας
Λογοτεχνία
Ο Παπαδιαμάντης από φωτογραφία
Κεράσιον ευαισθησίας
Το χάρισμα της Βέρθας
«Κασσάνδρα»
Αλογο μέσα σε τραμ
Αξιώματα
Μουσική
Αρχηγική σχέση με το τραγούδι
Πραγματικός μαέστρος