Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Μερόνυχτα Σαββάτου

  • Οι από πάνω μας

    Πριν από πολλά χρόνια έμενα σε μια πολυκατοικία στα Εξάρχεια, όπου με φιλοξενούσε ένας φίλος. Στον τρίτο όροφο. Είτε από πάνω μετρούσες, είτε από κάτω, εμείς στον τρίτο όροφο μέναμε. Καταμεσής του τέρατος, δηλαδή.

    Το θεωρούσα μεγάλη τύχη αυτό, γιατί είχα ακόμα νωπές τις συμβουλές του πατέρα μου, και προπάντων εκείνη που έλεγε «στη μέση να πηγαίνεις, πάντα στη μέση». Τότε δεν είχαν «σηκωθεί» ακόμη οι πολυκατοικίες, και το έλεγε για όλα τ' άλλα, εκτός απ' αυτές. Λοιπόν, εγώ, χωρίς να το θελήσω, χωρίς να το επιδιώξω, έμενα και στη μέση μιας πολυκατοικίας.

    Την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα εκεί με ξύπνησε ένας παράξενος ήχος, που ακουγόταν από ψηλά και που δεν καταλάβαινα περί τίνος επρόκειτο. Ηταν σαν να άδειαζε κάποιος από 'κει πάνω νερό στη σκάφη για να βάλει μπουγάδα ή για να λούσει νυχτιάτικα το παιδί του. Θα μπορούσε ακόμα να ήταν κι ένας γάιδαρος που σταμάτησε για να κατουρήσει, αλλά δεν ήταν δυνατό να υπήρχε κάτι τέτοιο πάνω απ' τα κεφάλια μας. Η δυνατή ροή συνεχιζόταν όμως και φοβήθηκα μήπως πλημμυρίσει πάνω και κατέβει το νερό σε μας. Πήγα στο δίπλα δωμάτιο και σκούντησα τον φίλο μου. «Τι τρέχει;» γύρισε προς το μέρος μου. «Νερό τρέχει πάνω απ' τα κεφάλια μας. Ακου...» έδειξα το ταβάνι. «Δεν είναι νερό», ξαναγύρισε στο πλευρό του. «Είναι ο από πάνω που κατουράει στο καθίκι. Είναι η ώρα του». «Δεν έχει αποχωρητήριο;» ρώτησα απορημένος. «Εχει, αλλά θέλει να ξυπνήσει τον αποπάνω και κατουράει κάτω απ' το κρεβάτι του», μίλησε χωρίς να γυρίσει. «Ετσι, όμως, ξυπνάει κι εμάς», θύμωσα. «Του το 'χω πει κι εγώ και είπε ότι αυτά συμβαίνουν».

    Ξαναγύρισα στο κρεβάτι περιμένοντας να καταλαγιάσει το σιντριβάνι και τη στιγμή που έπεφταν οι τελευταίες σταγόνες, βρόντηξε σε κάποιο ταβάνι ένα δυνατό χτύπημα. Ανασηκώθηκα κοιτώντας ψηλά κι αμέσως ακούστηκε και δεύτερο χτύπημα και τρίτο. Ετρεξα δίπλα και ταρακούνησα τον φίλο μου. «Ξύπνα, τώρα χτυπάει με τη μαγκούρα». «Δεν είναι αυτός...» είπε βαριεστημένα.«Είναι ο από πάνω του, αυτός από το ρετιρέ, που του τα γυρνάει πίσω». «Ποια του γυρνάει πίσω;» «Τα καψώνια με το κατούρημα που του 'κανε ο άλλος πριν λίγο. Ασε με τώρα να κοιμηθώ λίγο...» «Τι να κοιμηθείς, ρε, μπορείς να κοιμηθείς μ' αυτό τον σαματά πάνω απ' τα κεφάλια μας; Οσο πάει και δυναμώνει, δεν ακούς;» «Σε λίγο θα κουραστεί και θα τα παρατήσει, άκου που σου λέω. Αυτό γίνεται μέρα νύχτα, κάνε λίγη υπομονή». «Κι αν συνεχίσει ο άλλος;» φώναξα μες στα μούτρα του. «Τι να συνεχίσει, μωρέ!..» τσατίστηκε. «Κατούρησε ο άνθρωπος, δεν τον άκουγες τόση ώρα; Πάει και τέλειωσε. Αύριο πάλι».

    Γύρισα ξανά στο κρεβάτι και ξάπλωσα κοιτώντας το ταβάνι. Αναρωτιόμουν πώς γίνεται να ζούνε δυο άνθρωποι, ο ένας πλάι στον άλλο και να μαλώνουν έτσι, σαν να θέλουν να σκοτώσει ο ένας τον άλλο. Το είπα στον φίλο μου, όταν ξύπνησε και με φώναξε από την κουζίνα για καφέ. «Δεν ζει ο ένας πλάι στον άλλο, ρε συ, ο ένας πάνω στον άλλο ζούνε, γι' αυτό και μαλώνουν μέρα - νύχτα. Ο αποπάνω μας έμενε κάποτε στο ρετιρέ που μένει τώρα ο αποπάνω του, αλλά είχε μια μεγάλη ατυχία με τη δουλειά του και αναγκάστηκε να κατέβει στον παρακάτω όροφο, που είναι πιο φτηνά. Ετσι ανέβηκε ο άλλος. Ανω κάτω, δηλαδή...» γέλασε.

    Εγώ δεν γέλασα, τον κοιτούσα, προσπαθώντας να καταλάβω. «Μη σκας, έτσι είναι αυτοί, πέφτει ο ένας, τον σηκώνει ο άλλος. Αλληλοσηκώνονται», ξαναγέλασε. «Αλληλοσκοτώνονται, θες να πεις», τον διόρθωσα. «Οχι, καλά το 'πα. Αμα σκοτωθεί ο ένας, θα πάψει να υπάρχει κι ο άλλος. Ο από κάτω περιμένει πώς και πώς να χρεοκοπήσει ο από πάνω του για να ξαναπάρει το ρετιρέ». «Και για το ρετιρέ γίνονται όλ' αυτά; Για το ρετιρέ δεν αφήνει ο ένας να κοιμηθεί ο άλλος;» απόρησα. «Ξέρω κι εγώ;» απόρησε κι ο φίλος μου. «Μπορεί για το ρετιρέ. Μπορεί, όμως, απλά και μόνο για να θέλει ο άλλος να τον κατουράει από ψηλά». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Ιστορία
Διδακτικά-επετειακά: 1919-1939-2009
Κριτική θεάτρου
Το φεγγάρι του Οκτώβρη είναι κόκκινο
Η παράνοια της ερωτικής ζωής
Μουσική κωμωδία
«Εκατομμυριούχος» σούπερ-γούμαν στα νύχια σοσιαλιστή συγγραφέα
Πολυχώρος Πειραιώς 206
Ενα όνειρο είχα, ν' αφήσω πίσω μου μια εστία πολιτισμού
Δύο σινεμά κι ένα θέατρο, που θυμίζει Επίδαυρο
Εγκαίνια αφιερωμένα στον ίδιο, μέλλον ανοιχτό στους νέους
Συνέντευξη: Κάμερον Τζέιμι
Χωρίς την τέχνη θα γινόμουν σίριαλ κίλερ
Συνέντευξη: Μαρία Κατσανδρή
Κανείς δεν είναι επαναστάτης αν δεν αγαπά τη ζωή
Συνεντεύξη: Ρέππας - Παπαθανασίου
Το «όλοι είναι πουλημένοι» δείχνει υπεροψία