Έντυπη Έκδοση

ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - Τι (δεν) είδε ο ρεπόρτερ

VANITY (UN)FAIR

Αν πρέπει να μείνει στην Ιστορία μια φράση από το 14σέλιδο ρεπορτάζ του Μάικλ Λιούις για την οικονομική κρίση της Ελλάδας που δημοσιεύεται στο τελευταίο «Vanity Fair» (τίτλος: «Φοβού τους Δαναούς και ομόλογα φέροντας»), θα δικαιούνταν την τιμή η εξής: «Στην Ελλάδα δεν βούλιαξαν οι τράπεζες τη χώρα. Η χώρα βούλιαξε τις τράπεζες».

«Φοβού τους Δαναούς και ομόλογα φέροντας» τιτλοφορείται το άρθρο του «Vanity Fair», θυμίζοντάς μας ότι στο εξωτερικό το ρητό αναφέρει Ελληνες και όχι ξεχα- σμένους Δαναούς. Οσο για τον καλοζωισμένο πατέρα Αρσένιο, φαίνεται ότι κατά το περιοδικό πρόκειται για τον τυπικό Νεοέλληνα. Ξέρετε: με δύο παιδιά, εργασιακή ανασφάλεια, δάνεια και άρρωστη πεθερά... «Φοβού τους Δαναούς και ομόλογα φέροντας» τιτλοφορείται το άρθρο του «Vanity Fair», θυμίζοντάς μας ότι στο εξωτερικό το ρητό αναφέρει Ελληνες και όχι ξεχα- σμένους Δαναούς. Οσο για τον καλοζωισμένο πατέρα Αρσένιο, φαίνεται ότι κατά το περιοδικό πρόκειται για τον τυπικό Νεοέλληνα. Ξέρετε: με δύο παιδιά, εργασιακή ανασφάλεια, δάνεια και άρρωστη πεθερά... Η φράση εμφανίζεται στο τέλος της έκτης παραγράφου, ύστερα από τρεις γεμάτες παραγράφους για τη διαφθορά και τη σπατάλη του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα, και συμπληρώνεται με μία σχεδόν εξίσου εμβληματική φράση προς το τέλος του κειμένου, αφού πρώτα ο Λιούις αναφερθεί στο θάνατο των τριών εργαζομένων της Μαρφίν κατά τη διαδήλωση της 5ης Μαΐου: «Αν υπήρχε δικαιοσύνη στον κόσμο, οι έλληνες τραπεζίτες θα βρίσκονταν στο δρόμο, διαμαρτυρόμενοι κατά των ηθικών αξιών του μέσου έλληνα πολίτη».

Οπως εξηγεί ο Λιούις, οι ελληνικές τράπεζες, σχεδόν μόνες στην Ευρώπη, δεν είχαν αγοράσει σημαντικό αριθμό από τα αμερικανικά τοξικά προϊόντα που οδήγησαν στην κρίση τις οικονομίες της Ευρώπης, έκαναν το λάθος να δανείσουν στην ελληνική κυβέρνηση κάπου 30 δισεκατομμύρια ευρώ, που, μέσα στο χάος και τη διαφθορά του ελληνικού δημοσίου, σπαταλήθηκαν ή λεηλατήθηκαν.

Πριν στενοχωρηθούμε για την αδικία που έπληξε τις ελληνικές τράπεζες, καλό θα ήταν να θυμηθούμε αυτό που δεν λέει ο Λιούις, ότι δηλαδή μέχρι πολύ πρόσφατα είχαν οδηγηθεί σε πολύ υψηλή κερδοφορία, ακριβώς εξαιτίας της στρεβλής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (που καταγράφει σε όλο το άρθρο) και επί πλέον εξαιτίας της ευνοϊκής μεταχείρισης που επιφύλαξαν στις τράπεζες οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή, θεσπίζοντας έναν από τους χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές στην Ελλάδα και ψηφίζοντας τον ευνοϊκό νόμο περί συγχωνεύσεων. Αλλωστε, οι ίδιες οι τράπεζες συνέβαλαν στην οικονομική κρίση, καθώς μέχρι πρόσφατα είχαν αποδυθεί σ' έναν ανταγωνισμό εύκολου, σχεδόν ανεξέλεγκτου δανεισμού, φυσικά με το αζημίωτο. Με άλλα λόγια, για να θυμηθούμε μια φράση του δημοσιογράφου Τζον Λίτσφιλντ στην εφημερίδα «Indipendent» για την ελληνική κρίση, «είναι σαν να παραπονιούνται οι τράπεζες ότι οι κυβερνήσεις είναι γυμνές, αφού πρώτα τους έχουν πάρει τα ρούχα».

Η διαλεκτική δεν είναι το δυνατό χαρτί του Λιούις. Ορίστε ποιους καταγράφει ως συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο της ΑΔΕΔΥ κατά του ασφαλιστικού νομοσχεδίου στα μέσα του καλοκαιριού, την εβδομάδα που ο Λιούις βρισκόταν στην Ελλάδα: «Εφοριακοί που δωροδοκούνται, δάσκαλοι της δημόσιας εκπαίδευσης που δεν διδάσκουν, καλοπληρωμένοι υπάλληλοι των χρεοκοπημένων κρατικών σιδηροδρόμων των οποίων τα τρένα ποτέ δεν έρχονται στην ώρα τους, εργαζόμενοι στα κρατικά νοσοκομεία που δωροδοκούνται για να αγοράζουν υπερτιμημένες προμήθειες».

Αν ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους υπήρξε ένας καλός άνθρωπος, έστω ένας αφελής, ένας που κάνει στοιχειωδώς τη δουλειά του, ο Λιούις δεν τον είδε. Είδε μόνο βολεμένους και διεφθαρμένους δημόσιους υπαλλήλους, που βούλιαξαν το κράτος (και μαζί τις τράπεζες), να βάζουν τώρα λουκέτο στα αεροδρόμια, στο λιμάνι, στα καταστήματα και τα εστιατόρια της Αθήνας και στην Ακρόπολη. Αλλωστε από την αρχή είχε κλείσει πονηρά το μάτι, προαναγγέλλοντας το συλλαλητήριο ως την «επόμενη προγραμματισμένη εξέγερση», ταυτίζοντας -εν τη ρύμη του λόγου- κάθε διαμαρτυρία με ακραία εκτροπή.

Το άρθρο θα μπορούσε να το έχει γράψει κάποιος από τους εγχώριους τηλεδημοσιογράφους-σχολιαστές, αν διέθετε τις συγγραφικές αρετές του Λιούις. Δεν είναι τυχαίο που η «Καθημερινή» μίλησε για «άρθρο-καταπέλτη, όπου περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια οι παθογένειες της κοινωνίας μας, της εθνικής οικονομίας, αλλά και του κρατικού μηχανισμού», ούτε ότι πολλά μέσα υποδέχτηκαν το ρεπορτάζ με επαρχιώτικο θαυμασμό, ανάμεικτο με μαζοχιστική διάθεση, σχεδόν ζητώντας από το δημοσιογράφο, θα έλεγε κανείς, να μας σφάξει επιτέλους, ν' αγιάσουμε.

Αλλά ο Λιούις υπηρετεί την υψηλή δημοσιογραφία κι όταν σφάζει, σφάζει με το μπαμπάκι. Η μεγαλύτερη αρετή της εβδομαδιαίας περιήγησής του στην Αθήνα και στο Βατο- πέδι, που είχε σκοπό να βοηθήσει τον αναγνώστη να κατανοήσει την ελληνική οικονομική κρίση, είναι η γλαφυρότητα, παρούσα ήδη από την πρώτη φράση του κειμένου: «Υστερα από μια ώρα στο αεροπλάνο, δύο στο ταξί, τρεις σ' ένα σαραβαλιασμένο φέρι και τέσσερεις ακόμα σε λεωφορεία που έτρεχαν σαν τρελά πάνω στις κορυφές απότομων γκρεμών, οδηγημένα από Ελληνες που μιλούσαν στο κινητό τους, έφτασα στην πύλη του τεράστιου και απομονωμένου μοναστηριού».

Το ρεπορτάζ του Λιούις ανήκει στο είδος που στην Αμερική αποκαλούν «λογοτεχνική δημοσιογραφία»: πολυσέλιδα ρεπορτάζ, που συνδυάζουν τον πιο αυστηρό έλεγχο των πληροφοριών με λογοτεχνικές μεθόδους αφήγησης, έτσι ώστε η ανάγνωση να έχει κάτι από την απόλαυση ενός διηγήματος. Στην ιδανική της μορφή, η λογοτεχνική δημοσιογραφία προϋποθέτει ενδελεχή, πολύμηνη και επιτόπια έρευνα και εξαντλητικές συνεντεύξεις. Προϋποθέτει, επίσης, συναρπαστικές περιγραφές τόπων και ανθρώπων, ζωντανούς διαλόγους και, κυρίως, μια ειρωνική ματιά από το δημοσιογράφο, ο οποίος δεν αποφεύγει να εμπλακεί συναισθηματικά σε όσα παρατηρεί.

Πιστός στις συμβάσεις του είδους, ο Λιούις εντυπωσιάζεται από το σουλούπι του Εφραίμ («λίγο-πολύ, φτυστός ο Αϊ-Βασίλης» λέει, απορώντας για το μέγεθος και άλλων μοναχών που δεν φαίνεται να οφείλεται στο λιτό διαιτολόγιο της μονής)· από το βιογραφικό και την εμφάνιση του Γιώργου Παπακωνσταντίνου («ανοιχτός, φιλικός, με καθαρό πρόσωπο, ξυρισμένος κόντρα και, όπως πολλοί που βρίσκονται στην κορυφή της νέας ελληνικής κυβέρνησης, δίνει την εντύπωση λιγότερο Ελληνα και περισσότερο Αγγλου - και, μάλιστα, σχεδόν Αμερικανού»)· από τις απαντήσεις του πατέρα Αρσένιου [«απαντούσε (σε απλές ερωτήσεις) με εικοσάλεπτες παραβολές, μέσα στις οποίες κάπου θα βρισκόταν μια απλή απάντηση»]· από τα περιστατικά διαφθοράς που του διηγούνται δύο εφοριακοί σε διαδοχικές συναντήσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων τα συναισθήματα του δημοσιογράφου νεκρώνουν («στην Αθήνα, ένιωσα πολλές φορές ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο για δημοσιογράφο: απόλυτη έλλειψη ενδιαφέροντος για κάτι που είναι εμφανώς σοκαριστικό»).

Από την αιχμηρή και με χιούμορ περιγραφή της επίσκεψής του στο Βατοπέδι, μας μένουν σκηνές σαν αυτήν που ο Λιούις καλεί τον αναγνώστη να συγκρίνει το εγκαταλελειμμένο στο χρόνο γραφείο του Γιώργου Παπακωνσταντίνου με το τελευταίας τεχνολογίας και αισθητικής γραφείο του πατέρα Αρσέ- νιου, του δεξιού χεριού του ηγούμενου Εφραίμ, ή σαν αυτήν που καταγράφει το τηλεφώνημα που του έκανε ένας μοναχός για να τον ρωτήσει, για χάρη του Εφραίμ, αν αξίζει τον κόπο μια επιχειρηματική συνάντηση μ' έναν αμερικανό χρηματιστή που επισκέφθηκε τη μονή.

Το ρεπορτάζ δεν λέει, βέβαια, κάτι που δεν ξέρουμε στην Ελλάδα (αν και το λέει με τρόπο που δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα), αλλά έτσι κι αλλιώς ο Λιούις δεν απευθύνεται στο ελληνικό κοινό. Απευθύνεται στο διεθνές κοινό, στο οποίο παρουσιάζει την κεντρική του θέση, ότι ο τρόπος που ανταποκρίθηκαν οι Ελληνες στην παγκόσμια πιστωτική φούσκα δείχνει μια κοινωνία που βρίσκεται σε ηθική και πολιτική κρίση.

Πράγματι, αυτή είναι μια αληθινή -αν και αποσπασματική- εικόνα της ελληνικής κοινωνίας. Αν όμως κάποιος έχει προσδοκίες για μια παρουσίαση της ελληνικής κρίσης που αποκλίνει στοιχειωδώς από τον νεοφιλελεύθερο κανόνα που ψέλνουν οι ιεροκήρυκες του ΔΝΤ στα περισσότερα δελτία ειδήσεων καθ' εκάστην εσπέραν, θα απογοητευτεί. Ο κατάλογος των πηγών που χρησιμοποιεί ο δημοσιογράφος, των ανώνυμων και κυρίως των επώ- νυμων, μοιάζει με το χου ιζ χου του εγχώριου νεοφιλελευθερισμού, αν εξαιρέσουμε οχτώ ανθρώπους, για τους οποίους δεν μπορούμε να πάρουμε όρκο (έναν ρουμάνο ιερέα, έναν αμερικανό μοναχό, μια υπάλληλο ξενοδοχείου, έναν ανώνυμο αρχισυντάκτη μιας από τις μεγαλύτερες ελληνικές εφημερίδες και δύο ανώνυμους εφοριακούς).

Κατά τα άλλα, οι ανώνυμες πηγές αποτελούνται από διάφορους πλούσιους που ασχολούνται με τον κτηματομεσιτικό ή με τον χρηματοπιστωτικό κλάδο (έτσι τους αναφέρει), έναν εξέχοντα πρώην υπουργό, έναν ανώτατο αξιωματούχο του ΔΝΤ, έναν μεγαλοτραπεζίτη, μια γυναίκα επικεφαλής μιας από τις μεγαλύτερες εφοπλιστικές εταιρείες. Ορίστε και οι επώνυμες πηγές: ο πατέρας Αρσένιος, ο ηγούμενος Εφραίμ, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Πέτρος Δούκας, ο Δημήτρης Κοντομηνάς, η Μιράντα Ξαφά, ο Στέφανος Μάνος.

Βλέπετε έναν χαμηλόμισθο; Εναν άνεργο; Εναν συνταξιούχο; Μήπως έναν συνδικαλιστή; Εναν της Αριστεράς και της προόδου, βρε αδερφέ; Ούτε και ο Λιούις είδε. Κι αυτή η επιλεκτική όραση είναι το κατ' εξοχήν πρόβλημα του άρθρου, για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος έχει σχέση με τη δημοσιογραφική δεοντολογία, που απαιτεί την έντιμη -χωρίς διαστρεβλώσεις- παρουσίαση όλων των απόψεων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, ακόμη κι αν διαφέρουν από αυτά του δημοσιογράφου.

Ο δεύτερος λόγος έχει σχέση με την ποιότητα της ανάλυσης. Δεν είναι μόνο ορισμένες αστοχίες που δείχνουν επιφανειακή γνώση των επί μέρους θεμάτων, όπως όταν λέει ότι η δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι τόσο ανεπαρκής, που οι γονείς θεωρούν δεδομένο ότι θα προσφέρουν στα παιδιά τους ιδιωτικά μαθήματα «για να είναι σίγουροι ότι θα μάθουν κάτι στην πραγματικότητα», αγνοώντας ότι τα ιδιωτικά μαθήματα στην Ελλάδα γίνονται απλώς για να περάσουν οι μαθητές τις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο.

Ο Λιούις επιλέγει να παρουσιάσει εκείνα τα στοιχεία που εξυπηρετούν τη νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της ελληνικής κρίσης, αλλά δεν ανταποκρίνονται αναγκαστικά στην πραγματικότητα και δεν δίνουν ολόκληρη την εικόνα της. Αναφέρει, για παράδειγμα, στοιχεία για το ετήσιο κόστος των εργαζομένων στους σιδηρόδρομους (μαζί με στοιχεία για τα πενιχρά έσοδα του οργανισμού) και μετά παραθέτει τις ετήσιες απολαβές του μέσου εργαζομένου, έτσι που να δημιουργείται η εντύπωση ότι για τα τεράστια ελλείμματα του ΟΣΕ φταίνε οι αμοιβές των εργαζομένων. Δεν αναφέρει ότι μεγάλο μέρος του χρέους του οργανισμού οφείλεται σε τόκους και τοκοχρεολύσια ούτε αναφέρει τη μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε το καλοκαίρι η Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών, καταγγέλλοντας σκάνδαλα επί σκανδάλων και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξαιρετικής κακοδιαχείρισης που ευθύνονται για το έλλειμμα του ΟΣΕ.

Αλλο παράδειγμα: αναφέρει την κυβερνητική γραμμή ότι κατά την τελευταία δεκαετία (για δεκαετία είχε μιλήσει ο πρωθυπουργός στη Βουλή, για επταετία ή οκταετία είχε μιλήσει ο Γ. Παπακωνσταντίνου στο δελτίο ειδήσεων του Σκάι) διπλασιάστηκαν σε απόλυτους αριθμούς οι δαπάνες του κράτους για τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά από μόνο του το στοιχείο αυτό είναι παραπλανητικό. Στην πραγματικότητα, το ίδιο διάστημα η μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων ως ποσοστό του ΑΕΠ (διότι μόνο έτσι έχει νόημα η σύγκριση) παραμένει σταθερή και είναι μάλιστα χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 15. Αυτό, βέβαια, δεν το πολυαναφέρουν οι πιστοί του νεοφιλελευθερισμού, γιατί χαλάει την εικόνα ενός υπερβολικά μεγάλου και σπάταλου δημόσιου τομέα που, υποτίθεται, φταίει για την κρίση. Οπως, επίσης, δεν πολυαναφέρουν, για να μην μπαίνουν ιδέες τώρα με το δάνειο του ΔΝΤ, ότι η μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων κοστίζει κάθε χρόνο στο κράτος αρκετά λιγότερα χρήματα από ό,τι η αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων.

Αν, λοιπόν, ήθελε να είναι δίκαιος και ακριβής, ο Λιούις θα έπρεπε να αναζητήσει αλλού (ή και αλλού) τις αιτίες της κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Επιλέγει, όμως, να παρουσιάσει μιαν αφήγηση που συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία της νεοφιλελεύθερης μυθολογίας: μια καλή κυβέρνηση προσπαθεί να σώσει τη χώρα από τους κακούς Ελληνες, ιδίως τους κάκιστους δημοσίους υπαλλήλους, που έχουν οδηγήσει την οικονομία στο χείλος της καταστροφής. Ακόμα κι αν δεχτούμε όσα αναφέρει το ρεπορτάζ για τη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά και την κρίση αξιών της ελληνικής κοινωνίας, πρέπει να αναρωτηθούμε -κάτι που δεν κάνει ο Λιούις- αν είναι τόσο αυτονόητη όσο φαίνεται η σχέση τους με την οικονομική κρίση και επί πλέον γιατί και πώς είναι διαφορετική η ελληνική κοινωνία από άλλες που ζουν πολύ πάνω από τις δυνατότητές τους, όπως, για παράδειγμα, η ίδια η αμερικανική κοινωνία, η οποία, όπως πιθανολογεί ο ίδιος στη συνέντευξή του στην ιστοσελίδα του περιοδικού, στο μακρινό μέλλον θα αναγκαστεί να επιλέξει την αναδιάρθρωση και όχι την αποπληρωμή του δικού της υπέρμετρου χρέους!

Σ' αυτά τα ζητήματα ο Λιούις δεν απαντά. Απαντά, όμως, ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι στην αγγλόφωνη φιλιππινέζικη εφημερίδα «Business Mirror». Το υπογράφει ο Γουόλντεν Μπέλο, οικονομολόγος και βουλευτής της Αριστεράς στις Φιλιππίνες, που επισκέφθηκε κι αυτός την Ελλάδα για να μας γνωρίσει καλύτερα.

Δύο είναι τα βασικά του συμπεράσματα: το πρώτο, ότι για την κρίση στην Ελλάδα έχουν τεράστια ευθύνη τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία δάνειζαν ανεξέλεγκτα και αλόγιστα την Ελλάδα, με σκοπό το δικό τους κέρδος. Το δεύτερο, ότι τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θέλουν να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει πως για την οικονομική κρίση της Ελλάδας φταίνε οι Ελληνες που ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους.

Αυτό το σενάριο είναι βολικό, λέει ο Μπέλο, διότι επιτρέπει στα ιδρύματα να εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους τεράστια οικονομικά πακέτα, όπως αυτό του ΔΝΤ, που βέβαια στο τέλος θα πληρώσουν οι Ελληνες, όσο και διότι απομακρύνει οποιαδήποτε σκέψη για αυστηρότερη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Μ' άλλα λόγια, ο Λιούις πάει να μας πείσει ότι βρέχει, ενώ στην πραγματικότητα μας φτύνουν αυτός και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Το ρεπορτάζ τελειώνει με μία από τις μεγαλύτερες πάσες που έχει δώσει ποτέ ρεπορτάζ σε κυβέρνηση: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη τουλάχιστον να προσπαθήσει να ξαναδημιουργήσει τον ελληνικό δημόσιο βίο. Το μόνο ερώτημα είναι: Μπορεί ποτέ κάτι τέτοιο, αν χαθεί, να ξαναδημιουργηθεί;»

Στο ρεπορτάζ ο Λιούις έχει την ευγένεια να αφήσει ανοιχτό το ερώτημα, αλλά στη συνέντευξή του στην ιστοσελίδα του περιοδικού εμφανίζεται λιγότερο ευγενής: πιστεύει ότι η Ελλάδα θα επιλέξει την αναδιάρθρωση του χρέους αντί για την αποπληρωμή του, διότι, λέει, «η αποπληρωμή του χρέους υπονοεί το είδος της αποφασιστικότητας και του συλλογικού σκοπού που λείπει [από τους Ελληνες]».

Η συζήτηση έχει πια μετατοπιστεί από τη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής στη σφαίρα της ηθικής. Μετά απ' όλα αυτά, θα δικαιούμασταν να τον ρωτήσουμε για τη δημοσιογραφική δεοντολογία - μπορεί ποτέ, αν χαθεί, να ξαναδημιουργηθεί;

Πληκτρολογήστε

..............1..............

http://www.vanityfair.com/business/features/2010/10/greeks-bearing-bonds-201010

Το άρθρο του Λιούις για την Ελλάδα.

..............2..............

http://www.vanityfair.com/online/daily/2010/09/michael-lewis-talks-about-the-banks-that-brought-down-greece.html

Η συνέντευξή του, όπου μιλάει ακόμη πιο έξω απ' τα δόντια.

VANITY FAIR: το ευαγγέλιο της ματαιοδοξίας

* Μηνιαίο περιοδικό των πλούσιων, διάσημων και λαμπερών της Αμερικής, με φιλελεύθερη παρά συντηρητική οπτική. Θεωρείται θεσμός στο χώρο των κοσμικών και της μόδας. Δημοσιεύει συνεντεύξεις διασημοτήτων πρώτης γραμμής, μεγάλα ρεπορτάζ για θέματα της επικαιρότητας και φωτογραφίες μερικών από τους μεγαλύτερους φωτογράφους στον κόσμο.

* Σ' αυτό το περιοδικό δημοσιεύτηκε το ρεπορτάζ για τις καπνοβιομηχανίες, που οδήγησε στη γνωστή ταινία «The Insider», και επίσης το ρεπορτάζ που αποκάλυψε την ταυτότητα του Βαθιού Λαρυγγιού, της βασικής ανώνυμης πηγής που οδήγησε στην αποκάλυψη του σκανδάλου Γουοτεργκέιτ. Σ' αυτό το περιοδικό έδωσε την πρώτη της συνέντευξη η Τζένιφερ Ανιστον, αμέσως μετά το χωρισμό της από τον Μπραντ Πιτ, και η Μάρθα Στιούαρτ μόλις βγήκε από τη φυλακή. Εδώ επίσης αποκάλυψε η Λίντσεϊ Λόχαν ότι κάνει χρήση ναρκωτικών. Στο εξώφυλλό του δημοσιεύτηκε η διάσημη γυμνή φωτογραφία της εγκύου Ντέμι Μουρ και η φωτογραφία του Τομ Κρουζ και της Κέιτι Χολμς με την κόρη τους (και οι δύο φωτογραφίες της Ανι Λίμποβιτς).

* Αίσθηση προκαλεί κάθε χρόνο το τεύχος «Χόλιγουντ», στο εξώφυλλο του οποίου δημοσιεύεται μια ομαδική φωτογραφία από αστέρες της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Θεσμός στους κύκλους των κοσμικών είναι το αποκλειστικό πάρτι που δίνει κάθε χρόνο το περιοδικό τη βραδιά της απονομής των Οσκαρ.

* Η κυκλοφορία του περιοδικού στην Αμερική ξεπερνά τα 1.250.000 τεύχη (συνδρομές και πωλήσεις σε καταστήματα) και η αναγνωσιμότητά του φτάνει τους 6.890.000 αναγνώστες, κυρίως γυναίκες (77%), με μέσο ετήσιο εισόδημα περίπου 75.000 δολάρια και μέση ηλικία περίπου 40 χρονών.

* Ηταν το πρώτο περιοδικό του Κοντέ Ναστ, του ιδρυτή της ομώνυμης αμερικανικής εκδοτικής αυτοκρατορίας, ο οποίος το 1913 αγόρασε ένα περιοδικό ανδρικής μόδας, το «Dress», και το μετονόμασε σε «Dress and Vanity Fair» («Vanity Fair» -ελληνικός τίτλος: Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας- ονομάζεται το γνωστό μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Θάκερεϊ). Το έκλεισε το 1936, μέσα στην οικονομική ύφεση, ενσωματώνοντάς το στη «Vogue». Το 1983 ξανακυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Conde Nast και εκδίδεται ώς σήμερα. Στη θέση του διευθυντή βρέθηκε το 1984 η σιδηρά κυρία των περιοδικών Τίνα Μπράουν και το 1992 ο Γκρέιντον Κάρτερ, ο οποίος παραμένει στη θέση αυτή μέχρι σήμερα.

ΜΑΪΚΛ ΛΙΟΥΙΣ: Ο αρθρογράφος που πληγώσαμε

* Ο Μάικλ Λιούις συνεργάζεται με το «Vanity Fair» από τον Φεβρουάριο του 2009, καλύπτοντας κυρίως θέματα οικονομίας.

Το ρεπορτάζ του για την οικονομική κρίση στην Ισλανδία, δημοσιευμένο τον Απρίλιο του 2009 στο περιοδικό, βραβεύτηκε με το βραβείο Διακεκριμένης Επιχειρηματικής και Οικονομικής Δημοσιογραφίας Τζέραλντ Λομπ από τη Σχολή Διοίκησης του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας - Λος Αντζελες.

* Ο Λιούις γεννήθηκε το 1960 στη Νέα Ορλεάνη. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στο Πρίνστον και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Οικονομικών στο London School of Economics. Εργάστηκε στη Salomon Brothers, την επενδυτική τράπεζα της Γουόλ Στριτ, δουλεύοντας παράλληλα και ως δημοσιογράφος. Εφυγε από τη Salomon το 1989 και περιέγραψε την εμπειρία του στη Γουόλ Στριτ στο βιβλίο του «Liar's Poker» (το πόκερ του ψεύτη). Από τότε συνεργάζεται με περιοδικά, όπως το περιοδικό των «New York Times» και το «Portfolio» του Conde Nast, από το οποίο έφυγε για να συνεργαστεί με το «Vanity Fair».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Οικονομική κρίση
Άλλα θέματα στην κατηγορία Ελλάδα της έντυπης έκδοσης
Μπίζνες στην παραλιακή
Ξαναμοιράζεται η παραλιακή ζώνη
Υγεία
Ασθενείς, όμηροι κυκλωμάτων
Φωτοβολταϊκά
Γαλάζιος εμφύλιος μαίνεται στη ΔΕΗ
Υπόθεση Βατοπεδίου
Και όμως, το Δημόσιο ζημιώθηκε
Διαχείριση απορριμμάτων
«Ανυπόστατα τα σενάρια σκανδαλολογίας»
Καυτά ερωτήματα για τη βιοξήρανση
Νομοθεσία για τις ουσίες
Αποποινικοποιείται η χρήση ναρκωτικών
Από το "Εψιλον" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας
VANITY (UN)FAIR