Έντυπη Έκδοση

Κλιμάκιο στωικών

Μου 'πε ο Μανόλης για τότε που πήγε για κυνήγι με τον πατέρα του και με τον δικό μου. Ξέρω το μέρος, πέρδικα βουνίσια έχει εκεί, πήγα κι εγώ κάποτε με τον πατέρα. Σαν να τους βλέπω ν' αφήνουνε τ' αμάξι, ο πατέρας κατευθύνεται προς το πορτμπαγκάζ, σήμαντρο της ανυπομονησίας της σκύλας.

Τρέχει πέρα-δώθε το σκυλί, και ο πατέρας, άλλοτε γλυκά, άλλοτε άγρια, να του φωνάζει, άμα απομακρύνεται πολύ, μπερδεύοντας το κυνήγι με τη βόλτα. Ωσπου φέρμαρε. Και σήκωσε ένα μικρό κοπάδι πέρδικες, το οποίο, αφού τράβηξε πρώτα κατά την κορφή του πετρόβουνου, χύθηκε κάτω έπειτα και κλάρωσε στο δάσος, που φούντωνε σαν εφήβαιο μέσα στη χαράδρα. Την ώρα που έμπαιναν στο δάσος κρότοι ξεροί, σαν ξύλα κάποιος να 'σκιζε, στον ουρανό αντηχούσαν ψηλά, ήταν που έπιανε δουλειά μες στα κλαριά το σαράκι του ήλιου. Το σκυλί τρελαμένο απ' τις μυρωδιές όλο ξέκοβε και ο πατέρας το απειλούσε, φοβούμενος των αγριμιών τα δόντια. Πρώτη φορά κι αυτοί κι αυτό εκεί μέσα. Γύριζαν ώρα και οι πέρδικες άφαντες, ώσπου, κάποια στιγμή, κατάλαβαν ότι χάθηκαν. Πηγαίνοντας στα τυφλά βγήκαν σ' ένα ξέφωτο. Εκεί, είδαν ανθρώπους καθισμένους ανακούρκουδα να τρώνε και αναθάρρησαν. Οταν τους πλησίασαν, κοιτώντας τι φορούσαν (κάτι φόρμες στο πράσινο του πεύκου), κατάλαβαν πως ήταν κάποιο κλιμάκιο της ΔΕΗ. Είχαν όλοι αγριόφατσες κι αρειμάνια γένια. Καταβρόχθιζαν κοτόπουλα. «Ε, πατριώτες, πώς πάει;» μίλησε πρώτος ο πατέρας τού Μανόλη. Και απευθυνόμενος σ' έναν αναμαλλιάρη, που ξεψάχνιζε με βουλιμία, ρουφώντας το ηχηρά, ένα κόκαλο, μη χάνοντάς τους στιγμή απ' τα μάτια του, λες και τους λιμπιζόταν κι αυτούς, ρώτησε: «Μήπως ξέρετε κατά πού πέφτει η Σλίμνιτσα;» Τσιμουδιά. Ενα στόμα, πολλά στόματα, σαν φαράσια φαρδιά, συνέχιζαν να κατασπαράζουν τα πτηνά. Οταν συνήλθαν κάπως απ' την εξόχως αγενή και την παράδοξη συνάμα αυτή αντιμετώπιση, άρχισαν να ξεμακραίνουν, κοιτώντας ανήσυχα πίσω τους. Πέρασε ώρα ώσπου να προσανατολιστούν και τότε ξέσπασε ο πατέρας του Μανόλη: «Πες, βρε κερατά, δεν ξέρω!...», κάνοντας. Και ο πατέρας μου, έμπλεος κατάπληξης ακόμη, απροσδόκητα και εντελώς σοβαρά, όπως κάθε γνήσιος ευφυολόγος, σχολίασε: «Τα κόκαλα σαν απ' το κοιμητήριο τα 'χαν κάνει!».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Τα δάκρυα του Λι Κουάν Γιου
Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)
Μνημονίου ...παρεπόμενα
Κάτω στον Πειραιά, στο Πασαλιμάνι
Εαρινή μυσταγωγία
Η δύναμη των περιοδικών
Οι εκκεντρικότητες ενός αηδονιού
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Τα δάκρυα του Λι Κουάν Γιου
Κλιμάκιο στωικών
Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)
Μνημονίου ...παρεπόμενα
Κάτω στον Πειραιά, στο Πασαλιμάνι
Εαρινή μυσταγωγία
Η δύναμη των περιοδικών
Οι εκκεντρικότητες ενός αηδονιού
Από τις 4:00 στις 6:00
Che Guevara παρουσία και στη μουσική
40 χρόνια από τον θάνατό του
Κριτική βιβλίου
Με χιουμοριστική διάθεση
Ανάμεσα σε αντικατοπτρισμούς και συνηχήσεις
Μια ποίηση σχεδόν ιντερνετική
Το μυστήριο χωρίς πρόβλημα
Νηφάλια πολιτική ανάλυση πρόσφατων γεγονότων
Μαρτυρίες ανθρώπων για τον Νίκο Ξυλούρη
Εγκλήματα, σκιές και κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός
Η πύρινη αγωνία ενός στοχαστή
Ο αποφθεγματικός λόγος ενός βιβλίου
Συνέντευξη: Κώστας Λυμπουρής
Η γνωριμία με την Κύπρο μέσα από τον πολιτισμό της
Άλλες ειδήσεις
Το μυαλό του