Έντυπη Έκδοση

«Φάγαμε χοντρή λοβοτομή»

Ο Στ. Κραουνάκης μιλάει για τη θλίψη ενός πολίτη και τη χαρά της προετοιμασίας ενός ρόλου

Η πρόβα που είδαμε στο θέατρο Δάσους στη Θεσσαλονίκη δείχνει ότι ο Σταμάτης Κραουνάκης είναι πανέτοιμος. Σαν άλλη «Μάνα κουράγιο» μεταμορφώθηκε στον Δικαιόπολη που σέρνει το μπακάλικό του, μέσα στον πόλεμο κι αυτός, αλλά με κοτζάμ ιδιωτική ειρήνη στο χέρι.

Οι «Αχαρνής» μόλις έκαναν πρεμιέρα από το ΚΘΒΕ στους Δελφούς και η παράσταση ξεκινά την περιοδεία της με πανηγυρικό σταθμό στις 23 και 24 Ιουλίου στην Επίδαυρο. Απρόσμενος πρωταγωνιστής και συνθέτης της παράστασης, ο Κραουνάκης βούτηξε στην προετοιμασία του ρόλου του. Δεν έφυγε ούτε μία μέρα από τη Θεσσαλονίκη, δεν έχασε λεπτό πρόβας. Αντίθετα, έχασε κιλά και απέκτησε καινούριους φίλους, όπως τον συμπρωταγωνιστή του Κώστα Βουτσά. Και τώρα, εν είδει ημερολογίου, καταθέτει στο «7» το χρονικό της παρθενικής του εμφάνισης ως ηθοποιού:

«Η πρόταση πέφτει σαν κεραυνός τον Γενάρη και μου κάνει τζιζ. Η πλάκα είναι ότι λίγες μέρες πριν ονειρεύομαι ότι βρίσκομαι σε περιοδεία με το ΚΘΒΕ, παίζω τον Εξάγγελο στη "Μήδεια", αλλά πριν από την πρεμιέρα παθαίνω απόλυτο πανικό και λέω στον σκηνοθέτη Μινωτή ότι δεν θυμάμαι τίποτα... Ενας τέτοιος πανικός ακολουθεί την πρόταση του Χατζάκη. Η πρώτη κίνηση είναι να διαβάσω το έργο. Η δεύτερη να τηλεφωνήσω σε τέσσερις δικούς μου ανθρώπους: τη Λίνα Νικολακοπούλου, τον Νίκο Μαστοράκη, την Αννίτα Σαντοριναίου και τον φίλο μου Παύλο. Ο καθένας με τον τρόπο του μου λέει: "Κάν' το". Η Αννίτα μάλιστα προσθέτει το εξής: "Βάλε ένα αγκίστρι στην άκρη της γλώσσας και, αργά, τράβα όλο το θυμό από μέσα σου". Και πράγματι: οργανώνω μεθοδικά το θυμό της τελικής έκρηξης.

Είχα προειδοποιήσει τον Χατζάκη: "Το Σωματείο Ηθοποιών θα σε ξεσκίσει που δίνεις σ' έναν συνθέτη το ρόλο του πρωταγωνιστή". Κι έτσι έγινε. Ξεσηκώθηκαν ότι στα Κρατικά Θέατρα δεν επιτρέπεται ένας μη ηθοποιός να έχει ρόλο. Κάνω αίτηση με τα 200 ένσημα από τα 10 χρόνια Σπείρας-Σπείρας και παίρνω νούμερο. Οι Πασόκοι και Συνασπισμένοι δεν θέλουν με τίποτα να μου δώσουν κάρτα. Μόνο το ΚΚΕ πατά πόδι. Με εγγράφουν. Είμαι πια μέλος του ΣΕΗ. Ρόλοι που με περιμένουν!

Ενα CD με θρήνους και γέλια

Διαβάζω το αρχαίο αλλά και μεταφρασμένο κείμενο προσπαθώντας να καταπιώ το έργο. Θέλω να κατανοήσω τη δομή του πριν αρχίσουν οι κουβέντες με τον σκηνοθέτη. Να μου εξηγηθεί ο λόγος που με βάζουν να το κάνω. Η απάντηση είναι: "Είσαι δημόσιο πρόσωπο που τα χώνει συχνά, κινδυνεύοντας να γίνει γραφικός, αλλά ο κόσμος ψήνεται ότι λες αλήθεια, ότι δεν είσαι λαμόγιο". Εχοντας ως δεδομένη την εμπειρία μου να "χαλάω" επιλεκτικά ένα τραγούδι με τη φωνή μου, ο Χατζάκης ζητάει την ποικιλία των κραυγών που μπορεί να βγάλει το "ηχείο" μου. Το πρώτο λοιπόν που μελετώ είναι πέντε CD με κραυγές, θρήνους και γέλια απ' όλο τον κόσμο.

Την 1η Απριλίου κατέβηκα στην Επίδαυρο. Μεγάλη Τρίτη πήγα στο θέατρο. Κάθισα για λίγο στο κοίλον. Λέω από μέσα μου: «θεέ μου, αν δεν με θέλεις εδώ, διώξε με τώρα". Μπαίνω δειλά-δειλά στην ορχήστρα κι αρχίζω να διαβάζω τον πρώτο μονόλογο. Αμέσως, μέσα στο άδειο αχανές θέατρο, "είδα" την άδεια Πνύκα που έβλεπε ο Δικαιόπολης και νιώθω την οργή του. Κάποια στιγμή έρχεται ένα περιστέρι, κάνει δυο βόλτες πάνω απ' το κεφάλι μου και κάθεται στα φώτα. Για μένα είναι η Ειρήνη, σημάδι ότι ο Ασκληπιός δεν με πετάει έξω... Από τότε, για μια εβδομάδα, από τις έξι το πρωί πηγαίνω εκεί με τα αηδόνια και τους φύλακες και διαβάζω το ρόλο μου. Ενα πρωί πλακώνουν γερμανοί τουρίστες. Ερχεται η ξεναγός και μου λέει: "Κύριε Κραουνάκη, μπορείτε να διαβάσετε λίγο;" Της λέω: "Στείλε τους ψηλά να δούμε πώς θ' ακούσουν". Ηταν η περίοδος που μόλις είχε σκάσει το εξώφυλλο της Αφροδίτης με το κωλοδάκτυλο. Εχω την ευκαιρία σ' εκείνο το πρώτο "κοινό" να πω στους Γερμανούς ότι Ελλάδα είναι αυτό το θέατρο και όχι τα σπρεντ.

Φεύγω από την Επίδαυρο και ανεβαίνω κατευθείαν στην Θεσσαλονίκη. Γίνομαι, χωρίς υπερβολή, καλόγηρος. Πρόβα στο Βασιλικό και μετά προσωπική ή με άλλους, κατά προτίμηση στο δωμάτιό μου για να έχουμε όλα τα σέρβις... Η θάλασσα μπροστά μου, πότε ήρεμη και πότε θυμωμένη, με βοηθά πολύ. Αυτή γεννά τη μουσική στις έξι το πρωί, με τις νότες να φεύγουν σαν νεράκι. Ποτά, γλυκά, ξενύχτια, τέλος. Ομως, παράξενο, στα μεγάλα μπουφλαρίσματα κάνω την παρθενική επίσκεψη στο καζίνο. Εχω ανάγκη γύρω μου από κείνο τον απελπισμένο θόρυβο των ανθρώπων που τζογάρουν. Και φυσικά, με το φάρδος του πρωτάρη, παίζω και κερδίζω...

Ξεκινάω δίαιτα και άθληση - ναι, άθληση! Κάνω ποδήλατο στο γυμναστήριο του ξενοδοχείου και συγχρόνως ουρλιάζω το ρόλο μου. Από τα τρία πακέτα τσιγάρα κατεβαίνω στο ένα και κάτι... Οι ανάσες μου διορθώνονται, χάνω 15 κιλά κι ας μη φαίνονται...

«Γκαζώνω από την αρχή»

Από το άγχος διαβάζω το κείμενο κάθε μέρα, μαθαίνω πρώτος τα λόγια μου σε χρόνο ρεκόρ. Τις τελευταίες πέντε ημέρες το παρατάω γιατί μου λέει ο Μιχαλακόπουλος ότι θα πάθω πανικό. Είχε δίκιο. Κι επειδή είμαι πρωτάρης, δεν κάνω καμιά οικονομία στις πρόβες όπως οι ηθοποιοί. Γκαζώνω απ' την αρχή, αλλά έχω λόγο: πρέπει να μου πουν τι κρατάμε, τι πετάμε. Κινούμαι στη σκηνή και σιγά σιγά αρχίζω να χαλαρώνω. Η φουστανελάρα με τις 36 δίπλες που τη φοβόμουν, δεν με φορτώνει. Το βάρος της με γειώνει. Τη χειρίζομαι, κάνω φούρλες...

Ξυπνάω και μου έρχεται η ιδέα να κάνω το κεφάλι μου σαν περικεφαλαία. Πηγαίνω στη φίλη μου τη Ρούλα, την κομμώτρια του "Μακεδονία Παλλάς". Μου ξυρίζει τα μαλλιά δεξιά κι αριστερά. Με βλέπει ο Χατζάκης και -ευτυχώς- ενθουσιάζεται.

Ερμηνευτικά ανακαλώ τη μνήμη και την εμπειρία μου ως παρατηρητή. Εχω "βουτήξει" από τους Ρηγόπουλο, Μαρίνο, Ζαβιτσάνου, Παναγιωτοπούλου. Με το που ανεβαίνω στη σκηνή, τους θυμάμαι. Κι άλλους ακόμα. Ηχους από τον Κωνσταντάρα, τη Νοταρά, τον Αυλωνίτη, τον Ζαμπέτα. Δεν φαίνονται, αλλά εγώ μέσα μου "ακούω" τις νότες τους. Ο Ζαμπέτας μού ταιριάζει πολύ για τον Δικαιόπολη.

Γράφω τη μουσική. Χτίζουμε την Παράβαση πάνω σ' ένα τσάμικο ρυθμό. Το τραγούδι της Μούσας μού το στέλνει το νήμα μιας βαλκανικής μελωδίας που ακούω από ένα καροτσάκι στο λιμάνι. Θέλω να βρεθώ σ' άλλο δρόμο από την εγκαθιδρυμένη στο μυαλό μου Μούσα του Διονύση Σαββόπουλου. Μου έρχονται κι άλλες αναφορές: Μπαγιαντέρας, Τσιτσάνης, ακόμα και έντεχνα.

Ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη ο Λαζόπουλος. Με ενθαρρύνει: "Είσαι ντελάλης του συναισθήματος. Ακολούθα τη γραμμή". Τον ακούω, αλλά δεν θέλω να μείνω εκεί. Θέλω οι θεατές να μην ξεχάσουν τη συγκίνηση. Να ξεσηκωθούν μέσα τους. Σε κάποιες πρόβες κλαίω ταυτιζόμενος με τον ήρωα. Βυθίζομαι στην ερημία ενός ανθρώπου που αποκτά ιδιωτική ειρήνη προδίδοντας όμως την πατρίδα του σε καιρό πολέμου.

Το παιχνίδι με τις βωμολοχίες χοντραίνει αλλά δεν κλοτσάει. Ο Χατζάκης είναι καλός εκπαιδευτής. Δεν προχωρά με έτοιμες ιδέες. Μου κάνει αυτό, γιατί είμαι υπέρ της μη σκέψης, να δω πρώτα τι θα γεννήσει το ένστικτο. Μας αφήνει να "φτιαχνόμαστε", να βρίσκουμε συνεχώς πράγματα. Μετά, μειλίχια αλλά αδυσώπητα, έρχεται και κόβει. Κι αυτό που μένει είναι το καλύτερο: το πνεύμα της επινόησης και όχι η φριχτή επικαιρότητα με ονοματεπώνυμα υπουργών. Δεν θα καταδεχτώ να πω τα ονόματά τους στο θέατρο.

Με παιδεύει πολύ η αμήχανη σκηνή του παππά. Δεν μπορώ να την εκμεταλλευτώ κωμικά. Νοερά, επικαλούμαι πάλι "κλεμμένη" γνώση: θυμάμαι τον Θύμιο Καρακατσάνη. Και φτιάχνω μια κατάσταση με τον φαλλό.

Με συγκινεί που ιδρώνω με τον Κώστα Βουτσά. Οι κουβέντες του είναι σοφού δασκάλου: "Μη φοβάσαι. Θα βγεις στη σκηνή σαν να σε σπρώχνει κάποιος". "Μη μοστραριστείς στους θεατές. Ασ' το σ' αυτούς". "Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι φτωχός. Αν είναι πλούσιος, δεν σκέφτεται κι ας έχει και ταλέντο"... Τον σέβομαι, τον λατρεύω. Είναι σαν γκάτζετ. Θέλεις να τον πάρεις σπίτι σου. Είμαι σίγουρος ότι μου τη φυλάει με τους αυτοσχεδιασμούς - τους παίζει στα δάκτυλα. Μου το κάρφωσε τις προάλλες η κόρη του η Θεοδώρα: "Να ξέρεις ότι ο Βουτσάς το έχει γρουσουζιά να παίξει στην πρόβα".

Ο Γρηγόρης Βαλτινός είναι καταπληκτικός Λάμαχος. Και προστάτης μου επίσης. Δεν μ' αφήνει λεπτό ήσυχο. Τον εμπιστεύομαι όταν μου λέει ότι είμαι πειθαρχημένος. Αλλά έχουμε και τις πλάκες μας. "Σ' αυτό το έργο", του λέω, "ό,τι κι αν κάνεις, εγώ είμαι η Αλίκη και συ ο Δημήτρης"...

Ο Γιάννης Σιαμσιάρης είναι διαμάντι. Ηξερα ότι μιμείται εξαιρετικά τη Μαρινέλα και η ιδέα να φορεθεί η φόρμα της στο ρόλο του Ευριπίδη αποδεικνύεται αριστούργημα.

«Σιχαίνομαι την Ενωμένη Ευρώπη»

Κάνουμε πρόβες, η τρόικα αλωνίζει και υπερπεριουσίες υπουργών βγαίνουν στη φόρα. Εχω μεγάλο θυμό μέσα μου. Θέλω να πάρω μια σπασμένη καρέκλα και... Ας ξεσηκωθούν κάποιοι να πάνε να σπάσουν τα έδρανα της Βουλής. Φοβάμαι ότι φάγαμε χοντρή λοβοτομή και μπορεί, αντί να επικρατήσει οργή, να πέσουμε σε κατάθλιψη. Με χαμηλή αυτοεκτίμηση, μαύρο παρελθόν και ανύπαρκτο μέλλον δεν μιλά κανείς για "ειρήνη". Σιχαίνομαι την Ενωμένη Ευρώπη. Με κλειστά τα σύνορα και τη δραχμούλα μας, αν το αποφασίζαμε, θα καταφέρναμε να ζήσουμε μια χαρά.

Κι έρχεται όπου να 'ναι η Επίδαυρος. Αδεια δεν την φοβήθηκα. Αλλά γεμάτη δεν ξέρω τι θα πάθω. Θα κομπλάρω; Ισως, με την πρώτη φράση "Α πα πα πόλεμος", μπω στη μάχη... Πάντως, κανένας κανονικός άνθρωπος δεν θα παραξενευτεί μαζί μου. Και οι "μη κανονικοί", τα κοράκια, πόσοι να 'ναι μωρέ; Χίλιοι; Και ποιος νοιάζεται; Κάποτε κι εγώ δεν ζυγίζω ό,τι εκτοξεύω. Τόσα χρόνια, όμως, οργώνω το χωράφι της δουλειάς μου, χωρίς αυτό θα τρελαινόμουν. Πέρσι θα έλεγα "όχι" σε μια τέτοια πρόκληση γιατί θα σκεφτόμουν τι θα πούνε. Του χρόνου ίσως να μην μπορούσα. Τώρα που έχω ακόμα δυνάμεις, λέω ας παίξουμε». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Παράσταση
«Φάγαμε χοντρή λοβοτομή»
Μουσική
Κύμα ροκ στο Terra Vibe
«Χρειάζεστε ένα ξέφρενο πάρτι»
Ενα Σκαθάρι στο Πάρκο
Κινηματογράφος
Ο απίθανος κύριος Ράσελ
Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας
Dancing queens
Χορός
Χορεύοντας για δύο τόπους
Καλλιτέχνες
Καλλιτέχνες σε εγρήγορση
Μουσεία
Πικνίκ στο μουσείο
Θέατρο
Αναμέτρηση με το άγνωστο
Ο Προμηθέας της διπλανής πόρτας
«Μην υποτιμάτε τους πληβείους»
Εκθεση
Με έμπνευση τους μύθους
Αρχιτεκτονική
Τα αρχοντικά των Πατησίων
Βιβλίο
Αστυνομικό δελτίο
Η μεγάλη επιστροφή
Από το Εψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας
Street Art