Έντυπη Έκδοση

Ινστιτούτο ομορφιάς

Οδός Τσιμισκή 81. Η περίτεχνη ταμπέλα, με τη μαρμάρινη κεφαλή, υποδείκνυε την παρουσία ενός από τους πιο παλιούς και ευυπόληπτους οίκους ομορφιάς στην πόλη.

Εσπρωχνες την καφέ αλουμινένια εξώπορτα, έμπαινες στην άχαρη είσοδο μιας οικοδομής, έπαιρνες το σχεδόν πάντα χαλασμένο, γκρι ασανσέρ, ανέβαινες στον πέμπτο όροφο, χτυπούσες την πόρτα και, ξαφνικά, βρισκόσουν μπροστά σε έναν κόσμο ροζ! Ροζ ήταν οι τοίχοι, ροζ τα καλύμματα των ιατρικών κρεβατιών, ροζ τα ρομπάκια και οι πετσέτες για τους πελάτες.

Η κυρία που σου άνοιγε, ψηλόλιγνη κι ευγενική, σου έλεγε να καθήσεις λίγο στον χώρο υποδοχής, όπου υπήρχαν διάφορα περιοδικά, για να χαζέψεις. Κι εσύ έπαιρνες τον χρόνο, για να περιεργαστείς τον χώρο: από τα μικρά μπουκαλάκια με τα διάφορα παρασκευάσματα ακουμπισμένα σ' ένα τρόλεϊ, σωστό χημείο, τις διάφορες κολόνιες στα ράφια, τα βραβεία και τις βάσεις με τα είδη για μακιγιάζ, μέχρι τις διαφημιστικές αφίσες στους τοίχους.

Υστερα από λίγο η κυρία σού ζητούσε ευγενικά να περάσεις μέσα. Κι έτσι έμπαινες στο ναό της ομορφιάς! Εβγαζες τα παπούτσια σου, ξάπλωνες στο αναπαυτικό κρεβάτι και ξεκινούσε το αναζωογονητικό, αλλά και επώδυνο ταξίδι. Αφηνόσουν για δύο ώρες στα μαγικά χέρια μιας περιποίησης κι έφευγες από τις σκοτούρες σου. Η κυρία Μπουμπού πρώτα σου έπιανε τα μαλλιά με μια κορδέλα, για να απελευθερώσει το μέτωπο, ύστερα σου αφαιρούσε με γαλάκτωμα το παλιό μακιγιάζ και μετά έφερνε αυτό το τεράστιο διαστημικό πράγμα πάνω από το κεφάλι σου, που έβγαζε ατμό. Τότε ένιωθες λίγο σαν να βρισκόσουν στις παρυφές της κόλασης, αλλά το υπέμενες, τι να έκανες, και αφού περνούσε μισή ώρα και το πρόσωπό σου είχε γίνει μαλακό σαν λουκούμι, ερχόταν η ώρα του καθαρισμού, όπου με μικρά ατσάλινα εργαλεία σού το πίεζε και αφαιρούσε το σμήγμα, έβγαζε τα μπιμπίκια και έσπαγε όποιο σπυράκι. Κι εκεί πάνω άκουγες μικρές κραυγές «μη, μη, πονάω». Αφού τελείωνε κι αυτό το στάδιο, ερχόταν η ώρα του αντισηπτικού. Σου έβαζε μια λοσιόν, που έκαιγε σαν σπίρτο, σου έβαζε ένα μηχάνημα που έβγαζε ηλεκτρισμό και, αφού τελείωναν όλα αυτά τα μικρά μαρτύρια, έφτανε η ώρα της απόλαυσης, η μάσκα η δροσερή.

Τριάντα πέντε χρόνια έκανε τη δουλειά αυτή η κυρία Ελευθερία - η επονομαζόμενη Μπουμπού, που το όνομα της ερχόταν σε αντίθεση με την ψηλόλιγνη φιγούρα της. Από τις πρώτες αισθητικούς στην πόλη. Κοριτσάκι ήταν ακόμη όταν πήγε στη Βιέννη να σπουδάσει αισθητική, την εποχή που οι συνομήλικες γυναίκες ούτε καν είχαν ακούσει γι' αυτόν τον κλάδο. Κι εκεί, φεύγοντας από τη μεταπολεμική Ελλάδα, έμαθε να τρώει σούπες με κρουτόν και να πηγαίνει στην όπερα. Τώρα, λοιπόν, κουράστηκε πια. Επρεπε να το κλείσει και να βγει στη σύνταξη.

Σχέσεις ζωής είχε αναπτύξει σ' αυτό το εργαστήρι η κυρία Μπουμπού. Ακουγε με υπομονή της καθεμιάς τους καημούς και τις χαρές: «Αχ, βρε Μπουμπούκα μου, αυτός ο γιος μου, ανεπρόκοπος, δεν την παντρεύεται την κοπέλα!». Κι αυτή ήταν αναγκασμένη να δέχεται του καθενός τα χούγια και τα κουτσομπολιά, ενώ τα δαχτυλάκια της, αεικίνητα, θυμίζοντας πουλιά, έκαναν το πίλινγκ ή το μασάζ. Και δώσ' του οι ωραίες μυρωδιές από τις κρέμες και τις μάσκες ομορφιάς: «Αχ, τι άρωμα είναι αυτό! Σαν λεβάντα μυρίζει, βρε Μπουμπούκα μου». Και να σου όλη αυτή η ανθρώπινη, μικρή, καθημερινή σχέση. Οδηγός πρακτικός είχε γίνει η κυρία Μπουμπού από την τόση επαφή με τον κόσμο. Ο,τι ήθελες για την πόλη, για το καλύτερο καθαριστήριο ή την ψαροταβέρνα με τις χαμηλότερες τιμές, αυτήν έπρεπε να ρωτήσεις. Αλλά και στη δουλειά της, άλλο πράγμα. Πάντα ενημερωμένη και η αγάπη της γι' αυτήν, μεγάλη.

Και τώρα πάει κι έρχεται ανάμεσα στα μπουκαλάκια η κυρία Μπουμπού προβληματισμένη. «Τι να το κάνω; Να το πουλήσω; Δεν βρίσκω. Κανείς δεν έχει τα λεφτά, αλλά και πού τόση όρεξη από τους νέους για δουλειά». Κι έτσι θα αναγκαστεί να το κλείσει: «Οπως δούλεψα αξιοπρεπώς τόσα χρόνια, έτσι αξιοπρεπώς και θα βγω στη σύνταξη», μονολογεί.

Και το ερώτημα είναι τι κάνει ο άνθρωπος, που έχει συνηθίσει μια ζωή να δουλεύει, την επόμενη μέρα; Και ποιο είναι το σύστημα αυτό, που οι επιταγές του σε υποχρεώνουν να δουλεύεις ολονυχτίς και ολημερίς όσο είσαι νέος και μόλις γεράσεις σε καταδικάζει σε μια αναγκαστική απραξία, χωρίς καμία μέριμνα για απασχόληση; Και τελικά, απ' όλη αυτήν τη δουλειά τι μένει; Μήπως μένουν οι πρακτικές λεπτομέρειες, η ίδια η λειτουργία; Οχι, μένει μόνον αυτή η ανθρώπινη σχέση, που θα κλειστεί στην καρδιά του καθενός. Και οι μνήμες. Και ότι από όλους αυτούς τους ανθρώπους, όταν τη συναντούν στον δρόμο, κάποιοι θα τη χαιρετάνε με αγάπη. Κυρία Μπουμπού, καλημέρα!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Φλας μπακ στην 3η Σεπτεμβρίου
Ο μυθοπλάστης Εντμουντ Κίλι
Ιαπώνων σύνδρομα και ινδάλματα
Η διαπλανητική ρευστότητα μέσα από μια πολιτική αλληγορία
Το βιβλίο, όπως πρέπει να είναι
Εικαστικά
Σκηνοθετημένα γλυπτά
Σημειώσεις για τις φωτογραφίες του Νιζίνσκι
Ο Αγγελος Δεληβορριάς στην Κρήτη:
Με συγκρατημένη οργή
Γράμμα από την Θεσσαλονίκη
Ινστιτούτο ομορφιάς
Γράμμα από την Κω
Ντοματοπόλεμος
Από τις 4:00 στις 6:00
Παράδεισος ή Κόλαση
Ο «παράνομος» της μουσικής κάντρι
Άλλες ειδήσεις
Υπόθεση «εξώφυλλο»