Έντυπη Έκδοση

Η Ελλάδα του σουρεαλισμού

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης της «χαμένης γενιάς»

Στα μέσα της δεκαετίας του '60, μερικοί κινηματογραφιστές, σπουδασμένοι στο εξωτερικό (κυρίως στη Γαλλία), επέστρεψαν στην Ελλάδα προκειμένου να αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν εύκολα (όπως γενικά δεν είναι εύκολα για τους νέους) -ειδικότερα στο χώρο του κινηματογράφου, όπου τότε, και για πολλά χρόνια, κυριαρχούσε ένα είδος κινηματογράφου που προφανώς δεν τους πήγαινε. Αργότερα βέβαια κάποιοι τα κατάφεραν, τότε όμως, προκειμένου να ζήσουν, βρέθηκαν υποχρεωμένοι, για λόγους κυρίως βιοποριστικούς, να δημοσιογραφούν.

Είχε βγει -αρχές του 1964- μια εφημερίδα, η «Δημοκρατική Αλλαγή», απογευματινή αδελφή της «Αυγής», επισήμου κομματικού οργάνου της ΕΔΑ, χωρίς όμως την αυστηρή κομματική γραμμή εκείνης, καθώς στόχευε στην προσέλκυση αριστερών αναγνωστών που αιμοδοτούσαν τις λεγόμενες αστικές εφημερίδες.

Εκ του εξωτερικού

Ενας από τους σπουδασμένους στο εξωτερικό κινηματογραφιστές, που δούλεψαν στη «Δημοκρατική Αλλαγή», ήταν και ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γράφει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο», υπότιτλος «Η ζωή ενός ταλαίπωρου Ελληνα» (Εκδ. Εικοστού Πρώτου, 1992):

«Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κι εγώ γράφαμε κινηματογραφική κριτική. Είχαμε αντικαταστήσει ένα άλλο φιλικό ζευγάρι φίλων, την Τώνια Μαρκετάκη και τον Φώτο Λαμπρινό. Εγώ επιπροσθέτως έγραφα και κριτική βιβλίου κάπου κάπου, έκαμα και κανένα ρεπορτάζ, συνεργαζόμουνα και με τον Αλέξη Γρίβα στις διά της εφημερίδας διοργανώσεις κινηματογραφικών εκδηλώσεων». (Παρεμπιπτόντως, να προσθέσω ότι στην ίδια εφημερίδα ξεκινούσαν ως νεοσσοί ή περίπου τη δημοσιογραφική τους διαδρομή ο Γιώργος Βότσης, ο Σταύρος Απέργης και η ταπεινότητά μου, που αργότερα συστεγαστήκαμε στην παρούσα εφημερίδα.)

Θα σταθώ στον Βασίλη Ραφαηλίδη, που κι αυτός θήτευσε στην «Ε», καθώς στις 8 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή, χτυπημένος από την παλιοαρρώστια, στα 66 του.

Πέρα από κινηματογραφικός κριτικός (οξύς και σαρωτικός για τον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής), διακρίθηκε στη συνέχεια και ως πολιτικός αρθογράφος, επιφυλλιδογράφος και σχολιαστής, μ' έναν διεισδυτικό, αιρετικό και φιλοσοφημένο λόγο - γραπτό αλλά και προφορικό, στις περιπτώσεις που τον καλούσαν σε τηλεοπτικές εκπομπές (όπου αξίωνε να πληρωθεί, καθώς ήταν εναντίον της τζάμπα εργασίας). Με αποτέλεσμα να έχει φανατικούς θαυμαστές αλλά και ενάντιους -πράγμα που πολύ το απολάμβανε επειδή, επιπλέον, ήταν άνθρωπος με χιούμορ.

Αριστερός από κούνια

Γεννήθηκε το 1934 στα Σέρβια της Κοζάνης, από γονείς αριστερούς, που το 1943 τους ακολουθεί στο βουνό. Στον Εμφύλιο ο πατέρας του εξορίζεται και ο ίδιος, έχοντας βγάλει το γυμνάσιο στην Καστοριά, εγκαθίσταται το 1953 μόνος στην Αθήνα, προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα. Το 1959 γράφεται σε μια κινηματογραφική σχολή και τέσσερα χρόνια αργότερα δουλεύει σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη. Το 1963 γυρίζει δύο ταινίες μικρού μήκους, ενώ τον ίδιο χρόνο εμφανίζεται ως ερασιτέχνης κινηματογραφικός κριτικός στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Μεταξύ 1963 και 1965 βρίσκεται στην Αλγερία και δουλεύει σαν σκηνοθέτης και δημοσιογράφος.

Με την επιστροφή του, εκτός από τη δουλειά του στη «Δημοκρατική Αλλαγή», εκδίδει με τον Αλέξη Γρίβα το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος», που κλείνει η χούντα, οπότε συλλαμβάνεται για την αντιδικτατορική του δράση. Με την αποφυλάκισή του, ένα χρόνο αργότερα (με κάποιο από τα «ευεργετικά» μέτρα της χούντας), εκδίδει με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, με συνεργάτες και άλλους κινηματογραφιστές, το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος», και το διευθύνει ώς το 1973 οπότε το εγκαταλείπει, «κουρασμένος από τις ίντριγκες», όπως αναφέρει ο ίδιος.

Διδασκαλία στην κινηματογραφική σχολή Σταυράκου, σεμινάρια, βιβλία, κυρίως πάνω στο ίδιο αντικείμενο, συνεργασία με τις εφημερίδες «Το Βήμα», «Εθνος» και «Ελευθεροτυπία» -τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του- συνθέτουν τις δραστηριότητές του τα επόμενα χρόνια.

Ιδού ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του αυτοβιογραφικού βιβλίου του -ενδεικτικό του ύφους και της βιοθεωρίας του- που εκτιμώ ότι θα μπορούσε να γραφτεί και σήμερα. Τυπικό εκπρόσωπο της λεγόμενης «χαμένης γενιάς» αποκαλεί τον εαυτό του και εξηγεί γιατί:

«Αυτής που στον πόλεμο ήταν παιδιά, στον εμφύλιο πόλεμο έφηβοι, στην πρώτη καραμανλική περίοδο νέοι άνδρες, στη χούντα άνδρες απλά, και σήμερα, που όλα καταρρέουν, είτε ώριμοι είτε ετοιμόρρροποι άνδρες, έτοιμοι είτε για τη συγκομιδή είτε για την κατεδάφιση. Αυτός που υπογράφει τούτα τα κείμενα έτυχε να ζήσει ολόκληρη αυτή τη δύσκολη για την Ελλάδα περίοδο από μέσα και να βιώσει καταστάσεις που συχνά ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του ρεαλισμού, για να αγγίξουν τα όρια του σουρεαλισμού. Κατά κάποιον τρόπο, αυτά τα κείμενα είναι η σουρεαλιστική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας». *

Ετσι & Αλλιώς

Ξαναδιαβάζοντας το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη, στο οποίο αναφέρομαι παραπλεύρως, είχα σημειώσει ενδεικτικά μερικά μικρά χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Καθώς όμως δεν χώρεσαν στο συγκεκριμένο χώρο, είπα να τα περάσω, αντί δικών μου σχολίων, στην παρούσα στήλη, υποθέτοντας ότι θα εκτιμηθούν ανάλογα και από τους αναγνώστες. Πάμε:

***

«Το να γεννηθείς άνθρωπος είναι ήδη ένα πρόβλημα. Το να γεννηθείς Ελληνας είναι ένα δεύτερο πρόβλημα. Αν όμως είσαι άνθρωπος, Ελληνας και κομουνιστής μαζί, χέστα! Στο αρχικό υπαρξιακό σου πρόβλημα προσθέτεις ένα αιματολογικό, και στο αιματολογικό ένα ιδεολογικό, οπότε τα πράγματα μπερδεύονται πολύ. Εδώ οι άλλοι δυσκολεύονται να τα καταφέρουν μόνο με την ιδιότητα του Ελληνα, και συ περιμένεις να τα καταφέρεις με την πρόσθετη ιδιότητα του ανθρώπου και την επιπρόσθετη του κομουνιστή;»

«Δοσίλογοι, ως γνωστόν, λέγονται αυτοί που έχουν να δώσουν λόγο για τις πράξεις τους. Στην Ελλάδα πάντως δοσίλογοι είναι αυτοί που δε δίνουν ποτέ λόγο σε κανέναν. Τούτο συμβαίνει διότι η Ελλάδα είναι χώρα φορτωμένη κάργα με πατριώτες, που ποτέ δεν παίρνουν τα βουνά από απελπισία, από αδιέξοδο, από στρίμωγμα, ή έστω από τρέλα. Συμβιβάζονται με τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και με τους καταχτητές».

«Κέρδισε τη μάζα τότε ο Λένιν διότι της υποσχέθηκε φαΐ. Και οι διάδοχοί του έχασαν τη μάζα διότι δεν κράτησαν την υπόσχεση. Κι αλίμονό σου αν δεν δώσεις στη μάζα το φαΐ που της υποσχέθηκες. Θα σε φάει. Δοκιμάσατε ποτέ να μη δώσετε στο παιδί τη σοκολάτα που του υποσχεθήκατε;»

«Η ευκολία, λοιπόν, με την οποία σε χρίζει κομουνιστή η Ασφάλεια είναι η βασική αιτία που τούτος ο τόπος γέμισε με κομουνιστές άνευ κομουνιστικών ιδεών. Λες, έχω που έχω το όνομα, δεν κάθομαι να μου βγάλουν το μάτι; Κι έτσι, το ΚΚΕ γέμισε μονόφθαλμους Κύκλωπες, που δεν παρεκκλίνουν ποτέ από τη γραμμή».

ΣΗΜ. «Κι εσύ έχεις δίκιο».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Λάκης Παπαστάθης
Η μνήμη και η αγάπη κάνουν τους ανθρώπους αθάνατους
Βιβλίο
Απεχθής συγγραφέας σκοτώνει τον εαυτό του
Η ανάδυση του ψηφιακού βιβλίου
Ark Festival
Ο «άλλος» ελληνικός ήχος ενωμένος, δυνατός
Κριτική θεάτρου
Χουρμούζης χωρίς αίσθημα και θερμότητα
Συνέντευξη: Μιχάλης Χατζηγιάννης
Δεν είμαι ο καστροφύλακας της ποπ
Φεστιβάλ της Βιέννης
Υψηλή τέχνη και trash αβανγκάρντ
Κομικ(s)οδρόμιο
Μια αλλιώτικη μαύρη ήπειρος