Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Πεντάλ

  • Φθινοπωρινές νύξεις

    Η αναχώρηση

    Κι ήτανε τα πρόσωπα και των δυονών ωχρά

    και τ' αναφιλητά τους ήτανε ραγισμένα

    όπως το χιόνι πάνω στ' άνθη τα φθινοπωρινά

    ή ακόμα όπως τα χέρια σου κάτω από τα φιλιά μου

    επέφτανε τα φύλλα τα φθινοπωρινά

    μετάφραση: Μανόλης Αναγνωστάκης

    Αποχαιρετισμός

    Ενα κλωνάρι από ρεικιά στο χέρι μου ριγεί

    Να το θυμάσαι το φθινόπωρο το πεθαμένο

    Δε θα ξαναϊδωθούμε πια ποτέ σ' αυτή τη γη

    πικρή ευωδιά της εποχής κλωνάρι της ρεικιάς

    και να θυμάσαι πως εγώ σε περιμένω

    μετάφραση: Γιώργος Γεραλής

    Τα δύο λυρικά ποιήματα με τις φθινοπωρινές νύξεις ανήκουν στον πολωνοϊταλικής καταγωγής Γκιγιώμ Απολλιναίρ (1880-1918), που έγραψε στη γαλλική γλώσσα και το 1914 πήρε τη γαλλική υπηκοότητα. Ο ποδηλάτης θυμίζει ότι η λέξη surrealisme είναι δική του επινόηση.

    Πολλοί ποιητές διάλεξαν να μεταφράσουν τον Απολλιναίρ· εκτός του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Γιώργου Γεραλή, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Κλείτος Κύρου, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, και άλλοι. Συνετές μεταφράσεις, γιατί συνδύαζαν ακρίβεια και την ποιητική στιλπνότητα του πρωτοτύπου -δύσκολος συνδυασμός κατά τη γνώμη του ποδηλάτη, που δεν πιστεύει ότι ο ποιητής οφείλει απαραιτήτως να μεταφράζεται από ποιητή, αφού υπάρχουν και αδιάψευστα παραδείγματα όπου, ακριβώς λόγω της διεκδικούμενης ή αναγνωρισμένης ποιητικής ιδιότητας του μεταφραστή, περισσεύουν η αυθαιρεσία και η προβολή του ύφους από ° στον.

    Και ναι μεν το κείμενο διεκδικεί τον τίτλο της ποιητικής μετάφρασης, αλλά δεν διεκδικεί υποχρεωτικά τον τίτλο της μετάφρασης. Το φροϋδικό υπερεγώ βρίσκει άνετη εφαρμογή στον χώρο της τέχνης, και συχνά δεν αντικρίζει το εξαγόμενο.

    ****************

    Τέλος του φετινού Ιουνίου πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη συνέδριο για τον ρόλο του ποδήλατου στον αστικό σχεδιασμό. Η Ελλάδα δεν συμμετείχε. Την πληροφορία την άντλησε ο ποδηλάτης από τη στήλη το αναγνωστικό της τελευταίας σελίδας του συνάδελφου στην εφημερίδα, του Χρήστου Μιχαηλίδη, στο φύλλο της 10ης Ιουλίου 2010. Και υποκύπτει στον πειρασμό να αναρωτηθεί: Πρόκειται για διάψευση προσδοκιών ή για διαπίστωση της ευφυούς απουσίας μας; Ανέμενε κανείς ότι εκπρόσωπος της Ελλάδας θα συμμετάσχει και ότι θα διακινδυνεύσει να πει ή να καμωθεί ότι σκέφτεται κάτι - συγκεκριμένο ή αφηρημένο, έστω, κάτι;

    Δεν θυμάμαι πότε ή αν καν υπάρχει εορτασμός της Ημέρας του ποδήλατου. Μια φορά τον χρόνο, όμως, τον Σεπτέμβριο μάλλον, κάποιοι πολιτικοί (και πάλι δεν θυμάμαι, αλλά οπωσδήποτε πρωτοκλασάτοι), με κίνδυνο να σκοτωθούν -γιατί έχουν μετατοπίσει αποφασιστικά το ενδιαφέρον τους από το ελαφρύ όχημα των παιδικότατων και νεανικών αφελών και αθώων χρόνων τους σε ασφαλώς βαρύτερα- βγαίνουν στον δρόμο και, ποδηλατούντες ή πεζή, διαφημίζουν την «πόλη χωρίς αυτοκίνητο» και μας προτρέπουν να σκοτωθούμε εμείς, έτσι και αποφασίσουμε να το πάρουμε τοις μετρητοίς.

    Το συμπαθέστατο δίτροχο βρίσκεται και θα βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας στη Αθήνα, ενώ στην Κοπεγχάγη απολαμβάνει το 30% της καθημερινής μετακίνησης των πολιτών, και το δημοτικό συμβούλιο φιλοδοξεί να αυξήσει το ποσοστό σε 50%. Σκέφτεστε να πριμοδοτήσει κάτι τέτοιο ο κύριος Κακλαμάνης; Τι να το κάνουμε εμείς το ποδήλατο, αφού ούτε προκαλεί διερχόμενο ούτε λυγίζει δέντρα και ανύποπτες γριούλες, προσδεμένο στο ασφυκτικό πεζοδρόμιο, όπως η Yamaha ή η Honda των χιλίων και βάλε κυβικών. Τι να το κάνουμε; Να πηγαίνουμε μαζί του στην Πάρνηθα ως άλλο είδος; Και ποιος θα μας κοιτάξει εκεί στα μονοπάτια, ώστε να έχουμε την ελπίδα ότι θα αποσπάσουμε την προσοχή;

    Ο Γάλλος Maurice Vlaminck, ένας από τους δημιουργούς της μοντέρνας τέχνης στις αρχές του περασμένου αιώνα, ήταν ποδηλάτης, αλλά είχε την τύχη, επειδή είχε πάρει την απόφαση, να ζει στην εξοχή, τριγυρισμένος από κάμπους· δεν ασπαζόταν τα κοινωνικά ήθη και έθιμα ούτε την τέχνη που η κοινωνία ασπαζόταν, περιφρονούσε το άτομο εξαιτίας των μικροφιλοδοξιών του -εξού και τα ελάχιστα πορτρέτα που φιλοτέχνησε-, και θεωρούσε τη ζωγραφική τέχνη ένα από τα μυστήρια της φύσης, μια τεχνική φυσική όπως η πυγμαχία ή ο αγώνας δρόμου σε προκαθορισμένο δρόμο. Ο ποδηλάτης θυμάται με θυμηδία στην προκειμένη περίπτωση τον ανεκδοτικό ορισμό της ατυχίας: να τρέχεις μόνος σου σ' ένα γήπεδο και να βγαίνεις δεύτερος. Φυσικά δεν ισχύει για τον παθιασμένο αγροίκο Vlaminck, που ζωγράφιζε τη φύση σχεδόν με ηδυπάθεια και λαιμαργία, έγραφε φυλλάδια γεμάτα αφέλεια και ειλικρίνεια εναντίον της κοινωνίας και, πεζός ή ποδηλάτης, διέσχιζε τους μαύρους φεγγερούς από τη βροχή, όπως τους ζωγράφιζε, δρόμους.

    Εγώ κοιτάζω με θαυμασμό τους λιγοστούς Αθήνησι ποδηλάτες. Η μητέρα τους, όταν φεύγουν από το σπίτι, θα προσφεύγει γονυπετής στο εικονοστάσι (η δόλια μου ματιά θολή· παιδί μου ώρα σου καλή, που λέει ο Βιζυηνός) και όταν επιστρέφουν ζωντανοί και αρτιμελείς, θα κλαίει από συγκίνηση. Οχι επειδή κάνουν ταρζανιές, όπως οι περισσότεροι μοτοσυκλετιστές, αλλά επειδή διαλαλούν απροστάτευτοι ένα πνεύμα που στη σημερινή Ελλάδα μοιάζει αδέσποτο. Και ομολογώ επίσης ότι διάλεξα να ονομάσω τη σελίδα μου Πεντάλ προσδοκώντας ότι οι περισσότεροι θα βρουν τον τίτλο άκρως πρωτότυπο και ασυνήθιστο για Βιβλιοθήκη και, ως εκ τούτου, ίσως ελκύσω την προσοχή τους, αφού απολαμβάνει κανείς το ασυνήθιστο ακόμη και όταν πρόκειται για ατύχημα, όπως καλώς ή κακώς ισχυρίζεται ο Λόρδος Βύρων.

    Τέλος πάντων! Υπάρχουν και χειρότερα, που ευτυχώς όμως αφορούν τους πεζούς, οι οποίοι δεν έχουν μεγάλες δυνατότητες να ελιχθούν άτροχοι και ουδείς τούς κοιτάζει με περιέργεια, αλλά με σκέτη καταφρόνηση ή ενόχληση. Τα φανάρια, ρυθμισμένα επιμελώς, μόλις και τους επιτρέπουν να διασχίσουν τροχάδην τον δρόμο. Η Τροχαία, που τάχα μου ενδιαφέρεται για την απαράλλαχτα κακοδιαπλασμένη είσοδο και έξοδο των έρμων μανάδων και νοικοκυρών με το καροτσάκι, από και προς το πεζοδρόμιο, και φιλοδωρεί σωρηδόν με κλήσεις τα αυτοκίνητα που σταθμευμένα εμποδίζουν τη διέλευση συνανθρώπων μας, γιατί δεν νοιάζεται και για την οριοθετημένη διάβαση πεζών; Να προλάβει η δόλια μάνα και οικοκυρά - έτσι και κατορθώσει να διαβεί με αναταράξεις το πλασμένο για χάρη της ανάχωμα, να φτάσει στον απέναντι προορισμό προτού ξαναβρυχηθεί το κόκκινο (στη Βασιλέως Γεωργίου ή στην Υμηττού π.χ.) και ξεχυθούν τα άρματα, δίτροχα ή τέθριππα, στην αρένα εναντίον των σκλάβων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μιας και η αθηναϊκή δημοκρατία μάς τελείωσε. Και το τάχα περίεργο; Εκεί που ουδέν αυτοκίνητο διακρίνεται στον ορίζοντα, το φανάρι παραχωρεί στον πεζό χρόνο αρκετό για να πιει τον καφέ του στη μέση του οδοστρώματος, και ασφαλώς στον ποδηλάτη να αναπτυχθεί.

    Ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου

    Ως γνωστόν, στίχος του Ανδρέα Εμπειρίκου, που ορίζει την ποίηση. Ολόκληρο το ποίημα, που περιλαμβάνεται στην Ενδοχώρα, έχει ως ακολούθως:

    Ο πλόκαμος της Αλταμίρας

    3

    Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου.

    Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε.

    Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν.

    Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.

    Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

    Καλό φθινόπωρο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Φλας μπακ στην 3η Σεπτεμβρίου
Ο μυθοπλάστης Εντμουντ Κίλι
Ιαπώνων σύνδρομα και ινδάλματα
Η διαπλανητική ρευστότητα μέσα από μια πολιτική αλληγορία
Το βιβλίο, όπως πρέπει να είναι
Εικαστικά
Σκηνοθετημένα γλυπτά
Σημειώσεις για τις φωτογραφίες του Νιζίνσκι
Ο Αγγελος Δεληβορριάς στην Κρήτη:
Με συγκρατημένη οργή
Γράμμα από την Θεσσαλονίκη
Ινστιτούτο ομορφιάς
Γράμμα από την Κω
Ντοματοπόλεμος
Από τις 4:00 στις 6:00
Παράδεισος ή Κόλαση
Ο «παράνομος» της μουσικής κάντρι
Άλλες ειδήσεις
Υπόθεση «εξώφυλλο»