Έντυπη Έκδοση

Τις πταίει για τη μη ανταγωνιστικότητα

Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται στις εκθέσεις όλων των διεθνών οργανισμών εδώ και πολλά χρόνια.

Χαμηλή ανταγωνιστικότητα σημαίνει ότι, ανεξαρτήτως του συνδυασμού κεφαλαίου και εργασίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή, η οικονομία δεν μπορεί να παραγάγει αρκετά προϊόντα και υπηρεσίες σε ποιότητα και τιμή που να μπορούν να διατηρήσουν ή να κερδίσουν αγορές διεθνώς, αλλά και να καλύπτουν τη συνολική εγχώρια ζήτηση.

Από την άλλη, η παραγωγικότητα της εργασίας μετριέται σαν λόγος της εργασίας προς το ΑΕΠ, δηλαδή της συνολικής ζήτησης ως προς τη χρήση του συντελεστή εργασία - είτε του αριθμού των εργαζομένων είτε ορθότερα των συνολικών ωρών εργασίας. Φυσικός «τροφοδότης» της ταχείας ανάπτυξης της συνολικής ζήτησης (ΑΕΠ) είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Για μια σειρά ετών μέχρι και το 2008, ΑΕΠ και παραγωγικότητα της εργασίας κινούνταν παράλληλα σε ετήσιους αυξητικούς ρυθμούς. Το ΑΕΠ σε +3-4% και η παραγωγικότητα σε +2-2,5%. Πώς συμβιβάζονται όλα αυτά με τη συνεχή, διαχρονική υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής που καταγράφουν οι διεθνείς οργανισμοί;

Αυτό μπορεί να εξηγηθεί, κοιτώντας πρώτα απ' όλα την κατάσταση στην απασχόληση. Εάν η συνολική ζήτηση (ΑΕΠ) αυξάνεται -για παράδειγμα- περισσότερο από την απασχόληση, ο δείκτης της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να ανέρχεται, αφού η παραγωγικότητα μετριέται ως ΑΕΠ/Απασχόληση!

Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, από την άλλη, έχει ως συνέπεια το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και τις χαμηλές αμοιβές. Πράγματι, το ποσοστό των απασχολούμενων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού είναι χαμηλό, 60% (6 στους 10 ενεργούς πολίτες δουλεύουν) περίπου, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες πλησιάζει το 70%. Επίσης, στη μεγάλη πλειονότητά τους οι μισθωτοί λαμβάνουν αμοιβές συγκεντρωμένες σε στενό εύρος από χαμηλά μισθολογικά κλιμάκια.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το ύψος των μισθών της εγχώριας παραγωγής δεν μπορεί να είναι πηγή των προβλημάτων της οικονομίας, ειδικά σε συνδυασμό με την τόσο χαμηλή απασχόληση του συντελεστή μισθωτή εργασία στην Ελλάδα.

Ποιος είναι τότε ο παράγοντας εκείνος που οδηγεί στη χαμηλή ανταγωνιστική επίδοση; Ο σωστός διαχωρισμός της έννοιας της ανταγωνιστικότητας από αυτήν της παραγωγικότητας της εργασίας μάς επιτρέπει να διαγνώσουμε τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα ως μια επιπλέον -παράδοξη κι αυτή- «πηγή» λανθάνουσας ή εικονικής αύξησης της παραγωγικότητας, η οποία οφείλεται στην τεχνητή αύξηση της ζήτησης (ΑΕΠ), από τη μια, και στη χαμηλή απασχόληση, από την άλλη.

Στη χώρα μας, δεν έχουμε «πραγματική» αύξηση της παραγωγικότητας η οποία να οδηγεί στην άνοδο της απασχόλησης και των αποδοχών, ειδικά της μισθωτής εργασίας. Γι' αυτό και ενδεχόμενη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας μπορεί πρόσκαιρα μόνο να αντισταθμίσει τη συνεχή χειροτέρευση της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, η αύξηση της ζήτησης δεν χρειάστηκε ως προαπαιτούμενο την άνοδο της εγχώριας απασχόλησης, γιατί παράγοντες όπως το χαμηλό κόστος του χρήματος, οι κοινοτικές μεταβιβάσεις, οι εισροές από ναυτιλία, τουρισμό και κτηματαγορά εξασφάλισαν από μόνοι τους ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ (ζήτηση).

Ετσι, φτάνουμε στο τέλος της ημέρας να καταγράφεται αυξημένο ΑΕΠ, χωρίς αυτό να βασίζεται σε ανάλογη πραγματική αύξηση της εγχώριας παραγωγής και απασχόλησης. Ιδιαιτέρως όσον αφορά την απασχόληση, ο ρυθμός αύξησής της τα τελευταία έτη παραμένει αρκετά χαμηλότερος από εκείνον του ΑΕΠ.

Σε φυσιολογικές συνθήκες, η συνολική ζήτηση της οικονομίας, και άρα το ΑΕΠ, αυξάνουν όταν αυξάνουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών, μέσα από την αύξηση των μελών των νοικοκυριών που εργάζονται ή/και την αύξηση των εισοδημάτων όσων ήδη εργάζονται. Από τα διαθέσιμα στοιχεία, στην ελληνική περίπτωση δεν συνέβη, τουλάχιστον σε εκτεταμένο βαθμό, κάτι τέτοιο, ενώ η εγχώρια παραγωγή, παρά τις κάποιες εξαγωγικές της επιτυχίες, φαίνεται να έχασε μερίδια στις αγορές. Εξ ου και η επιδεινούμενη ανταγωνιστικότητα που καταγράφεται στους διεθνείς οργανισμούς.

Μια παρένθεση στο σημείο αυτό για τις εκθέσεις των οργανισμών αυτών: Οι οργανισμοί αυτοί δημοσιεύουν δείκτες και προχωρούν μηχανιστικά στην προσαρμογή κάποιων συνταγών για την οικονομική σταθεροποίηση. Για παράδειγμα, «Εχετε έλλειμμα και χρέος; Κόψτε το». Δεν αναλύουν με ακαδημαϊκή επάρκεια, δεν τεκμηριώνουν, δεν μπαίνουν βαθιά στα ζητήματα και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας. Ευπρόσδεκτη η συνεισφορά και η γνώμη τους, αλλά εγκυρότητα που να βασίζεται σε αναλυτική δεινότητα δεν είναι πάντα κατοχυρωμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η -πρόχειρη σε τεκμηρίωση και ανάλυση- τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ.

Η απάντηση στο ερώτημα «Τι φταίει για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα;» έχει να κάνει περισσότερο με τα αρνητικά κίνητρα που αντιμετωπίζει η επιχειρηματικότητα -των νέων ανθρώπων κυρίως- και τα διοικητικά κόστη. Εχει να κάνει ιδιαιτέρως με τις εκτεταμένες και άκαμπτες διοικητικές παρεμβάσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, τη γραφειοκρατία και τη νομική ασάφεια, τη γενίκευση της ατυπίας και της εθνικής ανομίας και αναρχίας που επικρατούν στην Ελλάδα του σήμερα.

Γενικότερα, η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλα θεσμικά προβλήματα, εξαιτίας όχι μόνο του γενικού επιπέδου ανάπτυξής της, αλλά κυρίως της εκτεταμένης επέμβασης -στην κατασκευή και λειτουργία της οργάνωσης των οικονομικών θεσμών- ισχυρών επιμέρους συμφερόντων που για ίδιον συμφέρον βρίσκονται στα χαρακώματα εναντίον των προοδευτικών αλλαγών που θα άνοιγαν το παιχνίδι και θα δημιουργούσαν ευκαιρίες στον ευρύτερο πληθυσμό.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Στη στήλη
Αναλύσεις
Άλλα θέματα στην κατηγορία Οικονομία της έντυπης έκδοσης
ΠΑΣΟΚ
Το βάρος στις κρατικές τράπεζες
Αγορές
Να βγει κανείς ή να μην βγει, ιδού η απορία
Οι αναλυτές της Citi
Η αβεβαιότητα επιστρέφει στους δείκτες
Πιστωτική συρρίκνωση
Ελπιδοφόρα deals «ψήθηκαν» στο Λονδίνο
Ετοιμάζουν την επόμενη φούσκα
Χρηματιστήριο Αθηνών
Φθινοπωρινό ράλι θέλουν οι αναλυτές
Γρίφος ο Οκτώβριος
Ο πονοκέφαλος του νέου πρωθυπουργού
Ζητείται... ζεστό χρήμα μέχρι το τέλος του χρόνου
Εκθεση της Κομισιόν
Κομισιόν: Οι κυβερνητικές επιλογές όξυναν την κρίση
Προβλέψεις ΙΟΒΕ
Μαύρο φθινόπωρο για τη βιομηχανία
Ευρωπαϊκή Ένωση
Συμμαχία στην Ε.Ε. για ελαστικότερα κριτήρια
Δημόσιο χρέος
Ακριβότερος ο δανεισμός για το ελληνικό Δημόσιο
Ασφαλιστικά Ταμεία
Κουβάρι χρεών πνίγει τα ταμεία
Λουκέτο ΑΣΠΙΣ
Τι πρέπει να προσέξουν όσοι έχουν συμβόλαια ζωής στην Ασπίς Πρόνοια
Ζητούνται στρατηγικοί επενδυτές στον «όμιλο»
Οφειλές 32 εκατ. ευρώ στην Aspis Holdings
Κυπριακό ενδιαφέρον για την Commercial Value
Olympic Air
Ρελάνς με Μακεδονικές Αερογραμμές
Επιχειρήσεις
Μέτωπα από το χθες
Νέο σαφάρι για τις υπερτιμολογήσεις
Μένουν εδώ μόνο τα... γραφεία
Παραδοσιακά πράσινο επιχειρείν
Προσωρινά σημεία πώλησης με αβάντες
Στη Βουλγαρία
Διεθνή
Το στοίχημα της κεντροαριστεράς στην Ιαπωνία
Ευρωπαϊκός εμφύλιος για τα σκληρά μέτρα
Εργασία-λάστιχο η «απάντηση» στην ανεργία